Κωνσταντίνος Μενουδάκος: «Η διπλή ανάμειξη του Αρείου Πάγου στη διερεύνηση των υποκλοπών ενισχύει τη δυσπιστία του κόσμου απέναντι στη Δικαιοσύνη”

Συνέντευξη στη Δήμητρα Κρουστάλλη

Ο πρώην πρόεδρος του ΣτΕ και πρώην πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα μιλάει ανοιχτά για την υπόθεση των υποκλοπών, τις έρευνες για το παράνομο λογισμικό και τους στόχους του, αλλά και για την ευθύνη της Δικαιοσύνης στη διαχείριση τέτοιων υποθέσεων

Το ερώτημα είναι κλασικό: Ποιος επωφελείται από τις ενέργειες του Αρείου Πάγου στην υπόθεση των υποκλοπών; «Στη συγκεκριμένη περίπτωση επωφελείται η κυβέρνηση» απαντά χωρίς περιστροφές ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος.

Ο κ. Μενουδάκος είναι ένας δικαστής που με τις αποφάσεις του έγραψε Ιστορία στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ακόμα και πριν γίνει πρόεδρός του. Είναι σεμνός, αυστηρός και τεκμηριωμένος, αθόρυβος αλλά ουσιαστικός, απόλυτα ταυτισμένος με την ίδρυση των Ανεξάρτητων Αρχών στη χώρα μας και με την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ως πρώην πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), η οποία ερεύνησε τις παράνομες επισυνδέσεις με το Predator, έχει γνώση ενός μέρους του φακέλου της υπόθεσης και γι’ αυτό η άποψή του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.

«Η διπλή ανάμειξη του Αρείου Πάγου στη διερεύνηση των υποκλοπών», πιστεύει, «ενισχύει τη δυσπιστία του κόσμου απέναντι στη Δικαιοσύνη, η οποία οφείλεται και στους εν ενεργεία δικαστές. Οι δικαστές είναι οι πιο προστατευμένοι δημόσιοι λειτουργοί, δεν πρέπει να κάνουν χάρες ακόμα και αν πρόκειται για την κυβέρνηση. Ο εισαγγελέας της δεύτερης αρχειοθέτησης έδωσε αυτή την εντύπωση, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επωφελείται η κυβέρνηση».

Ομως ο συγκεκριμένος εισαγγελέας δεν επελέγη για τη θέση αυτή μόνο από την κυβέρνηση. «Αν ισχύει αυτό που μαθαίνω, ότι είχε επιλεγεί πρώτος μεταξύ των συναδέλφων του, επιβεβαιώνει μια παλιά σκέψη μου, ότι δεν πρέπει οι πρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων να επιλέγονται από τους ίδιους τους δικαστές. Αυτός ο τρόπος επιλογής δεν διασφαλίζει την εμπιστοσύνη στις ενέργειες του επιλεγομένου. Δεν δημιουργεί τεκμήριο αξιοπιστίας» παρατηρεί.

Κατά την άποψή του, πρέπει να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των δικαστών και να μην εξαρτάται η εξέλιξή τους από τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων. «Είμαι πολύ επιφυλακτικός να δοθεί η αρμοδιότητα στη Βουλή ή σε κάποιο τμήμα της Βουλής, γιατί αν υπάρχει τώρα η καχυποψία ότι τους επέλεξε η κυβέρνηση, θα συνεχίσει να υπάρχει και αν τους επιλέξουν ένα ή δύο κόμματα» λέει.

«Για τους ανώτερους δικαστές υπάρχει ένα πειθαρχικό όργανο αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές, αλλά κάποιος πρέπει να ασκήσει την πειθαρχική αγωγή»

Πώς σχολιάζει την απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών να ζητήσει την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ο οποίος αρχειοθέτησε χωρίς έρευνα για δεύτερη φορά μετά τον προκάτοχό του Αχιλλέα Ζήση τη δικογραφία των υποκλοπών; «Δεν συμφωνώ, το θεωρώ επικίνδυνο προηγούμενο. Το θέμα της άσκησης ένδικων μέσων είναι διαφορετικό. Διαφορετικό είναι και το θέμα της διαδικασίας πειθαρχικής δίωξης που πρέπει να κινείται από τα αρμόδια όργανα όταν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Για τους ανώτερους δικαστές υπάρχει ένα πειθαρχικό όργανο αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές, αλλά κάποιος πρέπει να ασκήσει την πειθαρχική αγωγή, δηλαδή κάποιος ανώτερος δικαστής ή το υπουργείο Δικαιοσύνης».

