
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
“Όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος», έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου. Και πράγματι, καθώς οι μέρες κυλούν βαριές, η κλεψύδρα για την κυβέρνηση αδειάζει βιαστικά. Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών φανερώνουν ότι το πολιτικό σύστημα μπαίνει σε περίοδο εντονότερων αναταράξεων. Η κυβέρνηση παραπαίει και η αποπροσανατολισμένη αντιπολίτευση αναζητά νέο βηματισμό, ενώ στο βάθος του ορίζοντα διαγράφεται ολοένα και πιο καθαρά-ως κοινωνική απαίτηση, αλλά και σαν πολιτικό αδιέξοδο- το ενδεχόμενο των πρόωρων εκλογών.
Το αγροτικό ζήτημα λειτουργεί σαν σπίθα που άναψε μια ήδη μουντή ατμόσφαιρα. Οι κινητοποιήσεις, πεισματικές και πολυμέτωπες, αντιμετωπίστηκαν αρχικά ως ακόμα ένα αθώο σύννεφο στον ορίζοντα. Το Μαξίμου υποβάθμισε το φαινόμενο, ώσπου τα μπλόκα φούσκωσαν σαν ποτάμι μετά από καταιγίδα. Τώρα, με κινήσεις αγχώδεις, επιχειρεί να τιθασεύσει όχι μόνο τη λαϊκή οργή αλλά και τη δυσφορία ενός κοινού που παραδοσιακά στηρίζει τη Νέα Δημοκρατία. Κι όσο οι αγρότες σκληραίνουν τη στάση τους, τόσο η εικόνα της κυβέρνησης ξεθωριάζει. Η έλλειψη εμπιστοσύνης δε βρίσκεται πια μόνο στους κλειστούς δρόμους. Αιωρείται σαν βαριά ομίχλη πάνω από μια κοινωνία κουρασμένη από τη μόνιμη απαίτηση για υπομονή.
Την ίδια ώρα, παλιοί βαρόνοι της πολιτικής σκηνής αναδεύουν ακόμη περισσότερο την ήδη ταραγμένη θάλασσα. Οι παρεμβάσεις Καραμανλή και Βενιζέλου, με την σκληρή κριτική τους για τη θεσμική λειτουργία των τελευταίων χρόνων, έχουν πληθώρα ευήκοων ακροατών. Δεν εμφανίζονται ως αποστρατευμένοι παρατηρητές. Μιλούν σαν άνθρωποι που γνωρίζουν τα ενδότερα μιας πολιτείας που τρίζει – και η φωνή τους, σε μια περίοδο αβεβαιότητας, ακούγεται σαν «μήνυμα 112» πριν την καταιγίδα.
Στη σκιά αυτών των εξελίξεων, ο Αντώνης Σαμαράς χαράζει τη δική του ρότα, εξετάζοντας αν θα ανοίξει νέο πολιτικό μονοπάτι. Η πιθανότητα ίδρυσης κόμματος προσθέτει νέα ρεύματα στην ήδη ταραγμένη δεξιά δεξαμενή. Ο πρώην πρωθυπουργός μετρά τον χρόνο και τον αντίκτυπο κάθε κίνησης, γνωρίζοντας ότι μια τέτοια απόφαση θα προκαλέσει ρήγματα όχι μόνο στους ψηφοφόρους, αλλά και στη λεπτή ισορροπία του συντηρητικού οικοσυστήματος.
Στα νερά της κεντροαριστεράς, ο Αλέξης Τσίπρας πλέει χωρίς καθαρή πυξίδα και δίχως σταθερή πορεία. Θέλει να ανεβάσει στη σκηνή έναν νέο κομματικό φορέα ικανό να αναδιατάξει το σύνολο του πολιτικού τοπίου. Το εγχείρημά του γεννά εντάσεις και ερωτήματα: μπορεί ένας παλιός πολιτικός να σχεδιάσει έναν νέο χάρτη ή θα προστεθεί απλώς στον κατακερματισμό; Πάντως η παρουσία του δημιουργεί πίεση, διαμορφώνοντας νέο ψυχολογικό τοπίο για τα κόμματα της κεντροαριστεράς, που σπεύδουν να αναπροσαρμόσουν τη θολή στρατηγική τους…
Και μέσα σε όλα αυτά, η «πολιτική Βαβέλ» συμπληρώνεται από τις αντιφατικές φωνές κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών στην εξωτερική πολιτική. Οι διακυμάνσεις στις τοποθετήσεις για τα ελληνοτουρκικά και το Ρώσο-ουκρανικό, άλλοτε σκληρές κι άλλοτε διαλλακτικές, προδίδουν όχι μόνο στρατηγικές ασυνεννοησίες αλλά και ιδιοτελείς αποκλίσεις που υπονομεύουν την (αλλοπρόσαλλη) γραμμή της κυβέρνησης.
Στο μεταξύ, η αγορά παρακολουθεί με κομμένη ανάσα. Οι καθυστερήσεις στις μεταφορές και ο φόβος για ελλείψεις ρίχνουν βαριές σκιές πάνω από προϊόντα και τιμές. Σε ένα κράτος πλήρως διαλυμένο, ο φόβος ότι οι επιτήδειοι θα εκμεταλλευτούν την αναστάτωση για να φουσκώσουν τα περιθώρια κέρδους δεν είναι καθόλου αβάσιμος. Κι όταν η οικονομική ανησυχία συναντά την πολιτική ρευστότητα, το μείγμα γίνεται εύφλεκτο.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό που θυμίζει προεκλογική ζύμωση πολύ πριν σημάνει η επίσημη ώρα. Η χώρα φαίνεται να μπαίνει σε τροχιά εξελίξεων που δύσκολα θα περιμένουν το ημερολόγιο του 2027 για να ξεδιπλωθούν.

