Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Με αφορμή την προφυλάκιση Παπαντωνίου: Η δυστυχία του να είσαι ο… Κώστας Σημίτης

Του Γ. Λακόπουλου

Ο Κώστας Σημίτης μπήκε στην πολιτική με βαριά ιστορία στις πλάτες του. Ο πατέρας υπουργός στο Βουνό, η μητέρα στο ΚΚΕ, ο ίδιος πρωταγωνιστής στον Όμιλο Παπαναστασίου, στον αντιδικτατορικό αγώνα, το ΠΑΚ και αργότερα στο ρετιρέ του ΠΑΣΟΚ.

Το 1981 κόπηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου -για κάτι κόλπα που έκανε το 1979, αλλά με την Αλλαγή, υπήρξε επί τέσσερα χρόνια αμετακίνητος υπουργός Γεωργίας.Τότε έγινε η μεγάλη εκτροπή των συνεταιρισμών από το σκοπό τους και η χείριστη δυνατή  αξιοποίηση της Κοινής Αγροτικής πολιτικής. Αλλά ο ίδιος συμπεριφέρθηκε σα να μην είχε  ιδέα- μια συνήθεια που κρατάει ως σήμερα.

Ο επί οκταετία Πρωθυπουργός τοποθετείται δημοσίως σα να μην κυβέρνησε ποτέ και σα να ευθύνονται μόνο οι άλλοι. Το 1985 ορίσθηκε υπουργός Εθνικής Οικονομίας για να ανορθώσει την κατάσταση με τα άδεια ταμεία που άφησε η πρώτη  γαλαντόμικη -δικαίως εν μέρει- τετραετία του ΠΑΣΟΚ. Εκεί πήρε τα πάνω του και ο Ανδρέας Παπανδρέου τον «βοήθησε», όταν του κατάργησε απροειδοποίητα την περιοριστική πολιτική το 1987.

Τότε ταυτίσθηκε με δυνάμεις που προέβαλαν ότι μπορούν να τον κάνουν μέχρι και πρωθυπουργό. Παρότι, ακόμη και αν έφευγε από τη μέση ο Ανδρέας  Παπανδρέου, στην επετηρίδα προηγούνταν άλλοι: ο Γ. Γεννηματάς, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, ο Άκης Τσοχατζόπουλος, ο Θ. Πάγκαλος, η Βάσω Παπανδρέου αλλά και ο Κ. Λαλιώτης.

Δεν θα είχε καμιά τύχη αν η μοίρα δεν χτυπούσε τον Γεννηματά. Σε μια στιγμή μάλιστα που ο Σημίτης του χτυπούσε την πόρτα να τον θυμηθεί «όταν έλθει εν τη βασιλεία του».

Το «βρόμικο 89» και τα «κεντροδεξιά σενάρια»

Είχε προηγηθεί το «βρόμικο 89», όταν ο Κ Σημίτης βρέθηκε απέναντι από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν πήγε να καταθέσει στη δίκη -αυτός, ο Γ. Παπανδρέου και η Βάσω- και περίμενε την εξόντωσή του για να αναλάβει. Όπως είχε προηγηθεί και το Πεντελικόν του 1990 , όταν -με «συνεργό» τον Κ. Λαλιώτη και τη Μερκούρη-επιχείρησε να πετάξει τον Ανδρέα Παπανδρέου στα αζήτητα, εναντιούμενος στην πρότασή του να γίνει γραμματέας της ΚΕ ο Τσοχατζόπουλος. «Βρέθηκα προ εκβιασμών» είπε ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ. Από τη δύσκολη θέση τον έβγαλε ο Γεννηματάς που τον στήριξε.

Ο Σημίτης μένει στις κυβερνήσεις Παπανδρέου καθώς έχει πλέον γερές πλάτες. Οι συναναστροφές του με την «καλή» Αθήνα, τον έφεραν κοντά με δυο μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα και επιφανείς επΙχειρηματικούς ομίλους, που έκαναν δουλειές με το κράτος και ήθελαν να έχουν τον τρόπο τους.

Κάποιες φορές παλιότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου έφτασε το σημείο να τον τυλίξει σε μια κόλλα με «κεντροδεξιά σενάρια» και να τον απομακρύνει, αλλά την τελευταία στιγμή κάποιον τον έσωζε.  Πότε ο Χυτήρης, πότε ο Λαλιώτης και πότε ο…  Χρ. Λαμπράκης.

Με τον Παπανδρέου δικαιωμένο μετά την επιστροφή του το 1993 -αλλά ασθενή και με τοξικό περιβάλλον- αφήνεται στις φτερούγες όσων έβαλαν όλα τα λεφτά τους στο χαρτί του. Στρεφόμενοι ακόμη και κατά του Μιλτ. Έβερτ που μεγαλουργούσε στη ΝΔ με τις ίδιες πλάτες.