Η Ανεξάρτητη Αρχή στην οποία ήταν επικεφαλής από το 2016 ως τον Μάιο του 2025, που υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους «αμιγώς προσωπικούς», κατάφερε να δώσει συγκεκριμένο αποτέλεσμα στην έρευνα για τις υποκλοπές: μια λίστα με 115 επιβεβαιωμένους στόχους του Predator, υπουργούς, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, επιχειρηματίες, δημοσιογράφους, η οποία έχει ενταχθεί στη δικογραφία της υπόθεσης. Η άλλη αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), εμποδίστηκε από την κυβέρνηση και δεν ολοκλήρωσε την έρευνά της. Πώς τα κατάφερε η ΑΠΔΠΧ στο πολωμένο περιβάλλον εκείνης της περιόδου;

«Η έρευνα», εξηγεί ο κ. Μενουδάκος, «διήρκεσε έναν χρόνο, από το τέλος Αυγούστου του 2022 ως το καλοκαίρι του 2023, και έγινε αθόρυβα. Προχωρήσαμε βήμα-βήμα με τη βοήθεια μιας κλειστής και εχέμυθης ομάδας από τους ελεγκτές της ΑΠΔΠΧ, που είναι πληροφορικοί και νομικοί, μαζί με δύο μέλη της Αρχής. Η ομάδα αυτή αναφερόταν σε εμένα. Κανένας άλλος δεν ήξερε τι κάναμε. Εκείνη την περίοδο είχε μεταφερθεί το ενδιαφέρον στην ΑΔΑΕ και στη διαμάχη της κυβέρνησης με την ΑΔΑΕ και τον Χρήστο ΡάμμοΟταν χρειαζόταν να λάβουμε αποφάσεις», συνεχίζει, «συγκαλούσα την Ολομέλεια, αλλά και από εκεί δεν υπήρξαν ποτέ διαρροές.

Αυτό οφείλεται στην ακεραιότητα των μελών της Αρχής και των ερευνητών της. Στην ΑΔΑΕ από ό,τι μάθαινα υπήρχαν εσωτερικές προστριβές, εμείς δεν είχαμε τέτοια θέματα. Ποτέ δεν δεχθήκαμε καμία ενόχληση από την κυβέρνηση όσο ερευνούσαμε την υπόθεση. Το ίδιο έγινε και στην υπόθεση Ασημακοπούλου, που διερευνήσαμε πώς διέρρευσαν τα email από το υπουργείο Εσωτερικών στη ΝΔ και από εκεί στην υποψήφια ευρωβουλευτή. Τότε καλέσαμε τη ΝΔ για εξηγήσεις και της επιβάλαμε πρόστιμο. Ούτε σε αυτή την περίπτωση δεχθήκαμε κάποια ενόχληση».

Η έρευνα για τις υποκλοπές ξεκίνησε με βάση τις αναφορές που κατέθεσαν στην Αρχή ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Χρήστος Σπίρτζης«Καμία από τις δύο αναφορές δεν ήταν καθαρή καταγγελία, επειδή και εκείνοι δεν είχαν τότε σαφή εικόνα για το τι έχει συμβεί, και αν ήθελε ο επικεφαλής της ΑΠΔΠΧ θα μπορούσε να τις αρχειοθετήσει. Δεν ήταν υποχρεωμένη η Αρχή να τις ερευνήσει» λέει ο κ. Μενουδάκος. Η αναφορά Ανδρουλάκη συνοδευόταν από τη μήνυση που κατέθεσε στον Αρειο Πάγο, ενώ του Σπίρτζη περιείχε κάποια πιο συγκεκριμένα στοιχεία. Και οι δύο είχαν ελέγξει τα κινητά τους τηλέφωνα στα οποία είχαν βρεθεί ίχνη του Predator.

Τότε είχαν ξεκινήσει και τα πρώτα δημοσιεύματα στα μέσα ενημέρωσης. «Μέσω πληροφοριών από την καταγγελία Σπίρτζη, ο οποίος με τη συμβουλή μας άσκησε σε παρόχους το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων της ΕΕ, αποκτήσαμε βεβαιότητα ότι τα μηνύματα SMS δεν είχαν αποσταλεί από παραδοσιακά τηλέφωνα, αλλά μέσω Διαδικτύου. Αρχίσαμε να ερευνούμε τις εταιρείες διαβίβασης μηνυμάτων SMS που αφορούσαν τις δύο παραπάνω περιπτώσεις.

