Οι 2 συνθήκες του Μπρεστ Λιτόφσκ, ο Brzezinski και το ΔΝΤ

Του Σωκράτη Αργύρη

History is the ship carrying living memories to the future.- Stephen Spender

Το Μπρεστ, παλαιότερα Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα είναι μια ήσυχη πόλη της Λευκορωσίας, κοντά στα σύνορα με την Πολωνία. 

Η ιστορική συγκυρία  το έφερε ώστε σ’ αυτή την πόλη να υπογράφουν δύο Συνθήκες αλλά μόνο η δεύτερη χρονολογικά «Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ», να είναι γνωστή στους περισσότερους , που έχει την υπογραφή του  Τρότσκι, ως λαϊκού επίτροπου των εξωτερικών, που είχε μεταβεί εκεί μαζί με μια σοβιετική επιτροπή [αργότερα έπεσαν όλοι θύματα του Στάλιν] και οι εκπρόσωποι των Κεντρικών Δυνάμεων στις 3 Μαρτίου 1918, [εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την υπέγραψε ο Ταλαάτ πασάς, ένας εκ της τριανδρίας των Νεότουρκων, οργανωτής της γενοκτονίας των Αρμενίων και Ελλήνων του Πόντου, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1921 στην Γερμανία από ένα Αρμένιο] , οκτώ μήνες πριν την υπογραφή της Ανακωχής του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου στις 11 Νοεμβρίου 1918. 

Πολλά έχουν γραφτεί γι’ αυτή την Συνθήκη αλλά εδώ στην χώρα μας, υποβαθμίζουμε το άρθρο 4 της Συνθήκης, για τις ολέθριες συνέπειες των πληθυσμών των περιοχών της Υπερκαυκασίας, Καρς και Αρνταχάν, με τους πολυάριθμους χριστιανικούς πληθυσμούς (κυρίως Ελληνες, Αρμένιους και Ασσυρίους), αφού μετά από σαράντα χρόνια παραμονής στα εδάφη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας παραδόθηκαν στους Οθωμανούς, συμμάχους των Κεντρικών Δυνάμεων. 

Το άρθρο 4 [IV] λέει κατά λέξη :

«Η Ρωσία θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίσει την άμεση εκκένωση των επαρχιών της Ανατολικής Ανατολίας και την κανονική επιστροφή τους στην Τουρκία.

Οι περιφέρειες Αρνταχάν, Καρς και Βατούμ εκκενώνονται επίσης χωρίς καθυστέρηση από τα ρωσικά στρατεύματα. Η Ρωσία δεν θα παρεμβαίνει στην αναδιοργάνωση των δικαιϊκών και διεθνών νομικών σχέσεων αυτών των περιφερειών, αλλά θα αφήσει στον πληθυσμό αυτών των περιφερειών την αναδιοργάνωση σε συμφωνία με τα γειτονικά κράτη, κυρίως την Τουρκία. 

Ίσως υπέγραψαν εσπευσμένα αυτή την Συνθήκη οι Σοβιετικοί, γιατί μπορεί να ηχούσε στα αυτιά του Λένιν αυτό που έλεγε ο Μπίσμαρκ στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, πως «όταν διαπραγματεύεται ένας ανίσχυρος με έναν ισχυρό, πρέπει να δεχτεί αμέσως την πρώτη προσφορά του. Διότι η δεύτερη θα είναι χειρότερη», γιατί αν και οι συνομιλίες είχαν ξεκινήσει από τον Δεκέμβρη του 1917, σχεδόν αμέσως μετά την επανάσταση του Οκτώβρη (που έγινε τον Νοέμβριο με το νέο ημερολόγιο) και ενώ το σύνθημα για τους μπολσεβίκους ήταν «Ειρήνη άνευ προσαρτήσεων, άνευ αποζημιώσεων», αλλά όσο περνούσε ο καιρός των διαπραγματεύσεων, οι Κεντρικές Δυνάμεις τους έβαζαν πιο σκληρούς όρους, που τελικά κατέληξε στο αντίστροφο, γιατί πέρα των εδαφών που παραχώρησαν, σε ξεχωριστή Συνθήκη τον Αύγουστο του 1918 η Γερμανία ζήτησε  και πληρωμή αποζημίωσης έξι δισεκατομμυρίων χρυσών μάρκων (2.970 χρυσά μάρκα αντιστοιχούσαν σε ένα γραμμάριο καθαρού χρυσού), για περιουσίες που είχαν απαλλοτριώσει στα «εδάφη τους» η σοβιετική ηγεσία από την αρχή της Επανάστασης. 

Ένα όμως μήνα πριν την υπογραφή της γνωστής αυτής Συνθήκης, στις 9 Φεβρουαρίου 1918, είχε προηγηθεί ηυπογραφή μιας άλλης όχι πολύ γνωστής, η Συνθήκη Ειρήνης του Μπρεστ – Λιτόφσκ της Ουκρανικής Εθνικής Δημοκρατίας και των Κεντρικών Δυνάμεων, 

μια Συνθήκη που ονομάστηκε επίσης ως «Ειρήνη έναντι Άρτου»

[ Brotfrieden, στα γερμανικά] και χωρίς οι Κεντρικές Δυνάμεις να ζητήσουν να προσαρτήσουν εδάφη της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας, εξασφάλισαν την υποστήριξη στην τροφοδοσία τους έναντι στρατιωτικής προστασίας και συγχρόνως αναγνώριση της Ουκρανίας ως  ουδέτερο κράτος. 

