
Του Μελέτη Ρεντούμη
Το 2026 προδιαγράφεται ως κομβική χρονιά για την ελληνική οικονομία, καθώς οι διαδοχικές αξιολογήσεις των διεθνών οίκων θα αποτελέσουν όχι απλώς έναν ακόμη τεχνικό έλεγχο, αλλά ένα συνολικό τεστ αξιοπιστίας για το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Μετά την κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η μετάβαση στην βαθμίδα Α μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, μια εξέλιξη που θα σήμαινε χαμηλότερο κόστος δανεισμού, ευρύτερη πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια και ισχυρότερη εμπιστοσύνη των αγορών.
Πιο συγκεκριμένα, οι οίκοι αξιολόγησης θα σταθμίσουν πρωτίστως τρεις κρίσιμες μεταβλητές: το δημοσιονομικό αποτέλεσμα, τον ρυθμό ανάπτυξης και τη δυναμική μείωσης του δημόσιου χρέους. Η Ελλάδα εισέρχεται στο 2026 με σαφώς βελτιωμένη εικόνα σε όλους αυτούς τους δείκτες, καθώς τα πρωτογενή πλεονάσματα έχουν αποκατασταθεί, η οικονομία εμφανίζει ανθεκτικούς ρυθμούς μεγέθυνσης σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία.
Ωστόσο, η διατήρηση αυτής της τροχιάς δεν είναι δεδομένη, αφού το διεθνές περιβάλλον παραμένει ασταθές και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, η επιβράδυνση στην Ευρωζώνη και οι μεταβολές στο κόστος χρήματος μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις χρηματοοικονομικές συνθήκες.
Ιδιαίτερη σημασία για τις αποφάσεις των οίκων θα έχει η ποιότητα της ανάπτυξης και όχι μόνο το μέγεθός της. Η στροφή σε επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία, η ενίσχυση της παραγωγικότητας και η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης με διαρθρωτικό αντίκτυπο στην οικονομία αποτελούν κρίσιμα κριτήρια.
Εκτός αυτού, η Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι η μεγέθυνση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στον τουρισμό και την κατανάλωση, αλλά σε τομείς όπως η ενέργεια, οι ψηφιακές υποδομές, η μεταποίηση, η καινοτομία και οι εξαγωγές υπηρεσιών και προϊόντων.
Παράλληλα, οι οίκοι θα παρακολουθούν στενά τη συνέπεια στη δημοσιονομική πολιτική. Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων χωρίς υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση, η στοχευμένη κοινωνική πολιτική και η αποφυγή μόνιμων δαπανών που υπονομεύουν τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για μια περαιτέρω αναβάθμιση. Την ίδια στιγμή, η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία θα λειτουργήσουν ως καθοριστικοί παράγοντες για τη συνολική εικόνα της χώρας.
Ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο αφορά την ανταγωνιστικότητα. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται να επιταχύνει μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη δικαιοσύνη και στο ρυθμιστικό περιβάλλον, ώστε να μειωθεί το διοικητικό κόστος, να ενισχυθεί η διαφάνεια και να διευκολυνθούν οι επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας αποτελούν δομικές προκλήσεις που επηρεάζουν άμεσα το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας.
Το 2026, επομένως, δεν θα είναι απλώς μια χρονιά αξιολογήσεων, αλλά μια χρονιά κρίσιμων αποδείξεων. Η Ελλάδα έχει καταφέρει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να επιστρέψει στον χάρτη των αξιόπιστων οικονομιών της Ευρωζώνης, όμως η μετάβαση σε ανώτερη πιστοληπτική κατηγορία απαιτεί συνέπεια, βάθος μεταρρυθμίσεων και στρατηγική προσήλωση στην ανταγωνιστικότητα.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι προοπτικές αναβάθμισης το 2026 είναι υπαρκτές και ρεαλιστικές, υπό την προϋπόθεση ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, θα ενισχύσει την ποιότητα της ανάπτυξης και θα επενδύσει στις διαρθρωτικές αλλαγές που μετατρέπουν την πρόσκαιρη ανάκαμψη σε μόνιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