Το  1996 είναι υποψήφιος Πρωθυπουργός. Αφού έχει αξιοποιήσει την δημόσια αποδοκιμασία του από τον Παπανδρέου για να παραιτηθεί από υπουργός και έχοντας ενταχθεί την Ομάδα των Τεσσάρων του τότε αντιπαπανδρεισμού -με τη Βάσω, τον Πάγκαλο και τον Αυγερινό. Ήδη έχει δίπλα του τον «στρατηγό» Θ. Τσουκάτο, που «άνοιξε τα παράθυρα» -όπως έλεγε ο Γ. Βέλτσος- και από τη «μούχλα» του του γραφείου της Ακαδημίας 35, τον πήγε στο πραγματικό ΠΑΣΟΚ.

Το ντηλ με την οικογένεια

Παρόλα αυτά όσοι ποντάρισαν σ’ αυτόν θα έχαναν, αν δεν κατέβαιναν διασπασμένοι οι άλλοι υποψήφιοι και κυρίως αν δεν έμπαινε στη μέση η οικογένεια Παπανδρέου που είχε μια επιδίωξη:  να μην είναι η Λιάνη Παπανδρέου μετά τον Παπανδρέου.

Με τον Γεράσιμο Αρσένη το είχαν εξασφαλισμένο, με τον Άκη ήταν σίγουρο, αλλά δεν τον πήγαιναν και έτσι ο  Γιώργος έριξε το βάρος του ονόματος εκεί που δεν θα ήθελε με τίποτε ο πατέρας του: στον Σημίτη. Μια ομάδα βουλευτών που επηρέαζε  τον ψήφισε στο δεύτερο γύρο και έγινε πρωθυπουργός και εν συνεχεία ο ίδιος τον αβαντζάρισε στο συνέδριο για πρόεδρο του κόμματος.

Λέγεται ότι υπήρξε ντηλ με την οικογένειά. Ο ισχυρισμός ενισχύθηκε το ίδιο βράδυ του θανάτου του Παπανδρέου όταν ο Σημίτης παραβίασε την αστική του ευγένεια και συλλυπήθηκε πρώτα τη Μαργαρίτα και όχι τη χήρα του εκλιπόντος.  Όταν έκανε τον Γ. Παπανδρέου υπουργό Εξωτερικών. Και όταν του παρέδωσε το… ΠΑΣΟΚ στο διαμέρισμά του.

Ο Κ. Σημίτης όμως δεν υπήρξε ποτέ ηγέτης του ΠΑΣΟΚ με την έννοια να πάει το κόμμα ως επικεφαλής του στη κυβέρνηση. Το παρέλαβε στην κυβέρνηση. Και στην ουσία αυτό που παρέλαβε ήταν το κράτος και δια αυτού πολιτεύθηκε ως το τέλος. Αλλά ο «εκσυγχρονισμός» που επαγγέλθηκε έφτασε ως τη διαγραφή του θρησκεύματος από τις ταυτότητες.

Η ΟΝΕ ήταν στρατηγική επιλογή των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου από το 1993. Οι κυβερνήσεις Σημίτη κατ’ ουσία την κακοποίησαν με αποτέλεσμα τα προβλήματα αναξιοπιστίας της χωράς που ακολούθησαν. Αλλά αυτό είναι μεγάλη συζήτηση.

Κυβέρνησε για οκτώ χρόνια τυλιγμένος σε πέπλα υποστήριξης από συγκροτήματα τύπου και επιχειρηματίες, ως μέγιστος πολιτικός και αναμορφωτής της χώρας. Με ουρά γελωτοποιών του βασιλέως να τον λιβανίζουν και να καθυβρίζουν τους αντιπάλους του. Αν δεν είχε βρεθεί ο Κ. Καραμανλής μπροστά του(ς), μπορεί να κυβερνούσε ακόμη.

Ως ανεύθυνος άρχων…

Τελικά όμως οι πραγματικοί του αντίπαλοι βρέθηκαν δίπλα του και οργίαζαν -ιδίως την εποχή του Χρηματιστηρίου.  Οι περισσότεροι προσωπικοί συνεργάτες του βρέθηκαν μπλεγμένοι με τη Δικαιοσύνη. Άλλοι πήγαν φυλακή, άλλων οι υποθέσεις εκκρεμούν και άλλοι τη γλύτωσαν για διάφορους λόγους.

Ο ίδιος δεν έδωσε ποτέ καμία εξήγηση για τις επιλογές του. Σα να μην υπάρχει, παρότι πρέπει να εξηγήσει γιατί έστελνε λεφτά ο Χριστοφοράκος στο ΠΑΣΟΚ, όπως είχε το θάρρος να αποκαλύψει ο Τσουκάτος -με μάρτυρες. Και μέχρι να καταλήξουν κάποιες άλλες δικαστικές έρευνες που εξελίσσονται χωρίς να ξέρει κανείς σε ποιο στάδιο βρίσκονται.