[Οι Συνθήκες αυτές καταργήθηκαν αργότερα με τους όρους της Ανακωχής της 11 Νοεμβρίου 1918 και με την Συνθήκη των Βερσαλλιών με το άρθρο 116*. 

*Article 116

Germany acknowledges and agrees to respect as permanent and inalienable the independence of all the territories which were part of the former Russian Empire on August 1, 1914.

In accordance with the provisions of Article 259 of Part IX (Financial Clauses) and Article 292 of Part X (Economic Clauses) Germany accepts definitely the abrogation of the Brest-Litovsk Treaties and of all other treaties, conventions, and agreements entered into by her with the Maximalist Government in Russia.

The Allied and Associated Powers formally reserve the rights of Russia to obtain from Germany restitution and reparation based on the principles of the present Treaty.

[Οι Συνθήκες του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρες. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη και έδιναν δικαιώματα διεκδίκησης επανορθώσεων από την Γερμανία. [Η ΕΣΣΔ αργότερα με την Συνθήκη του Ραπάλλο το 1922 αποποιήθηκε των επανορθώσεων  από την Γερμανία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με την συνθήκη αυτή ακολούθησε ένα μυστικό «παράρτημα», που υπογράφηκε στις 29 Ιουλίου 1922. Σύμφωνα με αυτό, η ΕΣΣΔ επέτρεπε στην Ράιχσβερ να εκπαιδεύει το στρατιωτικό της δυναμικό σε περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης (και φυσικά σε όπλα που ήταν απαγορευμένα στη Γερμανία από την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε η δυνατότητα στη Γερμανία να καταστρατηγήσει τον ανάλογο όρο της Συνθήκης. Πολλά μελλοντικά στελέχη της Ναζιστικής Βέρμαχτ είχαν εκπαιδευτεί στην ΕΣΣΔ.]  

Συνέπεια της Συνθήκης του Φεβρουαρίου μεταξύ της Ουκρανικής Εθνικής Δημοκρατίας και των Κεντρικών Δυνάμεων ήταν να ξαναρχίσουνοι εχθροπραξίες στις 18 Φεβρουαρίου 1918 με συνέπεια σε λίγες μέρες, τις βαλτικές χώρες, τη Λευκορωσία και το σύνολο σχεδόν της Ουκρανίας οι Κεντρικές Δυνάμεις να τις έχουν  καταλάβει. [σχετικός χάρτης]

Πράγμα που δημιούργησε τον αιτιώδη σύνδεσμο να αναγκάσει τον Λένιν να υπογράψει την δεύτερη Συνθήκη  τον Μάρτιο που αναφέραμε παραπάνω και που περιλάμβανε  μεταξύ των όρων :

Παράδοση στις Κεντρικές Δυνάμεις της Καρελίας, της Λιθουανίας και της Πολωνίας.

Εκκένωση υπό των ρωσικών στρατευμάτων της Λετονίας, της Εσθονίας, της Φινλανδίας και των νήσων Ώλαντ.

Εκκένωση της Ουκρανίας και αναγνώριση υπό των Ρώσων της πρότερης συνθήκης Κεντρικών Δυνάμεων και Ουκρανίας που είχε συνομολογηθεί, πριν ένα μήνα, με τις Κεντρικές Δυνάμεις (από 9 Φεβρουαρίου του 1918) και παράδοση της Υπερκαυκασίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Εδώ να αναφέρουμε ότι ο Τρότσκι είχε γεννηθεί, στην Ουκρανία, στο χωριό Bereslavka. Το χωριό έχει πληθυσμό 139 κατοίκους σήμερα. 

Ας δούμε όμως συνοπτικά όσο γίνεται, την Ιστορία  της Ουκρανίας που πάλι και σήμερα βρίσκεται σε μια εμπόλεμη κατάσταση. 

 Η Ουκρανία έχει ένα ιστορικό παρελθόν όπου βλέπουμε ότι ποτέ σχεδόν ο λαός της απόλαυσε την αυτοδιάθεση, γιατί αν και ήταν το πρώτο ανατολικό σλαβικό κράτος και αναδείχθηκε σε ισχυρό έθνος κατά τον Μεσαίωνα, μέχρι να διαλυθεί το 12ο αιώνα, αλλά ως τα μέσα του 14ου αιώνα τα σημερινά εδάφη της Ουκρανίας βρίσκονταν υπό την κυριαρχία τριών εξωτερικών δυνάμεων: της Χρυσής Ορδής [ήταν ένα κομμάτι της μογγολικής Αυτοκρατορίας, το οποίο κατάφερε να επεκταθεί και να φτάσει, όπου και ανακόπηκε η προέλασή της, μέχρι τη Κεντρική Ευρώπη], του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας και του βασιλείου της Πολωνίας. Μετά τον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο (1700-1721) τα εδάφη διαμελίστηκαν μεταξύ των γειτονικών δυνάμεων και, από το 19ο αιώνα και μετά, το μεγαλύτερο μέρος τους ενσωματώθηκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία, με το υπόλοιπο να περιέρχεται υπό τον έλεγχο της Αυστροουγγαρίας. Τι είχε συμβεί όμως πριν την υπογραφή  της Συνθήκης που υπέγραψε η Ουκρανική Εθνική Δημοκρατία και πώς αυτή προέκυψε?

