«Νεοφιλελευθερισμός» και «παγκοσμιοποίηση»

Του Πέτρου Μηλιαράκη*

Είναι δεδομένο ότι ο «νεοφιλελευθερισμός» αφορά την κρατούσα ιδεολογία της παγκόσμιας «οικονομικής και πολιτικής ελίτ» σε καθεστώς «παγκοσμιοποιημένης οικονομίας», «μεταδημοκρατίας» και «μετανεωτερικότητας».

Στο ερώτημα δε «ποια» είναι η σχέση του «νεοφιλελευθερισμού» με την «παγκοσμιοποίηση» και εάν η σχέση αυτή συμβιβάζεται με τα συμφέροντα και δικαιώματα της κοινωνίας ή εάν η σχέση αυτή εξυπηρετεί αποκλειστικώς συγκεκριμένα συμφέροντα μιας παγκόσμιας «οικονομικής και πολιτικής ελίτ», χρήσιμα είναι τεθούν υπ’ όψιν τα παρακάτω. 

Ωστόσο, επειδή για το θέμα που καταγράφεται εδώ έχουν γραφεί ολόκληρα συγγράμματα, ζητώ την υπομονή του αναγνώστη για όσα «συμπυκνώνονται» στο παρόν κείμενο. Εύχομαι δε το κείμενο μου αυτό να μην είναι κουραστικό

ΤΟ «ΑΣΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ»  ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΔΙΠΟΛΟ: «ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ» – «ΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΣ»

Σε απάντηση του δίπολου: «Μαρξισμός»-«Κεϋνσιανισμός» ή «σοσιαλισμός»-«καπιταλισμός», ο σύγχρονος «Δυτικός Κόσμος» θέσπισε τη δομή και τις πρόνοιες του «αμιγώς αστικού κράτους». Δηλαδή, ενός κράτους με καπιταλιστική οικονομία και με αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Χωρίς πολλές περιγραφές αυτό είναι και το σύγχρονο Ελληνικό Κράτος. Αυτό το κράτος, άλλωστε, ίδρυσε και το «μεταπολιτευτικό Σύνταγμα» της Ελληνικής Δημοκρατίας. 

Το «αστικό κράτος» θεσπίζει δικαιώματα, πολλά των οποίων εντάσσονται στο σκληρό πυρήνα –μη αναθεωρητέο, συνταγματικών κανόνων και προσδιορίζουν σε μέγιστο βαθμό τον πολιτισμό που πρέπει να χαρακτηρίζει όχι μόνο τις σχέσεις του κράτους προς τον πολίτη, και του πολίτη προς το κράτος, αλλά και των πολιτών μεταξύ τους. 

Στο πλαίσιο αυτό του «αστικού κράτους», το «επιφαινόμενο» είναι η «ελεύθερη οικονομία» με «παρεμβατικό», όμως, «κράτος» που ασφαλώς δεν αφορά δομή «σοσιαλιστικού κράτους», ούτε καν αφορά σχέσεις παραγωγής μιας σοσιαλιστικής διαδικασίας. 

Ο  «ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ» ΑΝΤΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ «ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΚΟ ΑΣΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ»

Ως προς την «ελεύθερη οικονομία» σε δημοκρατικές συνθήκες λειτουργίας, με την επικράτηση των δογμάτων του «νεοφιλελευθερισμού» συμβαίνουν τα αντίθετα απ’ ό,τι θεσπίζει το κατά συνθήκη «αστικό κράτος». Αντί του «παρεμβατικού κράτους», η εξ’ αρχής αναγνωρισμένη ως αξίωμα «ελεύθερη οικονομία»: α) λειτουργεί πλέον στο επίπεδο των διαδικασιών «άυλου χρήματος» στην εποχή «μετανεωτερικότητας» των  κοινωνικών και πολιτικών τεκταινόμενων του Δυτικού Κόσμου, και παραλλήλως β) υποκύπτει στις συνθήκες των καινοτομιών της «ψηφιακής» κοινωνίας σε διεθνές επίπεδο. Στο επίπεδο δε της «κεντρικής πολιτικής», αντί η «οικονομία» στα όρια της ελευθερίας του αστικού κράτους να υποτάσσεται στην πολιτική, αντιθέτως μια «πολιτική και οικονομική ελίτ» υποτάσσει την πολιτική στην «οικονομική ολιγαρχία».  Αυτός είναι ο ορισμός της «μεταδημοκρατίας». 

Περαιτέρω τα κοινωνικά δικαιώματα και η ύφεση της οικονομίας αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα του «μη παρεμβατικού κράτους», δηλαδή της αποφυγής των δημοσίων δαπανών.

Για τα κοινωνικά δικαιώματα όμως θα γίνει αναφορά στο τέλος του κειμένου, γιατί πρέπει να έχουν προηγηθεί άλλες καταγραφές.

ΟΥΤΕ Ο ΜΑΡΞ, ΟΥΤΕ Ο ΚΕΥΝΣ… ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑ ΝΟΥ…

Υπό τις συνθήκες εμφάνισης και επικράτησης του «νεοφιλελευθερισμού» κρίνονται τόσο η θεωρία που έχει διατυπώσει ο Μαρξ για τις «παραγωγικές δυνάμεις», τις «παραγωγικές σχέσεις», το «κεφάλαιο» και την «υπεραξία», όσο και η θεωρία που αφορά στον Κέυνς,για το «παρεμβατικό κράτος». 

Ειδικότερα ως προς τον Κέυνς και τον «Κεϋνσιανισμό» (που αποτελούσε το αντίπαλο δέος στο «Μαρξισμό»), η «παρεμβατική πολιτική» δεν είναι τίποτα περισσότερο από την «προστασία» της καπιταλιστικής οικονομίας, ιδίως σε συνθήκες ύφεσης.

Υπ’ όψιν ότι ο Κέυνς(1) υποστήριξε: (α) ότι η δραστική τόνωση της συνολικής ζήτησης είναι αναγκαία από το δημόσιο τομέα για να επιτευχθεί η μακροοικονομική ισορροπία, (β) ότι στον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό δεν υπάρχει τίποτα που να εγγυάται την αυτόματη επίτευξη πλήρους απασχόλησης και, εν τέλει, (γ) ότι για να επιτευχθεί το εισόδημα της πλήρους απασχόλησης, όταν η οικονομία είναι σε ύφεση, απαιτείται η αύξηση των δημοσίων δαπανών. 

Ούτε ο Μαρξ όμως, αλλά ούτε και ο Κέυνς, όταν διατύπωναν τις θεωρίες τους, είχαν κατά νου ότι σε επόμενη φάση της ιστορίας της οικονομίας και του δικαίου που θεσπίζει η οικονομία ή θεσπίζεται για την οικονομία δεν θα γινόταν αναφορά στην «παραγωγή αγαθών» ή στο «κεφάλαιο» , αλλά στον «καπιταλισμό χωρίς κεφάλαιο». Αυτό τον «καπιταλισμό χωρίς κεφάλαιο» θα τον δούμε αμέσως παρακάτω. 

Ωστόσο, ας αναφερθούμε λίγο πριν: α) στη «Σχολή του Σικάγο» και β) στην «ιστορική πορεία της παγκοσμιοποίησης».

Η «ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟ» ΚΑΙ Ο «ΑΦΕΛΗΣ ΚΕΥΝΣΙΑΝΙΣΜΟΣ»!

Με βάση τα προαναφερόμενα, ας εστιάσουμε λίγο σε τούτο: στο «τι» ακυρώνει τον «Κεϋνσιανισμό». Τον «Κεϋνσιανισμό» ήρθε να ακυρώσει η «Σχολή του Σικάγο». Ενταύθα γίνεται αναφορά στον επικεφαλής της Σχολής αυτής, στον με Βραβείο Νόμπελ τιμηθέντα  Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman), ο οποίος από καθέδρας απεκάλεσε «αφελή τον Κεϋνσιανισμό»(!) και εισήγαγε στη μακροοικονομική πολιτική το «μονεταρισμό», που αποτελεί το προοίμιο του «νεοφιλελευθερισμού».

 Ο Φρίντμαν που ήταν οικονομικός σύμβουλος του ρεπουμπλικανού Προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέηγκαν (Ronald Reagan) εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη την «πολιτική φιλοσοφία των πλεονεκτημάτων ενός οικονομικού συστήματος ελεύθερης αγοράς με ελάχιστη παρέμβαση». 

Έτσι, από τη «Σχολή του Σικάγο»: α) ακυρώνεται το «παρεμβατικό κράτος» του Κέυνς, β) δεν απαιτείται αύξηση των δημοσίων δαπανών σε περίπτωση οικονομικής ύφεσης και γ) εξ αντικειμένου ευνοείται ο «ανεξέλεγκτος καπιταλισμός»!

Αυτά ακριβώς αξιοποίησε η Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher) ακολουθώντας πιστά τις θεωρίες του οικονομικού μέντορά της Μίλτον Φρίντμαν, θέτοντας σε εφαρμογή πρόγραμμα μαζικών ιδιωτικοποιήσεων, με βασικό στόχο τον περιορισμό έως και την «εξαφάνιση» του Δημοσίου. 

Σε αυτό το σύστημα πολιτεύεται και σήμερα η «ελίτ των Βρυξελλών»: α) με το να επιβάλει «δημοσιονομική πειθαρχία», β) με το επιμένει σε περιοριστική πολιτική, γ) με το να παραπέμπει για τη ρευστότητα της δημόσιας οικονομίας, το δανεισμό του κράτους από τις «λεγόμενες αγορές» και δ) με το να επιτάσσει λιγότερο κράτος!

«ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ» ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ»

1. Η περί την «παγκοσμιοποίηση» συζήτηση, δεν αφορά στους καιρούς μας μόνο. Αυτό είναι το μεγάλο λάθος που παραγνωρίζεται από πολλούς. Η «παγκοσμιοποίηση» αρχίζει να απασχολεί ως φαινόμενο τη διανόηση  από τον 19ου αιώνα, με τον όρο: «ιμπεριαλισμός». 

2. Το έργο του Β.Ι.Λένιν που αφορά στον «ιμπεριαλισμό», το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Ζυρίχη το 1916, δεν είναι «τίποτα διαφορετικό»  από την καταγραφή της «παγκοσμιοποίησης» της τότε εποχής(2). Υπ’ όψιν δε ότι ο Λένιν στο έργο του αυτό αναφέρεται στην αμερικανική, αγγλική, γαλλική και γερμανική βιβλιογραφία της εποχής!

Με το έργο του αυτό ο Λένιν καταγράφει: α) τον εδαφικό διαμερισμό της Γης ανάμεσα στα μεγαλύτερα κεφαλαιοκρατικά κράτη, β) την πολιτική εξαγωγής κεφαλαίων και εμπορευμάτων και γ) τη  συνένωση των μονοπωλίων, που προέβησαν στη διανομή του τότε Κόσμου. 

3. Συνεπώς, ο όρος «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι σημερινός. Απλώς επιτηδείως, «αντικαθιστά»  τον όρο: «ιμπεριαλισμός». Η αντικατάσταση δε του όρου έχει ιδιαίτερη σκοπιμότητα. Ο «ιμπεριαλισμός» είναι όρος της «Μαρξιστικής» θεωρίας. Εάν, συνεπώς, οι Σχολές Σκέψης (think tanks) του «νεοφιλελευθερισμού» ομιλούσαν για «ιμπεριαλισμό», θα νομιμοποιούσαν τον όρο της «Μαρξιστικής» θεωρίας. Έτσι, γίνεται η χρήση του όρου «παγκοσμιοποίηση» ως εάν ο όρος αυτός, για πρώτη φορά, απασχολεί την οικονομία, την κοινωνιολογία, την πολιτική επιστήμη και τη νομική.

Σε κάθε περίπτωση, η «παγκοσμιοποίηση» αφετηρία της έχει τις ανακαλύψεις-εφευρέσεις του ανθρώπου, εξαιτίας των οποίων οι ανθρώπινες κοινωνίες και τα οργανωμένα κράτη ήρθαν εγγύτερα μεταξύ τους. Κύριες εφευρέσεις που εξώθησαν τον άνθρωπο από την απομόνωση, είναι:

α. οι δυναμοηλεκτρικές μηχανές το 1867, 

β. οι κινητήρες εσωτερικής καύσης το 1877, 

γ. η ανακάλυψη του τραμ το 1879, 

δ. η ανακάλυψη της πετρελαιομηχανής το 1891 

ε. το αεροπλάνο το 1903, 

στ. η τηλεόραση από το 1930 και

ζ. οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές από το 1943.

4. Η «παγκοσμιοποίηση» αφορά πολιτικό και οικονομικό «όρο» της τελευταίας εικοσαετίας και, όπως έχει προεκτεθεί, επινοήθηκε(!) για να αντικαθιστά τον καθιερωμένο όρο του «ιμπεριαλισμού».

Υπ’ όψιν δε ότι περί το 1890 ο όρος «ιμπεριαλισμός» απέδιδε την βρετανική αντίληψη περί αποικιών της (τότε) «Βρετανικής Αυτοκρατορίας», ενώ παραλλήλως απέδιδε και την πολιτική ελέγχου της Ηπειρωτικής Ευρώπης στα εδάφη της Ασίας και κυρίως της Αφρικής, καθώς και την (τότε) επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ επί των Φιλιππίνων και  της Λατινικής Αμερικής. 

5. Στις παρούσες συνθήκες του «νεοφιλελευθερισμού» υπάρχουν κράτη, στα οποία δυστυχώς περιλαμβάνεται και η Ελλάδα, που χαρακτηρίζονται με όρους «αποικιακής εξάρτησης». Ειδικότερα, κατά το μέρος που αφορά στη χώρα μας και την εδαφική επικράτειά της, σημαντικά δίκτυα της χώρας, που αφορούν αεροδρόμια-λιμάνια-σιδηροδρόμους, είναι δεδομένο ότι τελούν υπό την κατοχή αλλότριων δυνάμεων, ενώ η χώρα είναι υποθηκευμένη και τελεί υπό το βάρος επαχθών δανείων και επικυρίαρχων δανειστών, οι οποίοι και εποπτεύουν την οικονομική της πολιτική. 

Ας εστιάσουμε όμως τώρα στο μέρος που αφορά τον «καπιταλισμό χωρίς κεφάλαιο».

Ο «ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ»

Ο όρος «καπιταλισμός χωρίς κεφάλαιο» προφανώς δεν είναι δικός μου. Τον υποστηρίζει στην παγκόσμια βιβλιογραφία ένας σημαντικός πολιτικός του Εργατικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας (Ηνωμένου Βασιλείου), αυτός που διαχειρίστηκε κυρίως την κρίση του 2018, όταν η παγκόσμια οικονομία είχε φτάσει σε απόκρημνη κατάσταση(3)

Αναφέρομαι στον Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown), τον τέως πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος στο ιστορικό του βιβλίο «Πέρα από το Κραχ», στη σελίδα 83 και επ. αναφερόμενος  στην κρίση του «όλου συστήματος» αναπτύσσει το δοκίμιο που αφορά στον «Καπιταλισμό χωρίς Κεφάλαιο» («The Problem Revealed: Capitalism without Capital»). 

Ο σημαντικός αυτός πολιτικός γράφει επί λέξει τα εξής:

«Αν το 1990 είχα πει ότι οι παγκόσμιες ροές χρήματος, οι οποίες έφταναν τότε τα 2 δις. δολάρια την ημέρα, θα διπλασιάζονταν με την αύξηση της οικονομίας, ίσως να με είχαν πιστέψει. Αν όμως είχα πει ότι οι ροές αυτές θα είχαν αυξηθεί πάνω από 2.000%, ελάχιστοι θα το θεωρούσαν πιθανό. Για την ακρίβεια, συνέβη κάτι πολύ μεγαλύτερο: οι παγκόσμιες οικονομικές ροές αυξήθηκαν κατά 6.000% και έτσι, μέχρι το 2008, η ημερήσια ροή κεφαλαίου έφτανε τα 130 δισ. δολάρια. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος έγινε παγκόσμιος, ξεπερνώντας κατά πολύ την αύξηση της υπόλοιπης οικονομίας και έγινε η μεγαλύτερη μηχανή παραγωγής χρήματος που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος.»(4)

ΙΔΟΥ Η «ΦΟΥΣΚΑ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ»…

Με τρόπο αυθεντικό και με το ατομικό και πολιτικό του κύρος, ο Γκόρντον Μπράουν καταγράφει τη «φούσκα του νεοφιλελευθερισμού», ήτοι: 6.000% αύξηση της ημερήσιας ροής χρήματος, που δεν αφορά και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική οικονομία. Η «φούσκα» αυτή προκύπτει σε καθεστώς «παγκοσμιοποιημένης-ψηφιακής οικονομίας»!..

Η σε πλανητικές διαστάσεις ροή του χρήματος υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες καθιστά άκρως προβληματική και επικίνδυνη -για την παγκόσμια οικονομία- τη «διαχείριση» και «διατήρηση» του όλου συστήματος.

ΤΟ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΕΚΤΗΜΈΝΟ» 

Έρχομαι τώρα στο ζήτημα των κοινωνικών δικαιωμάτων, στο «κοινωνικό κεκτημένο», που έχει ιδρύσει το «αστικό κράτος».

Τα κοινωνικά δικαιώματα σε μία αστική κοινωνία και οικονομία αξιώνουν «θετική κατάσταση» (status positivus). Τούτο σημαίνει ότι το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών είναι «θετικό». Δηλαδή, τα άτομα ως φορείς του δικαιώματος «απαιτούν» από το κράτος ορισμένες κοινωνικές παροχές μέσω των δημοσίων δαπανών. Επειδή, όμως, ο «νεοφιλελευθερισμός» αντιτίθεται στις δημόσιες δαπάνες, ειδικότερα όταν αφορούν κοινωνικά δικαιώματα, εξ’ αντικειμένου καταστρατηγείται η κοινωνική βάση του «αστικού κράτους». Η ανατροπή αυτών των καταστάσεων επαφίεται στο κατά πόσον η κοινωνία είναι συνειδητοποιημένη στο «τι» σημαίνει ο νεοφιλελευθερισμός και στο «τι» πρεσβεύουν οι νεοφιλελεύθεροι ως προς τα κοινωνικά δικαιώματα!

ΩΣ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ: Αν θέλουμε σε κάποια ιστορική στιγμή οι κοινωνίες να μη βρεθούν υπό το κράτος πραγματικού χάους και κραχ που αργά ή γρήγορα θα επιφέρει ο «νεοφιλελευθερισμός», ο «ανεξέλεγκτος καπιταλισμός μιας μεταμοντέρνας περιόδου της οικονομικής ιστορίας», η «φούσκα των αγορών σε ψηφιακή εποχή», η «μόχλευση των τραπεζών», αλλά και ο «υπερβολικός δανεισμός των κρατών», η παρέμβαση που μπορεί να γίνει για τη συνειδητοποίηση των πολιτών και της κοινωνίας ευρύτερα, πρέπει να εστιάζει στην αυτονόητη διαπίστωση ότι «τα πράγματα μπορεί μεν να έχουν έτσι», το ζήτημα, όμως, που εγείρεται είναι ότι: «επουδενί τα πράγματα πρέπει να έχουν και να παραμείνουν έτσι»!

Αυτή η συνειδητοποίηση είναι καθήκον(!) σε όσους στην επιστήμη και στην πολιτική είναι με το μέρος της κοινωνίας και όχι του «καπιταλισμού χωρίς κεφάλαιο»!