
Του Μελέτη Ρεντούμη
Οι συνομιλίες που διαδραματίζονται στο Αμπού Ντάμπι μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, αποτελούν την πιο σοβαρή διπλωματική απόπειρα των τελευταίων ετών για τον τερματισμό ενός πολέμου που έχει εξαντλήσει στρατιωτικά, οικονομικά και κοινωνικά και τις δύο χώρες, ενώ έχει ταυτόχρονα αναδιαμορφώσει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν.
Η επιλογή ενός ουδέτερου τόπου και η άμεση εμπλοκή της Ουάσιγκτον προσδίδουν βαρύτητα στη διαδικασία, καθώς δείχνουν ότι υπάρχει πλέον η συνειδητοποίηση πως καμία πλευρά δεν μπορεί να επιτύχει απόλυτη στρατιωτική νίκη χωρίς τεράστιο και μη βιώσιμο κόστος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι προσδοκίες εστιάζουν πρωτίστως στη δημιουργία ενός πλαισίου αποκλιμάκωσης, το οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει με κατάπαυση του πυρός, ανθρωπιστικές διευκολύνσεις και σταδιακές εγγυήσεις ασφάλειας, πριν περάσει σε πιο δύσκολα ζητήματα όπως το καθεστώς των κατεχόμενων εδαφών και οι μακροπρόθεσμες εγγυήσεις για την ουκρανική κυριαρχία.
Για την Ουκρανία, η βασική επιδίωξη παραμένει η διατήρηση της κρατικής της υπόστασης και η αποτροπή μιας συμφωνίας που θα νομιμοποιεί μόνιμες εδαφικές απώλειες, καθώς κάτι τέτοιο θα υπονόμευε τόσο την εσωτερική συνοχή όσο και την αξιοπιστία της Δύσης ως εγγυήτριας της διεθνούς τάξης.
Την ίδια στιγμή, το Κίεβο γνωρίζει ότι ο παρατεταμένος πόλεμος φθείρει τις αντοχές της οικονομίας και της κοινωνίας του και ότι η δυτική στήριξη, αν και κρίσιμη, δεν είναι πολιτικά ανεξάντλητη. Από την πλευρά της Ρωσίας, οι συνομιλίες προσφέρουν την ευκαιρία να παγιώσει ορισμένα από τα στρατηγικά της κέρδη και να επιδιώξει μια συμφωνία που θα της επιτρέπει να άρει μέρος των κυρώσεων και να επαναφέρει την οικονομία της σε πιο σταθερή τροχιά, χωρίς όμως να εμφανιστεί στο εσωτερικό της ως ηττημένη δύναμη.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ, επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης της Ουκρανίας και στην επιθυμία να περιορίσουν μια σύγκρουση που απορροφά πόρους, αποσταθεροποιεί τις αγορές ενέργειας και εντείνει τον ανταγωνισμό τους με την Κίνα και τη Ρωσία σε πολλαπλά μέτωπα.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι που συνοδεύουν αυτή τη διπλωματική πρωτοβουλία είναι εξίσου μεγάλοι με τις προσδοκίες. Το γεγονός ότι η Ρωσία προχώρησε ήδη σε ένα μεγάλο πλήγμα κατά των ενεργειακών υποδομών του Κιέβου και του Χάρκιβου, προκαλώντας εκτεταμένες διακοπές ρεύματος και επιδεινώνοντας τις συνθήκες ζωής των αμάχων εν μέσω χειμώνα, υπονομεύει το κλίμα εμπιστοσύνης και ενισχύει την καχυποψία ότι η Μόσχα χρησιμοποιεί τη στρατιωτική πίεση ως μοχλό διαπραγμάτευσης. Από ουκρανικής πλευράς, τέτοιες επιθέσεις εκλαμβάνονται όχι μόνο ως στρατιωτικές ενέργειες αλλά και ως πολιτικά μηνύματα, τα οποία δείχνουν ότι η ρωσική ηγεσία επιδιώκει να καθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών από θέση ισχύος.
Εκτός αυτού, στο εσωτερικό και των δύο χωρών υπάρχουν ισχυρές φωνές που αντιτίθενται σε οποιονδήποτε συμβιβασμό, θεωρώντας ότι η υποχώρηση ισοδυναμεί με προδοσία των θυσιών που έχουν ήδη γίνει, γεγονός που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια ευελιξίας των διαπραγματευτών.
Επιπλέον, η διεθνής διάσταση της σύγκρουσης περιπλέκει ακόμη περισσότερο το τοπίο, καθώς κάθε συμφωνία θα πρέπει να είναι αποδεκτή όχι μόνο από τη Μόσχα και το Κίεβο αλλά και από τους βασικούς συμμάχους τους, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να ανησυχεί για την ασφάλεια των ανατολικών της συνόρων και τις ΗΠΑ να σταθμίζουν το μήνυμα που θα στείλει μια ενδεχόμενη συμφωνία προς άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός θα μπορούσε εύκολα να καταρρεύσει αν δεν συνοδευτεί από σαφείς μηχανισμούς επιτήρησης, αξιόπιστες εγγυήσεις και μια σταδιακή, αλλά απτή, βελτίωση των συνθηκών επί του πεδίου.
Συμπερασματικά, οι τρέχουσες ειρηνευτικές συνομιλίες ανοίγουν ένα παράθυρο ευκαιρίας για αποκλιμάκωση και ενδεχόμενο τερματισμό του πολέμου, ωστόσο το παράθυρο αυτό είναι στενό και εύθραυστο, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται, η καχυποψία κυριαρχεί και τα θεμελιώδη ζητήματα παραμένουν άλυτα.
Σε κάθε περίπτωση, το αν αυτή η πρωτοβουλία θα αποτελέσει την αρχή μιας βιώσιμης ειρηνευτικής διαδικασίας ή απλώς μια ακόμη χαμένη ευκαιρία θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι εμπλεκόμενες πλευρές είναι διατεθειμένες να μετατρέψουν τη στρατιωτική αντιπαράθεση σε πολιτικό συμβιβασμό, κυρίως από την πλευρά της Ουκρανίας, νιώθοντας ότι μπορεί στον επόμενο τόνο να μην έχει την ανάλογη στρατιωτική και υλικοτεχνική υποστήριξη ούτε από τις ΗΠΑ αλλά ούτε και από την αμήχανη και γραφειοκρατική ΕΕ στα πλαίσια των δικών της εσωτερικών αγκυλώσεων.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