Στα μέτωπα του  Α’ παγκόσμιου πολέμου περίπου 3 εκατομμύρια από τους Ουκρανούς πολέμησαν με τον στρατό της Ρωσίας, και πάνω από 250.000 με τις αντίπαλες δυνάμεις της Αυστροουγγαρίας. 

Στις 17 Μαρτίου 1917, πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι εκπρόσωποι των διαφόρων ουκρανικών πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών, και επαγγελματικών οργανώσεων συγκεντρώθηκαν στο Κίεβο και διαμόρφωσαν την ουκρανική Κεντρική Ράντα, ως ένα ουκρανικό αντιπροσωπευτικό σώμα. Ένα σημαντικό γεγονός στην πρώτη φάση του ουκρανικού αγώνα για την Ανεξαρτησία (1917-1920) ήταν το ουκρανικό Εθνικό Κογκρέσο, το οποίο συγκλήθηκε από την Κεντρική Ράντα στο Κίεβο, από 19-21 Απρίλιος 1917, το οποίο αναγνώρισαν, ως «υπέρτατη εθνική αρχή» και απαίτησαν την αυτονομία της Ουκρανίας, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, καθώς και τη συμμετοχή των ουκρανών εκπροσώπων σε μια μελλοντική ειρηνευτική διάσκεψη. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, όλες οι τσαρικές απαγορεύσεις σχετικά με την ουκρανική γλώσσα και τον πολιτισμό της Ουκρανίας καταργήθηκαν. Οι περισσότερες όμως μη – ουκρανικές πολιτικές οργανώσεις ήταν εχθρικές στην ιδέα της ουκρανικής αυτονομίας, πόσο μάλλον της ανεξαρτησίας. Οι ουκρανικό – ρωσικές σχέσεις συνέχισαν να επιδεινώνονται, όπως και οι οικονομικές συνθήκες, η στρατιωτική πειθαρχία του νόμου και της τάξης, καθώς και η κατάσταση στο μέτωπο. Το Δεκέμβριο του 1917 οι ηγέτες της Κεντρικής Ράντα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μια χωριστή Συνθήκη Ειρήνης με τις Κεντρικές Δυνάμεις και τη Γερμανική στρατιωτική βοήθεια, ήταν ο μόνος τρόπος για να διασωθεί η Ουκρανική Εθνική Δημοκρατία. Δεδομένου ότι μόνο ένα ολοκληρωμένο ανεξάρτητο κράτος θα μπορούσε να συνάψει μια διεθνή συμφωνία, στις 25 Ιανουαρίου του 1918, η Ράντα έκδοσε την τέταρτη Οικουμενική Διακήρυξη με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας και τον Φεβρουάριο υπέγραψαν την δική τους Συνθήκη, όπως είδαμε με τις Κεντρικές Δυνάμεις. 

Αλλά εδώ να σημειώσουμε ότι η Αντάντ τελικά ήταν εχθρική προς την ανεξαρτησία της Ουκρανίας μετά τον πόλεμο, που αργότερα έγινε μέρος της ΕΣΣΔ. 

Γιατί «… Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας, προορισμένη στο να καταναγκάσει τον αντίπαλο να εκτελέσει τη θέλησή μας, είναι μια απλή συνέχιση της πολιτικής μ’ άλλα μέσα… Ο πόλεμος δεν ανήκει στο πεδίο των τεχνών και των επιστημών, αλλά σε κείνο της κοινωνικής ύπαρξης. Είναι μια σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων ρυθμισμένη με το αίμα, κι είναι μόνο σ’ αυτό που διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις… » αυτά έγραφε στο κλασσικό βιβλίο του      «Περί Πολέμου» ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς το 1832, που εκδόθηκε μετά τον θάνατον του. 

Συνέχεια αυτού του βιβλίου είναι το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη «Θεωρία του Πολέμου», που εκδόθηκε το 1997 και εκεί μας εξηγεί επίσης ότι :

» Ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής υπό δύο θεμελιώδεις έννοιες. Όταν ο όρος «πολιτική» εκλαμβάνεται με την αντικειμενική του σημασία, για να χαρακτηρίσει τη διαμορφωμένη μέσα στον χρόνο ιστορικοκοινωνική φυσιογνωμία ενός συλλογικού πολιτικού υποκειμένου, τότε o πόλεμος συνεχίζει την πολιτική υπό την έννοια ότι αποτυπώνει εκ των πραγμάτων, και ανεξάρτητα από τα τρέχοντα μελήματα και βουλήματα των δρώντων προσώπων, τη φυσιογνωμία αυτή, την οποία μπορούμε να δούμε από πολλές πλευρές και, ανάλογα, να την ονομάσουμε πολιτισμική ή κοινωνική ή γεωπολιτική κατάσταση, οικονομικό ή στρατιωτικό δυναμικό κ.τ.λ. Με την υποκειμενική της σημασία, πάλι, η «πολιτική» υποδηλώνει τους σκοπούς και τις βλέψεις συγκεκριμένων προσώπων με βαρύνοντα λόγο στα πολιτικά πράγματα ενός συλλογικού υποκειμένου· τότε ο πόλεμος συνεχίζει την πολιτική ως μέσο προς εκπλήρωση αυτών των σκοπών και αυτών των βλέψεων… «