Από αυτές οδηγηθήκαμε σε μια αλυσίδα εταιρειών και βρήκαμε και άλλα ύποπτα μηνύματα της ίδιας περιόδου που αφορούσαν άλλους στόχους και στάλθηκαν μέσω του κακόβουλου λογισμικού, του οποίου τη χρήση στην Ελλάδα είχε πιστοποιήσει το Citizen Lab του Πανεπιστημίου του ΤορόντοΠαράλληλα», προσθέτει, «από τις πρώτες μας ενέργειες ήταν ο επιτόπιος έλεγχος στα γραφεία της Intellexa, στο Χαλάνδρι και στον Αλιμο. Εκεί δεν βρήκαμε τίποτα, τα είχαν “ξηλώσει” όλα και είχαν φύγει. Επειδή δεν υπήρχαν πλέον υπάλληλοι, χρειάστηκε να συνεννοηθούμε με τον εκπρόσωπο και τον δικηγόρο της εταιρείας για να μας ανοίξουν αυτούς τους δύο χώρους. Το μόνο που βρήκαμε εκεί ήταν φορολογικά παραστατικά στην τυπική έδρα της εταιρείας.

Αναλύσαμε όλα τα φορολογικά παραστατικά για ενδείξεις που σχετίζονται με το Predator. Εντοπίσαμε διαφημιστικές εταιρείες στην Ελλάδα, τις οποίες ελέγξαμε και εντοπίσαμε αρκετά διαφημιστικά φυλλάδια για λογαριασμό της Intellexa που έγραφαν αυτά που λέει στις δηλώσεις του ο ιδιοκτήτης της Intellexa Ταλ Ντίλιαν, ότι παρείχαν υπηρεσίες σε κράτη και μυστικές υπηρεσίες. Εντοπίσαμε επίσης ότι υπήρχε μια μεγάλη σύμβαση συνεργασίας με ένα κέντρο δεδομένων (data center) με μηνιαίες πληρωμές. Ελέγξαμε το κέντρο δεδομένων αυτό και διαπιστώσαμε ότι υπήρχε νοικιασμένος χώρος της Intellexa σε κοινόχρηστο data center, από τον οποίο όλα τα μηχανήματα “ξηλώθηκαν” στις 16.12.2021, την ημέρα που το Citizen Lab δημοσίευσε τη μελέτη του για το Predator. Οι εκπρόσωποι της εταιρείας αρνήθηκαν να μας δώσουν πληροφορίες και τους επιβάλαμε το πρόστιμο που προβλέπει ο Γενικός Κανονισμός για άρνηση συνεργασίας με την Αρχή, ήτοι 50.000 ευρώ». Η Intellexa κατέθεσε αίτηση θεραπείας και κατόπιν αίτηση ακυρώσεως, που απορρίφθηκαν.

«Τον Πρωθυπουργό δεν σκέφτηκα ούτε ήθελα να τον ενημερώσω, επειδή αυτό θα ήταν εκτός της δεοντολογίας που διέπει τη λειτουργία και των Ανεξάρτητων Αρχών»

Πέραν των αποφάσεων της Ολομέλειας εκδόθηκαν και τέσσερις αποφάσεις του προέδρου της Αρχής, με τις οποίες δόθηκε εντολή στις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και στις εμπλεκόμενες εταιρείες διαβίβασης μηνυμάτων να μην καταστρέψουν τα δεδομένα, που από τον νόμο ήταν υποχρεωμένες να κάνουν έπειτα από ένα έτος.

«Σε κάθε στάδιο της έρευνας στέλναμε τα αποτελέσματα των ελέγχων μας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών». Ο Πρωθυπουργός ενημερώθηκε; «Τον Πρωθυπουργό δεν σκέφτηκα ούτε ήθελα να τον ενημερώσω, επειδή αυτό θα ήταν εκτός της δεοντολογίας που διέπει τη λειτουργία και των Ανεξάρτητων Αρχών και θα έδινε ευλόγως αφορμή για ανάμειξη στον έλεγχο που κάναμε» απαντά.

Τα στοιχεία εστάλησαν σε δύο φάσεις. Η Αρχή ερεύνησε όλες τις πηγές και κατέληξε στη λίστα με τους 115 στόχους. «Δεν μπορούμε να είμαστε 100% σίγουροι ότι δεν υπήρξαν και άλλοι στόχοι. Για την ακρίβεια, γνωρίζουμε ότι για την αποστολή των SMS έχουν χρησιμοποιηθεί και άλλα κέντρα αποστολής SMS εκτός Ελλάδας, ενώ κάναμε συνάντηση με τη Meta (Ιρλανδίας), καθώς είχαμε πληροφορίες ότι είχε αναγνωρίσει και καταστείλει τη λειτουργία του Predator στις εφαρμογές της, η οποία διέθετε μεν στοιχεία, αλλά απαιτείται για αυτά αίτημα δικαστικής συνδρομής, διαδικασία που δεν δύναται να κάνει η Αρχή».