Δεν ανέλαβε ποτέ καμία ευθύνη. Όταν ήλθαν στο προσκήνιο υποθέσεις για συνεργάτες του έκανε μια δήλωση του τύπου: Μπα, συνέβαιναν τέτοια πράγματα επί εκσυχρονισμού; Κρίμα. Ήδη όμως ο Θ. Πάγκαλος τον είχε ξεμπροστιάσει: «Του μιλούσα στο Ε.Γ για τη διαφθορά και ενοχλούταν- όχι γιατί υπήρχε, αλλά γιατί μιλούσα». Θα πρέπει  να τον ξάφνιασε  οτι πρωτο το Ποτάμι του Στ. Θεοδωράκη τον κάλεσε να αναλάβει τώρα τις ευθύνες τος για τις επιλογές του .

Η αποκαθήλωση

Ο μύθος του άρχισε να καταρρέει όταν ο Γ. Παπανδρέου τον πέταξε με μια απλή ανακοίνωση έξω από τη Κοινοβουλευτική Ομάδα -και εν συνέχεια έξω από το ψηφοδέλτια-και  δεν βρέθηκε κανένας  τον υπερασπιστεί. Πλην της Σούλας Μερεντίτη, που είναι κουμπαρά του και του Αλέκου Παπαδόπουλου, για λόγους τιμής και τάξης. Ήταν η αποκαθήλωση. Τα «σημιτόπουλα» χάθηκαν στις φτερούγες του νεοπαπανδρεϊσμου. Όπως τώρα ψάχνουν να μπουν στις φτερούγες του νεομητσοτακισμού.

Η υπόθεση Τσοχατζόπουλου δεν άγγιξε τον Σημίτη-ούτε ο Τσοχατζόπουλος τον άγγιξε: για δικούς του λογούς προτίμησε να μείνει ο αποδιοπομπαίος τράγος και να ξοφλήσει μόνος τις εκκρεμότητές  του με τη Πολιτεία. Οι φίλοι του Σημίτη έστησαν ένα επικοινωνιακό παιχνίδι αντιπαράστασης: Ο καλός και ο κακός.

Αλλά η πολιτική εκδικείται. Γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό στριφογυρίζουν από χρόνια δυσώδεις υποθέσεις που αφορούν δικούς του ανθρώπους. Ασφαλώς δεν υπάρχει συλλογική ευθύνη και δεν βαρύνεται με τις πράξεις άλλων. Στην πολιτική όμως υπάρχει η αντικειμενική ευθύνη. Και πάντα υπάρχουν συνέπειες.

Π.χ. ότι ο προστατευόμενος του Γιάννης Στουρνάρας τελεί υπό δικαστική έρευνα είναι πλήγμα στο κύρος του. Ότι ο κορυφαίος υπουργός του -και στενός συνεργάτης του- Γιάννος Παπαντωνίου βρίσκεται προφυλακισμένος είναι καταστροφικό. Κανείς δεν θα ήθελε σήμερα να βρίσκεται στη θέση του.  Άλλους έσωσε, εαυτόν ου δύναται σώσαι..

Αδίκησε τον εαυτό του

Τον  Κώστα Σημίτη, ως πρωταγωνιστή της σύγχρονης Ελλάδας, θα τον κρίνει η Ιστορία και θα τον κρίνει δίκαια. Αλλά από παντού προκύπτει ότι ο ίδιος αδίκησε τον εαυτό του. Ένας συγκροτημένος και μαχητικός πολιτικός, ευπρεπής άνθρωπος, με αστική καταγωγή και τρόπους, πέταξε ψηλά, χωρίς να κοιτάζει γύρω του ποιοι κρατούσαν τα πηδάλια της πτήσης του.

Το αποτέλεσμα είναι δραματικό για την υστεροφημία του. Το όνομά του ενταφιάστηκε με τους τυχοδιώκτες, τους φλούφληδες και τους διατεταγμένους που τον περιστοίχιζαν. Κατά την ανάδειξή του είχε ισχυρό ρεύμα υποστήριξης. Αλλά όχι την Ελλάδα -που «αυτή είναι», όπως είπε- δεν άλλαξε, αλλά ούτε το ΠΑΣΟΚ, που διοικούσε… ομοσπονδιακά! Ο «εκσυγχρονισμός» του ξέφτισε νωρίς και μόνο σαν ανέκδοτο αναφέρεται πλέον. Το κόμμα του τον αποστράτευσε διόλου τιμητικά.

Τα «παιδιά» του στην πολιτική του γύρισαν την πλάτη και το πολύ να λένε πλέον κανένα κουτσομπολιό, ή κανένα ανέκδοτο για αυτόν στις παρέες τους. Μόνο η Φώφη Γεννηματά τον καταλαβαίνει και διέλυσε για χάρη του το ΠΑΣΟΚ, ώστε να εξαφανιστεί ό,τι θυμίζει Ανδρέα Παπανδρέου.

Ένας πολιτικός που είχε πραγματικά τις προϋποθέσεις να αφήσει σπουδαίο όνομα και πολλοί πίστεψαν στο άστρο του, έμπλεξε με «κακές παρέες» μιντιαρχών, γυρολόγων, αμοραλιστών και συμφεροντολόγων παντός καιρού και σήμερα  πληρώνει τις αμαρτίες που θεωρούσε ευλογία, όταν τον απογείωναν. Αν υπάρχει Θεός της Πολιτικής μερικές φορές είναι δίκαιος…