Τα  τωρινά γεγονότα στην Ουκρανία ερμηνεύονται γιατί αφορούν περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί σε κείμενα και γραφτά μεγάλων αναλυτών ήδη από την αρχή του προηγούμενου αιώνα, όταν ακόμα οι συγκρούσεις στο ευρωπαϊκό έδαφος, ήταν  διαφορά  Γαλλίας-Πρωσίας

Επειδή οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, μπορούν να θεωρηθούν ως πόλεμοι ανακατανομής της παγκόσμιας κυριαρχίας πάνω στην οικονομία όσο και στην πολιτική ισχύος αλλά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ψυχρού Πολέμου βλέπουμε να αναβιώνουν πολεμικά μέτωπα ξανά όπως τα ζήσαμε με τον πόλεμο στο Βιετνάμ ή στην Αφρική μετά την μεταπολίτευση στην Πορτογαλία. 

Την ερμηνεία θα την βρούμε πρώτα σε ένα βιβλίο που γράφτηκε στα 1902, που ουσιαστικά προβλέπει τους λόγους που συνέβησαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και τώρα βιώνουμε τις συνέπειες της πτώσης του τοίχους του Βερολίνου. 

Το βιβλίο αυτό είχε τίτλο Ιμπεριαλισμός:μία μελέτη του John Atkinson Hobson που αποτέλεσε την σκληρότερη κριτική που είχε ποτέ διατυπωθεί κατά του καπιταλισμού. Γιατί ο Μαρξ ισχυρίστηκε πως ο καπιταλισμός θα αυτοκαταστραφεί, άσχετα που έγραφε στον πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (1859) τα εξής «…οι απόψεις μου, ανεξάρτητα από το πώς θα τις κρίνει κανείς και από το πόσο λίγο συμπίπτουν με τις συμφεροντολογικές προκαταλήψεις των κυρίαρχων τάξεων, είναι το αποτέλεσμα ευσυνείδητης και μακρόχρονης έρευνας… «

ο Χόμπσον όμως υποστήριξε πως ο καπιταλισμός θα καταστρέψει τον κόσμο! Και μάλλον αυτός είναι που δικαιώνεται.

Γιατί για τον Χόμπσoν, ο  ιμπεριαλισμός είναι «η προσπάθεια των μεγάλων ρυθμιστών της βιομηχανίας να διευρύνουν το κανάλι για τη ροή του πλεονάζοντος πλούτου τους, αναζητώντας αγορές και επενδύσεις στο εξωτερικό για να απομακρύνουν τα αγαθά και το κεφάλαιο που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν στην πατρίδα τους». Έτσι το αποτέλεσμα όμως του ιμπεριαλισμού θα είναι καταστροφικό. Από την στιγμή που το κάθε έθνος προσπαθεί να κάνει το ίδιο, η σύγκρουση μοιάζει αναπόφευκτη.

Ο Τόνι Νέγκρι μαζί με τον Μάικλ Χαρντ δίνουν μια άλλη ερμηνεία για την μεταψυχροπολεμική οικονομία της κυριαρχίας, που αποκαλείται παγκοσμιοποίηση στο βιβλίο τους «Αυτοκρατορία» :

«Η βασική μας υπόθεση είναι ότι η κυριαρχία έχει λάβει μία νέα μορφή, συντιθέμενη από μία σειρά εθνικών και υπερεθνικών οργανισμών, τους οποίους διέπει μία και αυτή εξουσιαστική λογική. Αυτή η νεοφανής, παγκόσμια μορφή κυριαρχίας είναι ό,τι εμείς ονομάζουμε αυτοκρατορία. Η παρακμή της κυριαρχίας των εθνικών κρατών και η αυξανόμενη αδυναμία τους να ρυθμίσουν τις οικονομικές και πολιτισμικές ανταλλαγές αποτελεί, στην πραγματικότητα, ένα από τα κυριότερα συμπτώματα της έλευσης της αυτοκρατορίας. Η κυριαρχία του εθνικού κράτους ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος των ιμπεριαλιστικών καθεστώτων που οικοδόμησαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις κατά τους νεώτερους χρόνους. Με τον όρο αυτοκρατορία, εντούτοις, εννοούμε κάτι τελείως διαφορετικό από τον όρο ιμπεριαλισμός.(. . . ) Αντίθετα από τον ιμπεριαλισμό, η αυτοκρατορία δεν εγκαθιστά κάποιο εδαφικό κέντρο εξουσίας ούτε εξαρτάται από αμετακίνητα σύνορα και φραγμούς. Είναι ένας αποκεντρωμένος και απεδαφικοποιητικός μηχανισμός, που σταδιακά ενσωματώνει ολόκληρο τον πλανήτη στα ανοιχτά, επεκτεινόμενα σύνορά του.» 

