
Της Κατερίνας Τσιρτσίκου
Η κυρία Καρυστιανού δεν ανήκει σε κανένα σαφές πολιτικό πεδίο με την κλασική έννοια. Ανήκει στον χώρο της ηθικής αγανάκτησης, που βρίσκεται έξω από ιδεολογίες, προγράμματα και κοινωνικές αναλύσεις. Αυτός ο χώρος δεν είναι στην κλασική βεντάλια κομμάτων, είναι προ-πολιτικός και γι’ αυτό επικίνδυνα εύπλαστος.
Ο λόγος της δεν συγκροτεί πολιτική πρόταση αλλά κατηγορία. Δεν απαντά στο πώς αλλάζει το κράτος, αλλά στο ποιοι φταίνε. Αυτό το σχήμα μπορεί να κινητοποιεί συνθήκες αγανάκτησης, αλλά δεν μπορεί να κυβερνήσει.
Ιστορικά, τέτοιες μορφές λόγου λειτουργούν ως γέφυρα προς τον λαϊκισμό, γιατί μετατρέπουν τη δικαιολογημένη οργή σε πολιτικό κεφάλαιο χωρίς θεσμικό φίλτρο.
Το πρόβλημα δεν είναι η πρόθεση, αλλά η λειτουργία. Όταν η πολιτική νομιμοποίηση αντλείται πρωτίστως από τον πόνο και το ηθικό πλεονέκτημα του θύματος, τότε η κριτική εξουδετερώνεται εκ των προτέρων: όποιος διαφωνεί εμφανίζεται ανήθικος! Αυτό δεν είναι δημοκρατία, είναι ηθικός εκβιασμός, έστω και αθέλιτος.
Αν τελικά αυτός ο λόγος μετασχηματιστεί σε κόμμα, δεν θα πρέπει να κριθεί με βάση το δράμα που προηγήθηκε, αλλά με βάση πρόγραμμα, συμμαχίες και θεσμική σοβαρότητα. Μέχρι τότε, πολιτικά, η κ. Καρυστιανού κινείται σε έναν γκρίζο χώρο. Δεν είναι εναλλακτική πρόταση, ούτε απλή διαμαρτυρία, αλλά κάτι ενδιάμεσο που μπορεί εύκολα να στραφεί είτε προς τη δημοκρατική διεκδίκηση είτε προς την προσωποκεντρική πολιτική.
Η ιστορία δείχνει ότι η οργή είναι καύσιμο που μπορεί όμως να κάψει τα πάντα.
Από ανάρτηση στο fb