Τι σκέφτηκε ο έμπειρος δικαστής όταν είδε ποια πρόσωπα είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση; «Οταν είδα ποια πρόσωπα είχαν παγιδευτεί, σκέφτηκα ότι αυτή δεν είναι μια παρακολούθηση που μπορεί να είχε οργανώσει μόνος του ένας ιδιώτης, οι επιστήμονες της Αρχής μου εξήγησαν πόσο πολυδάπανη είναι η χρήση ενός λογισμικού σαν το Predator. Μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση η επιλογή των στόχων, αλλά και των μελών των οικογενειών τους».

Εκείνο το διάστημα, η ΑΠΔΠΧ πληροφορήθηκε ότι κάποιοι από τους στόχους, στους οποίους είχε καταλήξει η δική της έρευνα, παρακολουθούνταν ταυτόχρονα και από την ΕΥΠ. «Οταν η Εισαγγελία Πρωτοδικών άρχισε να συσχετίζει τους στόχους παρακολούθησης της ΕΥΠ και του Predator, ο Αρειος Πάγος αφαίρεσε από τους δύο εισαγγελείς τη δικογραφία για να την “αναβαθμίσει”» υπογραμμίζει υπαινικτικά.

Τα θύματα της παρακολούθησης ενημερώθηκαν στο τέλος της έρευνας με προσωπική επιστολή, στην οποία περιλαμβάνονταν τα ύποπτα μηνύματα, πότε εστάλησαν κ.ά. Μόνο ένας τηλεφώνησε στον κ. Μενουδάκο για να ενημερωθεί τι κινήσεις θα μπορούσε να κάνει από εκεί και πέρα. «Τότε σκέφτηκα ότι οι άλλοι δεν ήθελαν να προκληθεί συζήτηση προκειμένου να περάσει απαρατήρητη η υπόθεση. Εκ των υστέρων, και επειδή γνωρίζω μέρος του φακέλου της υπόθεσης, μου κάνει εντύπωση πώς ο Αρειος Πάγος θεώρησε ότι δεν υπάρχει αντικείμενο έρευνας και την πρώτη και τη δεύτερη φορά.

Ειδικά τη δεύτερη, όταν έχουν γίνει γνωστά τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν στο Πρωτοδικείο και στα οποία βασίστηκε η απόφαση του δικαστηρίου. Πρόκειται για νέα στοιχεία που συνηγορούν στο να συνεχιστεί η έρευνα. Θεωρώ ότι αυτό είναι αυτονόητο. Δεν χρειάζεται να συγκεντρώσεις νέα στοιχεία για αν δεις αν υπάρχουν νέα στοιχεία. Η απόφαση του Πρωτοδικείου περιέχει νέα δεδομένα, όχι μόνο κρίσεις» επισημαίνει και προσθέτει ότι δεν ήταν αναγκαίο να συνεχίσει ο Αρειος Πάγος την έρευνα, ότι θα μπορούσε να μείνει στο Πρωτοδικείο. Τώρα παραγράφονται συνεχώς τα πλημμελήματα, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει κίνδυνος παραγραφής της κατασκοπείας σε βαθμό κακουργήματος.

Πώς θα αντιδρούσε αν συνέβαιναν αυτά στο δικό του δικαστήριο; «Αν ήμουν εν ενεργεία πρόεδρος, θα παρέμβαινα και θα έπαιρνα μέτρα. Για άλλο δικαστήριο δεν θα έκανα τίποτα. Δεν θα σας έλεγα ούτε αυτά που λέω τώρα» απαντά.

Και το ΣτΕ, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπο με την άρνηση της ΕΥΠ να εφαρμόσει την απόφασή του για ενημέρωση του κ. Ανδρουλάκη. «Στη διάρκεια της καριέρας μου δεν θυμάμαι άλλη περίπτωση ευθείας άρνησης συμμόρφωσης σε απόφαση ανώτατου δικαστηρίου. Η δημόσια διοίκηση μπορεί να προσπαθούσε να παρακάμψει αποφάσεις, κάτι που συνιστά έμμεση άρνηση συμμόρφωσης, αλλά δεν θυμάμαι ευθεία άρνηση όπως αυτό που έγινε με την άρνηση ενημέρωσης για την παρακολούθηση από την ΕΥΠ. Δεν μπορεί στο ελληνικό κράτος να υπάρχει υπηρεσία που δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια και τις Ανεξάρτητες Αρχές στο πεδίο αρμοδιότητάς τους. Ακόμα και αν πρόκειται για θέματα εθνικής ασφάλειας, δεν μπορεί η υπηρεσία να μη δώσει τα στοιχεία που της ζητούνται στα δικαστήρια, τα οποία έχουν υποχρέωση να σεβαστούν τον απόρρητο χαρακτήρα τους» επισημαίνει.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