Εδώ όμως υπάρχει μια αιτιώδης σχέση του ιμπεριαλισμού με την γεωστρατηγική  και τους πολέμους που αιματοκύλησαν τον κόσμο και συνεχίζεται και θα πρέπει να πάμε στα 1904 όπου δημοσιεύθηκε η ανάλυση του Halford Mackinder, με την θεωρία του, της «Περιοχής της Καρδιάς της Γης» (Heartland), που βασίζεται στο θέμα της ασφάλειας, εφαρμόζοντας την γεωγραφική διαίρεση της υδρογείου. Η «περιοχή της καρδιάς της Γης»[της κεντρικής περιοχής δηλαδή] (Heartland) ή «Περιοχή του Άξονα» είναι η κεντρική και πιο σημαντική περιοχή της Ευρασίας, και όποιος την κατέχει μπορεί να ελέγξει τον κόσμο. Καταλήγει προτείνοντας την πολιτική της ανάσχεσης (Containment), ώστε να εμποδιστεί η απρόσκοπτη πρόσβαση στη θάλασσα. Εφαρμόσθηκε σε εξελιγμένη μορφή κατά τη ψυχροπολεμική περίοδο (όπου είχαμε περιορισμό της τότε Σοβιετικής Ένωσης) και ισχύει σε αρκετό βαθμό μέχρι και σήμερα. 

 Στα 1919 στο έργο του  Democratic Ideals and Reality τη συνοψίζει στην κλασική έκτοτε φράση :

«αυτός που ελέγχει την ανατολική Ευρώπη ελέγχει την Ευρασία, αυτός που ελέγχει την Ευρασία ελέγχει το παγκόσμιο νησί, και αυτός που ελέγχει το παγκόσμιο νησί ελέγχει τον κόσμο».

Ένας άλλος αναλυτής της γεωπολιτικής ο Αμερικανός Nicolas Spykman, που είχε επιρρεασθεί από τον Georg Simmel, αντιδιέστειλε την ανάλυση του από αυτή του Mackinder  ως εξής: «Όποιος ελέγχει την περίμετρο κυριαρχεί στην Ευρασία. Όποιος κυριαρχεί στην Ευρασία ελέγχει τις τύχες του κόσμου».

γιατί κατ’ αυτόν η περίμετρος της Ευρασίας (Rimland) είναι πιο σημαντική. 

Έτσι η «ρήση Spykman» απετέλεσε τον προάγγελο της ευρωατλαντικής συμμαχίας  και έγινε το δόγμα ΝΑΤΟ στον ψυχρό πόλεμο.

Την πρόβλεψη του Hobson για τον Ιμπεριαλισμό και τις θεωρίες του Mackinder και Spykman για την γεωστρατηγική τις βλέπουμε να εφαρμόζονται στην Ουκρανία σήμερα, γιατί  θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά πιόνια στην μεγάλη γεωστρατηγική σκακιέρα και γι’  αυτό κτύπησαν πάλι τα τύμπανα του πολέμου σ’ αυτή την ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή της Ευρασίας, πράγμα που το ζήσαμε και εδώ στα Βαλκάνια πριν από 20 και πλέον χρόνια, με τους βομβαρδισμούς από το ΝΑΤΟ της Σερβίας το 1999,χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ. 

Δύο χρόνια  πριν, το 1997, την ίδια ημερομηνία που ο Παναγιώτης Κονδύλης εκδίδει το βιβλίο του «Θεωρία Πολέμου»,  ένας Αμερικανός καθηγητής του Harvard, διπλωμάτης και πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, ο Zbigniew Brzezinski,  γνωστός από τις σκληρές του θέσεις απέναντι της τότε Σοβιετικής Ένωσης και των διενέξεων που είχε με τον υπουργό Εξωτερικών τον Σάιρους Βανς, που διορίστηκε αργότερα από τον ΟΗΕ ως διαμεσολαβητής  για το θέμα του ονόματος της πΓΔΜ, και μάλιστα ο  Βανς είχε προτείνει ως «αμοιβαίως αποδεκτή ονομασία» το «Μακεδονία – Σκόπια» τότε, ο Zbigniew Brzezinski εκδίδει το βιβλίο του «Η Μεγάλη Σκακιέρα»  όπου παρουσιάζει το τολμηρό και προκλητικό γεωστρατηγικό όραμα του, για την εξασφάλιση της αμερικανικής υπεροχής και για τον 21ο αιώνα.

Αυτά που γράφει ο Zbigniew Brzezinski στη «Μεγάλη Σκακιέρα»  αποτελούν μέρος ενός σχεδίου που υλοποιείται σταδιακά, αλλά και με θαυμαστή ακρίβεια από την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και δεν είναι απλά μαθήματα γεωστρατηγικής ή ασκήσεις επί χάρτου, όπως ορισμένοι πανεπιστημιακοί εδώ που είτε με τα βιβλία τους είτε μέσα από πεπαλαιωμένα πανεπιστημιακά συγγράμματα προσπαθούν να διαμορφώσουν μια κοινή γνώμη που πρόσκειται απλά σε δικά τους γεωστρατηγήματα. 

Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση σχετικά με το βιβλίο του μαθητή του Φετουλάχ Γκιουλέν, του Αχμέτ Νταβούτογλου «Στρατηγικό Βάθος» που εκδόθηκε  σχετικά κοντά με αυτό του Zbigniew Brzezinski, δηλαδή το 2001, που στην αρχή όλοι έλεγαν στην Ελλάδα ότι είναι απλές ευχές του παντουρανισμού, που βλέπουμε έκτοτε να είναι η πολιτική της Τουρκίας του Ερντογάν [ ο Εμβέρ Πασάς ήταν ο θεωρητικός του Παντουρανισμού, ήταν ένας άλλος της τριανδρίας των Νεότουρκων, αντίπαλος του Κεμάλ αλλά φίλος του Λένιν και θαυμαστής του είναι ο Ερντογάν] και ενώ αυτός διακρίνει τα γεωστρατηγικά  πλεονεκτήματα της πατρίδας μας, και κατ’ ουσία σκοπός του είναι, πώς θα τα ακυρώσει με τις πολιτικές τους, άλλοι εδώ πολιτικοί και καθηγητές πανεπιστημίων μεμψιμοιρούν για την μειονεκτική μας θέση έναντι της Τουρκίας, ειδικά από την χρονιά της «πολιτικής της Μαδρίτης» και του «Ελσίνκι» .

