Νέες παρεμβάσεις στην στεγαστική κρίση από την κυβέρνηση

Toυ Μελέτη Ρεντούμη

Η συζήτηση για το στεγαστικό πρόβλημα επανέρχεται δυναμικά στο κυβερνητικό επιτελείο, καθώς η κρίση προσιτής κατοικίας πιέζει νοικοκυριά, νέους και εργαζομένους σε όλη τη χώρα απειλώντας την κοινωνική συνοχή. Με βάση τα εργαλεία που εξετάζονται διεθνώς αλλά και τα μέτρα που σχεδιάζονται για την Ελλάδα, φαίνεται ότι η κυβέρνηση αναζητά ένα πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο παρεμβάσεων που θα στοχεύει τόσο στην αύξηση της προσφοράς προσιτών κατοικιών όσο και στη δημιουργία κινήτρων για τους ιδιοκτήτες και τους κατασκευαστές.

Πιο συγκεκριμένα, η έμπνευση προέρχεται από ευρωπαϊκές πρακτικές που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές, όπως η ισπανική πολιτική παροχής υψηλών φορολογικών απαλλαγών σε ιδιοκτήτες που μισθώνουν σε προσιτές τιμές, στηρίζοντας έτσι μια νέα ισορροπία στην αγορά μισθώσεων.

Με βάση τα ελληνικά δεδομένα, η εφαρμογή αντίστοιχων κινήτρων θα μπορούσε να συνδυαστεί με ένα σύστημα υπολογισμού ενοικίων βάσει αντικειμενικών αξιών και άλλων δεδομένων, δημιουργώντας ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο τόσο για ιδιοκτήτες όσο και για ενοικιαστές.

Παράλληλα εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης ή απαλλαγής από τον δημοτικό φόρο ακινήτων για κατοικίες που διατίθενται σε καθεστώς προσιτής μίσθωσης, μια πρακτική που εφαρμόζεται στο εξωτερικό όπου οι δήμοι έχουν διευρυμένες φορολογικές αρμοδιότητες.

Στην Ελλάδα, η μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην τοπική αυτοδιοίκηση παραμένει σε εκκρεμότητα παρότι τίθενται ζητήματα αξιοπιστίας των δήμων σχεδόν σε όλη την επικράτεια, όμως η λογική της στοχοθετημένης φορολογικής ελάφρυνσης για κοινωνικά ωφέλιμες χρήσεις ακινήτων μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα.

Ωστόσο, πέρα από τα κίνητρα, η κυβέρνηση εξετάζει επίσης ρυθμιστικά εργαλεία που στοχεύουν στην αύξηση της διαθέσιμης κατοικίας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η διεθνής πρακτική επιβολής φόρου αδράνειας σε κενά ακίνητα για μακρές περιόδους, ενθαρρύνοντας την αξιοποίησή τους.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προχώρησε στην αύξηση των ορίων της Golden Visa, θέλοντας να ελέγξει τις πιέσεις που ασκούνται στην αγορά από ξένους επενδυτές σε περιοχές υψηλής ζήτησης. Το ζητούμενο είναι η εύρεση ισορροπίας μεταξύ της προσέλκυσης επενδύσεων και της προστασίας της κοινωνικής συνοχής.

Επίσης σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά επίσης την πολεοδομική πολιτική. Το βρετανικό μοντέλο, όπου οι κατασκευαστές οφείλουν να παραχωρούν συγκεκριμένο ποσοστό προσιτών κατοικιών ή να καταβάλλουν αντίστοιχη εισφορά, βρίσκεται ήδη υπό αξιολόγηση από την κυβέρνηση.

Η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος στην Ελλάδα θα μπορούσε να ενισχύσει την προσφορά νέων κατοικιών για μίσθωση σε χαμηλότερες τιμές, ωστόσο εμπεριέχει τον κίνδυνο αύξησης του τελικού κόστους κατασκευής, γεγονός που θα απαιτήσει προσεκτική μελέτη και ισορροπία στα κίνητρα και τις υποχρεώσεις.

Συμπερασματικά, τα μέτρα που εξετάζονται συνθέτουν μια πολυεπίπεδη στρατηγική για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος. Η επιτυχία τους θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα συνδυασμού φορολογικών κινήτρων, πολεοδομικών εργαλείων και ρυθμιστικών παρεμβάσεων σε μια ενιαία, συνεκτική πολιτική που θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τα νοικοκυριά.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι η κυβέρνηση διαθέτει πλέον μια σειρά από δοκιμασμένα διεθνή εργαλεία, όμως αυτό που θα καθορίσει το αποτέλεσμα είναι ο βαθμός στον οποίο θα εφαρμοστούν με συνέπεια, διαφάνεια και κοινωνική στόχευση, ώστε να αποδώσουν ένα πραγματικό και βιώσιμο απόθεμα προσιτής κατοικίας στην ελληνική κοινωνία.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός