Οι δημοσκοπήσεις, η δημοκρατία και η παράσταση ήττας

ΦΩΤΟ: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΕΣΙΔΗΣ

Toυ Νίκου Λακόπουλου

Η εκτίμηση ψήφου της Public Issue που φέρνει την Νέα Δημοκρατία στο 39% προκάλεσε αυτή τη φορά δικαιολογημένες αντιδράσεις, όταν την ίδια μέρα η Pulse δίνει -με αναγωγή- 32%. Προφανώς, αν οι εταιρείες είχαν αξιοπιστία θάλεγε κανείς πως η κυβέρνηση είναι στον αέρα, οι αγορές να αναστατωθούν, να πάμε επειγόντως για εκλογές.

Αλλά δεν είναι έτσι. Από προηγούμενες εκτιμήσεις θα πρέπει να υπολογίζουμε πως οι εταιρείες θα πέσουν τουλάχιστο 10% έξω. Αυτή η ανυποληψία των εταιρειών δημοσκοπήσεων τις σώζει από την ευθύνη που μπορεί να είχαν για επιρροή των πολιτικών εξελίξεων, αν πράγματι μπορούσαν να επηρεάσουν καθοριστικά τα πράγματα. Τα επηρεάζουν ωστόσο όταν γίνονται υλικό για προπαγάνδα.

Προφανώς δεν μπορεί να γίνει δημοσκόπηση όταν η πλειοψηφία των ερωτωμένων δεν απαντά ή δίνει παραπλανητικές απαντήσεις. Τι δείγμα είναι αυτό που σε μια δημοσκόπηση βγάζει 4,7% προβάδισμα στη ΝΔ και στην άλλη 19;

Μια πιο προσεκτική μελέτη των δημοσκοπήσεων δείχνει πως δεν υπάρχει κανένα προβάδισμα για κανένα, αφού το κλειδί το κρατάνε οι αναποφάσιστοι και η αποχή που ενώ στις τελευταίες εκλογές ήταν 46% στις δημοσκοπήσεις εμφανίζεται 10-15. Δηλαδή ψηφίζουν κι αυτοί που τελικά θα απέχουν.

Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε σχεδόν τη μισή του δύναμη διατηρεί τις πραγματικές του δυνάμεις που ήταν 17%- όταν σε λίγες μέρες εκτοξεύτηκε στο 27% και εν τέλει στο 35. Όπως υπάρχουν και ενδείξεις ότι η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κατάφερε να μεγαλώσει την πραγματική της δύναμη παρά ελάχιστα κι ένα 77% σε μια δημοσκόπηση δηλώνει πως είναι απογοητευμένο από την …αντιπολίτευση. Άρα;

Άρα οι επόμενες εκλογές θα κριθούν στην κάλπη όπου δεν μετρά η πραγματική δύναμη, αλλά το ποσοστό- δηλαδή το πόσοι τελικά θα συμμετέχουν. Πιθανόν αυτό θα έπρεπε να είναι το ερώτημα των δημοσκόπων συν το το τι θα κάνουν οι περίφημοι «αναποφάσιστοι» που δεν θα κατανεμηθούν αναλογικά στα κόμματα, αλλά η μεγάλη τους δύναμη θα πάει τελευταία στιγμή με τον νικητή- που εκείνοι θα ορίσουν.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι στις τελευταίες εκλογές ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε κοντά στις 350.000 ψήφους- ένα ολόκληρο κόμμα- που δεν πήγαν οι μισοί στη Λαϊκή Ενότητα, αλλά σπίτι τους- πήρε το ίδιο ποσοστό κι έκανε κυβέρνηση γιατί είχε αντίστοιχη αποχή και η Νέα Δημοκρατία.

Αυτό σημαίνει πως οι εκλογές δεν θα κριθούν από όσα δείχνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις -που δείχνουν τη ΝΔ να πιάνει ταβάνι, αλλά από το κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει την ψήφο όσων έχει χάσει -που στην πλειοψηφία τους δεν φαίνεται να έχουν πάει αλλού- πού αλλού άλλωστε να πάνε; Η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άνοδο ενός άλλου κόμματος- κι αυτό δεν είναι το Κινάλ που καταρρέει.

Yπάρχουν κάποια ευρήματα στις δημοσκοπήσεις όμως που δεν είναι καθόλου αμελητέα. Το 35% πιστεύει ότι όλα τα κόμματα είναι εξαρτημένα από συμφέροντα. Το 40% πιστεύει ότι δεν είναι ικανοί οι αρχηγοί των κομμάτων. Όλοι οι αρχηγοί έχουν την αντιπάθεια του 53-85% των ψηφοφόρων. Δεν είναι κρίση των κομμάτων, άλλα όλου του πολιτικού συστήματος.

Περίπου δύο εκατομμύρια ψηφοφόροι απομακρύνθηκαν από την εποχή της κρίσης από την κάλπη. Αν πάρουμε υπόψη μας και την ανισοδυναμία της ψήφου, τις κλοπές των εδρών των μικρών κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής και τις επιβραβεύσεις του πρώτου με πολλαπλά μπόνους, τότε βλέπουμε πως έχουμε κυβερνήσεις που στηρίζονται σε λιγότερο από το 20% των πολιτών. Αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα;

Bλέποντας τις φοιτητικές εκλογές -που άλλοτε ήταν το βαρόμετρο των εξελίξεων- με την αποχή και την αδιαφορία- που βγάζει την ΔΑΠ πρώτη δύναμη με ποσοστά 50% (!) και κοιτάζοντας ποιοι συμμετέχουν στα συνέδρια των κομμάτων μπορούμε να συμπεράνουμε πως η πολιτική – και οι εκλογές- είναι υπόθεση μιας μειοψηφίας που ανήκει σε ηλικίες άνω των 40 ετών.

Κι αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Καθώς συζητιέται η αλλαγή του εκλογικού νόμου -με θέμα πόσες έδρες θα παίρνει κυρίως το πρώτο κόμμα- μαζί με τη συνταγματική αναθεώρηση θα μπορούσε να τεθεί από την αρχή το θέμα της πολιτικής εκπροσώπησης μιας κοινωνία που θεωρεί την πολιτική μια υπόθεση για κολλητούς, κόμματα παλαιού τύπου και γέρους.

Αλλά όλα αυτά είναι πολύ …εξτρεμιστικά για την δημοκρατία μας, που θεωρεί ότι είναι ένα σύστημα που βασικά ψηφίζεις και εκλέγεις- όσο γίνεται πιο πολύ από μακριά -αν είναι δυνατόν πια με ένα κλικ- και με βάση την παράσταση νίκης και τις δημοσκοπήσεις.

Σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία, μια άλλη πραγματική δημοκρατία, την ίδια την πολιτική, που δεν είναι θέμα εκλογών, ούτε αγώνες για τη νομή της εξουσίας, αυτή η παράσταση είναι μια παράσταση ήττας.