 Ο Αχμέτ Νταβούτογλου γράφει : «Το Αιγαίο αποτελεί τον σημαντικότερο θαλάσσιο κόμβο της ευρασιατικής ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά – Νότου… Αυτή η θάλασσα – πέρασμα κατέχει μια προσδιοριστική θέση μοναδική στη γεωπολιτική, γεωστρατηγική, γεωοικονομική, γεωπολιτισμική (διεθνή) αλληλεπίδραση… Έχει μια πρώτης τάξεως στρατηγική σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και για τις παράκτιες χώρες του Εύξεινου Πόντου και για όλες τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις που έχουν ανάγκη ενός μεταφορικού και εμπορικού κόμβου… Η Κύπρος, που κατέχει παγκοσμίως κεντρική (γεωστρατηγική) θέση, βρίσκεται, μαζί με την Κρήτη, πάνω σε άξονα όπου τέμνονται (τεράστιας γεωοικονομικής και στρατηγικής σημασίας) θαλάσσιες οδοί… Μια χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατό να έχει αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί στο διεθνές πεδίο… Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοιχτό ένα Κυπριακό Ζήτημα».

Ο Zbigniew Brzezinski είναι αυτός που συνδυάζει τόσο την άποψη του Hobson όσο και των Mackinder και Spykman, αφού το δόγμα του είναι : ότι όποιος εξουσιάζει την Ανατολική Ευρώπη, κυριαρχεί στην καρδιά της Ευρώπης, όποιος εξουσιάζει την καρδιά της Ευρώπης, ελέγχει τον νησιωτικό κόσμο, και όποιος εξουσιάζει τον νησιωτικό κόσμο, ελέγχει τον πλανήτη.
Αυτό συμπληρώνει το συμπέρασμα του ότι στη τότε σύγκρουση του Ψυχρού Πολέμου της ηπειρωτικής υπερδύναμης (ΕΣΣΔ) και της ναυτικής υπερδύναμης (ΗΠΑ) νικήτρια βγήκε η δεύτερη, η οποία δεν θα πρέπει ποτέ να επιτρέψει να σηκώσει κεφάλι μία νέα ηπειρωτική υπερδύναμη (Ρωσία, Κίνα), που θα αμφισβητήσει την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ. 

Κεντρικό στοιχείο της ανάλυσης του είναι πώς οι ΗΠΑ θα ασκήσουν πολιτική ισχύος στη συμπαγή ευρασιατική εδαφική έκταση που αποτελεί την πατρίδα του μεγαλύτερου τμήματος του παγκόσμιου πληθυσμού και το χώρο όπου βρίσκονται οι περισσότεροι φυσικοί πόροι και αναπτύσσεται η σημαντικότερη οικονομική δραστηριότητα. Εκτεινόμενη από την Πορτογαλία μέχρι τον Βερίγγειο πορθμό και από τη Λαπωνία μέχρι τη Μαλαισία, η Ευρασία αποτελεί τη «μεγάλη σκακιέρα» πάνω στην οποία η πρωτοκαθεδρία της Αμερικής είτε θα αναγνωριστεί είτε θα αμφισβητηθεί τα επόμενα χρόνια. Το καθήκον της Αμερικής είναι, υποστηρίζει ο Zbigniew Brzezinski, να χειριστεί τις συγκρούσεις και τις σχέσεις στην Ευρώπη, την Ασία και τη Μέση Ανατολή, έτσι ώστε να μην εμφανιστεί καμιά αντίπαλη υπερδύναμη ικανή να απειλήσει τα συμφέροντα και την ευημερία των ΗΠΑ.

Εκεί αναφέρεται στην Ουκρανία και θεωρεί ότι το βασικό πρόβλημα της είναι ότι βρίσκεται στο σημείο συνάντησης και τριβής των τεκτονικών πλακών ΝΑΤΟ και Ρωσίας, Ορθοδοξίας και Καθολικισμού, Ρωσίας και Γερμανίας, Ανατολικού και Δυτικού πολιτισμού. Χαρακτηρίζει την Ουκρανία ως ένα από τα πέντε κράτη «Γεωπολιτικούς Άξονες» (Ουκρανία, Τουρκία, Αζερμπαϊτζάν (πρόσφατα τα ζήσαμε με την σύγκρουση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ) , Ιράν και Νότιο Κορέα), κράτη που κατά τον συγγραφέα, η σημασία τους δεν προέρχεται από τη δύναμη τους ή τα κίνητρα τους αλλά από την ευαίσθητη θέση τους και τις συνέπειες που έχει η δυνητικά ευάλωτη κατάσταση τους στη συμπεριφορά των πέντε «στρατηγικών παικτών» (Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Κίνα, Ινδία). Χαρακτηρίζει μάλιστα την Ουκρανία ως χώρα κλειδί για το μετασχηματισμό της Ρωσίας, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι χωρίς την Ουκρανία η Ρωσία παύει να είναι ευρασιατική αυτοκρατορία και μετασχηματίζεται σε κυρίως ασιατικό αυτοκρατορικό κράτος. 

Γράφει  κατά λέξη ο Zbigniew Brzezinski :

«Για την Αμερική, το κύριο γεωπολιτικό λάφυρο είναι η Ευρασία (…). Η Ουκρανία (είναι) νέος και σημαντικός χώρος στην ευρασιατική σκακιέρα, είναι γεωπολιτικός άξονας (….) αν η Ρωσία διατηρούσε τον έλεγχο της Ουκρανίας, θα μπορούσε να επιδιώξει να είναι ο ηγέτης μιας ισχυρής ευρασιατικής αυτοκρατορίας (…). Από αυτή την άποψη, η Ουκρανία είχε κρίσιμη σημασία (…) οι Αμερικανοί πολιτικοί κατέληξαν να περιγράφουν την αμερικανο-ουκρανική σχέση ως ‘’στρατηγική σχέση εταίρων’’ (…) χωρίς την Ουκρανία θα σήμαινε τελικά ότι η Ρωσία θα ‘’ασιατοποιούνταν’’ (…) . Καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ επεκτείνονται, η Ουκρανία θα είναι τελικά σε θέση να επιλέξει αν επιθυμεί ή όχι να γίνει μέλος αυτών των οργανισμών (…). Αν και κάτι τέτοιο θα χρειαστεί χρόνο,δεν είναι πολύ νωρίς για τη Δύση (…) να συνεχίσει να υποδεικνύει τη δεκαετία 2005 – 2015 ως λογικό χρονικό πλαίσιο στο οποίο θα αρχίσει η προοδευτική ένταξη της Ουκρανίας (…). Πράγματι, ο ρόλος του Κιέβου ενισχύει το επιχείρημα ότι η Ουκρανία είναι το κρίσιμο κράτος (…)». 

Το  μεγάλο ερώτημα είναι πως θα αντιδράσει η Μόσχα, καθώς χάνοντας την επιρροή της στην Ουκρανία πλήττεται σημαντικά ο ηγετικός ρόλος της στην Ευρασία, όπως διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης
Το Κρεμλίνο βλέπει πολλούς εθνοτικούς Ρώσους (22% του πληθυσμού της Ουκρανίας) να κινδυνεύουν να γίνουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε μία χώρα γεμάτη αντιρωσικό μένος.
Αισθάνεται να αμφισβητείται η θέση της Ρωσίας ως προστάτιδας των απανταχού Σλάβων, και βεβαίως να στενεύει απελπιστικά το στρατηγικό βάθος της, που την προστατεύει ιστορικά από εισβολές όπως του Ναπολέοντα, και του Χίτλερ

Για να καταλάβουμε όμως και τη Ρωσική αντίδραση θα πρέπει να δούμε όμως πώς διαμορφώθηκε και η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ. 

Ο Πριμακόφ ήταν αυτός που προώθησε και διαμόρφωσε το δικό του δόγμα, έστω και αν δεν έφερε τον χαρακτήρα ενός ξεχωριστού γραπτού ντοκουμέντου. Το δόγμα Πριμακόφ στηρίζεται πάνω στους εξής βασικούς πυλώνες. Πρώτος, ήταν η προτεραιότητα που είχαν τα ρωσικά εθνικά συμφέροντα και η άρνηση του ρόλου του «μικρότερου εταίρου» στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη Δύση ολόκληρη. Ταυτόχρονα, χωρίς να οδηγεί σε κρίση τις σχέσεις με αυτές τις χώρες. Ενώ ήταν ενάντια στην εμφάνιση νέων διαχωριστικών γραμμών στην Ευρώπη, ο Πριμακόφ ακολουθούσε μια αρνητική στάση σε σχέση με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στους χώρους του πρώην και ήδη διαλυθέντος Συμφώνου της Βαρσοβίας και των προσπαθειών μετατροπής της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας –η οποία ποτέ δεν ήταν καθολική όσον αφορά τη σύνθεσή της–, σε έναν άξονα του νέου παγκόσμιου συστήματος.    Δεύτερος, ήταν η διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου που υπήρξε μια πολυεπίπεδη έκφραση της νέας ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Όπως ακριβώς διακήρυξε ο Γ. Μ. Πριμακόφ, «σήμερα πράγματι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στον κόσμο υφίσταται μόνο μια υπερδύναμη, όμως εμείς δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στις διαδικασίες που λαμβάνουν χώραν σε άλλες περιοχές του κόσμου». Από εδώ πηγάζει και η γραμμή μιας πολύπλευρης και πλήρους ανάπτυξης των σχέσεών της Ρωσίας με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός «άξονα Μόσχας – Πεκίνου – Δελχί», οι οποίες τελικά αποτέλεσαν τη βάση για την BRICS, καθώς και η ανεξάρτητη γραμμή που ακολούθησε η Ρωσία όσον αφορά στις σχέσεις με το Ιράν, το Ιράκ και τη τότε Γιουγκοσλαβία.    Τρίτος, ήταν η συνέχιση της ένταξης και ολοκλήρωσης της Ρωσίας εντός ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου. «Δεν πήραμε, ούτε και πρόκειται να λάβουμε ή να προχωρήσουμε σε βήματα, τα οποία θα απομόνωναν οικονομικά τη Ρωσία διεθνώς» πράγμα που το βλέπουμε με την στρατηγική των αγωγών. 

Ο Θουκυδίδης είχε πει ότι “Ειρήνη είναι μια εκεχειρία σε ένα πόλεμο που είναι σε συνεχή εξέλιξη”. Ίσως αυτό να είχε στο μυαλό του ο Henri  Kissinger σε άρθρο του στην Washington Post  στις 6 Μαρτίου 2014 με τίτλο «How the Ukraine crisis ends»: «Η Δύση πρέπει να καταλάβει ότι για τη Ρωσία η Ουκρανία δεν μπορεί να είναι ποτέ απλά μία ξένη χώρα. Η ρωσική ιστορία ξεκίνησε με αυτό που ονομαζόταν Κράτος των Ρως. Η ρωσική θρησκεία εξαπλώθηκε από εκεί. Η Ουκρανία έχει υπάρξει μέρος της Ρωσίας για αιώνες και η ιστορία τους είναι συνυφασμένη. Κάποιες από τις πιο σημαντικές μάχες για τη ρωσική ελευθερία έγιναν σε ουκρανικό έδαφος. Ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας, ο ρωσικός τρόπος επίδειξης δύναμης στη Μεσόγειο, έχει βάση στη Σεβαστούπολη, στην Κριμαία. Ακόμη και γνωστοί αντιφρονούντες, όπως ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και ο Γιόζεφ Μπράντι επέμειναν ότι η Ουκρανία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ρωσικής ιστορίας και ουσιαστικά, της ίδιας της Ρωσίας».

Ο Κίσσινγκερ, πιο πραγματιστής δηλαδή, προτείνει ουσιαστικά την Φιλανδοποίηση της Ουκρανίας. Δηλαδή την πλήρη ουδετερότητα της και από τις δύο πλευρές, κάτι που θυμίζει την πρόταση των Κεντρικών Δυνάμεων στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο όπως είδαμε. 

Αυτή η λύση εξυπηρετεί και την Ρωσία για δύο λόγους. Πρώτον, μια προσάρτηση των ανατολικών επαρχιών στην Ρωσία θα πυροδοτούσε και την ανάλογη προσάρτηση της υπόλοιπης Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, πράγμα που δεν θέλει η Ρωσία. Επίσης, οικονομικά αν και η βαριά βιομηχανία βρίσκεται στην ανατολική Ουκρανία, είναι απαρχαιωμένη και θα χρειαστεί μεγάλη οικονομική βοήθεια. Το παράδειγμα της Κριμαίας είναι λίγο διαφορετικό λόγω της μεγάλης σημασίας του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας.

Η ένταση βέβαια που υπάρχει αυτή την στιγμή στην Ουκρανία οφείλεται και στη δυσάρεστη οικονομική κατάσταση της. Από τότε που πήρε το πρώτο δάνειο το  1994 των 85 εκατομμυρίων ecu από την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ) , ουσιαστικά εξαρτάται  από τον εξωτερικό δανεισμό. 

Επίσης είναι ανάμεσα στους μεγαλύτερους δανειστές του ΔΝΤ που κατά σειρά είναι : Η Αργεντινή, η Αίγυπτος, η Ουκρανία και το Πακιστάν. 

Στις 9 Ιουνίου 2020, το ΔΝΤ ανακοίνωσε  ότι το διοικητικό του συμβούλιο ενέκρινε μία νέα δανειοδοτική συμφωνία ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων και διάρκειας 18 μηνών για την Ουκρανία, προκειμένου η αναφερόμενη χώρα να βοηθηθεί στις προσπάθειες σταθεροποίησης της οικονομίας της, καθώς η οικονομική της κατάσταση έχει επιδεινωθεί από την πανδημία του κορονοϊού.

Το ΔΝΤ ανακοίνωσε τότε ότι η έγκριση της δανειοδοτικής συμφωνίας επιτρέπει στην Ουκρανία να λάβει άμεσα μία δόση οικονομικής ρευστότητας περίπου 2,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ το οικονομικό υπόλοιπο της συμφωνίας μπορεί να χορηγηθεί σταδιακά, μετά από τέσσερις αξιολογήσεις μέσα στο 18μηνο

Ωστόσο οι επόμενες δόσεις έχουν παγώσει λόγω του αργού ρυθμού στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων ειδικά εναντίον της διαφθοράς. 

Το ΔΝΤ δικαιολόγησε την μη συνέχιση καταβολής των δόσεων για την απόφαση επίσης της κυβέρνησης της Ουκρανίας που ελήφθη τον Ιανουάριο 2021, να επιβάλλει ανώτατο όριο στις τιμές του φυσικού αερίου. 

Και αφού ο δανεισμός της από το ΔΝΤ δεν θα μπορέσει να καλύψει τη τρύπα του ενός τρίτου του προϋπολογισμού και αυτό το άνοιγμα μπορεί να αυξηθεί στα 2/3 του προϋπολογισμού της, με τις  επιχειρήσεις να χρεοκοπούν, η φορολογική βάση να συρρικνώνεται, όπως και η εισροή ξένου νομίσματος από αυτούς που εργάζονται εκτός της χώρας, η μοναδική λύση που απέμεινε στην κυβέρνηση για να μειώσει  αντιδράσεις στις αντιλαϊκές πολιτικές της σκέφτηκε ότι ήρθε ο χρόνος να επαληθεύσει τον Brzezinski.