Ουκρανική κρίση: Μηχανιστική εξωτερική πολιτική της χώρας με οικονομικές επιπτώσεις

Του Γιάννη Μπράχου

Η μηχανιστική εξωτερική πολιτική της χώρας του «δεδομένου εταίρου»  λαμβάνει εύσημα, αλλά υπονομεύει τα μεσοπρόθεσμα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της χώρας. Σε αντιδιαστολή η Τουρκία και το Ισραήλ με βάθος στην εξωτερική πολιτική τους καθορίζουν τις θέσεις τους, με στόχο την διεύρυνση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής τους.

Η χώρα μας υποτιμά την ανάγκη τήρησης ισορροπιών στον τόνο των διατυπώσεων των ελληνικών θέσεων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ενώ η αποστολή αμφιλεγόμενου στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία, τραυμάτισε θανάσιμα τις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με την Ρωσία.

Στο οικονομικό πεδίο, η Ελλάδα θα αντιμετωπισθεί με επιφύλαξη αν όχι  εχθρότητα στις αγορές της Ευρασίας, ενώ γνωστή ελληνική εταιρεία εμφιάλωσης, εφοπλιστές και ενεργειακές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην Ευρασία. Όμως ούτε στην ουκρανική αγορά θα επιτευχθεί ελληνική διείσδυση, καθώς Γερμανία, Πολωνία και Τουρκία θα ευνοηθούν με τα νέα γεωοικονομικά δεδομένα. Η μόνη κερδισμένη θα είναι μέρος της ελληνικής πλοιοκτησίας με την μεταφορά του υγροποιημένου αερίου και ίσως εξηγεί τον τόνο της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

Στο διεθνές επίπεδο ενισχύεται η αντίφαση γεωπολιτικής και γεωοικονομίας. Η γεωπολιτική ουκρανική κρίση τροφοδοτεί την κρίση στα γεωοικονομικά δεδομένα.  Οι πολεμικές συγκρούσεις και οι διεθνείς κυρώσεις παράγουν γεωπολιτικά αποτελέσματα, καταστρέφουν όμως την διεθνοποίηση των οικονομιών, ενώ αναδιατάσσουν βίαια  τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η επιδείνωση των πολιτικών σχέσεων Δύσης-Ανατολής οδηγεί την ευρωπαϊκή οικονομία σε κάμψη της μεγέθυνσης και στασιμοπληθωρισμό.

Οι ισχυρότερες οικονομικές δυνάμεις στον πλανήτη ΗΠΑ και Κίνα αναμένεται να ταχθούν σύντομα υπέρ της άμβλυνσης των διεθνών οικονομικών εντάσεων, καθώς η σύνδεση των οικονομιών τους επιβάλλει την απρόσκοπτη λειτουργία των εμπορικών ροών. Η ευρωπαϊκή και ρωσική οικονομία θα υποστούν την μεγαλύτερη ζημιά, ενώ η ουκρανική οικονομία έχει πλήρως καταστραφεί με πρωτόγνωρες προσφυγικές ροές.

Η Ουκρανία μετά τον πόλεμο θα είναι κατεστραμμένη οικονομικά χώρα με τα πλούσια  κοιτάσματα και την κύρια βιομηχανική παραγωγή της Ανατολικής Ουκρανίας υπό ρωσικό έλεγχο. Το υψηλό δημόσιο χρέος θα μείνει στην Ουκρανική κυβέρνηση, ενώ οι συναντήσεις δωρητών με περιορισμένους πόρους ελάχιστα θα συνεισφέρουν στην ανοικοδόμηση των κύριων υποδομών της χώρας. Άλλωστε μόνο τυχαίο δεν είναι ότι τα αιτήματα του Προέδρου Ζελένσκι για διαγραφή του χρέους στη Δύση και το ΔΝΤ έχουν την τύχη του αιτήματος  “no fly zone», δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας στην ουκρανική οικονομία.

Η ρηχή ελληνική οικονομία με μικρό ποσοστό εξαγωγών στο ΑΕΠ, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, έμφαση στις υπηρεσίες (κυρίως τουρισμό) και στις κατασκευές, θα αντιμετωπίσει αυξημένο πληθωρισμό, περιορισμό της μεγέθυνσης και μείωση των ήδη χαμηλών απολαβών των αδύναμων και μεσαίων οικονομικών στρωμάτων.

Καθώς η ενεργειακή κρίση του 2021 επιταχύνεται με τον πόλεμο στην Ουκρανία,  θα αυξάνεται τόσο η ανισότητα μέσα στη χώρα, όσο και η απόκλιση της ελληνικής από τις ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες.

Οι επιπτώσεις από την ενεργειακή κρίση στην ευρωπαϊκή οικονομία θα είναι σημαντικές και οι προτάσεις της ΕΕ για κοινό δανεισμό, προκειμένου να ενισχυθούν με νέα δάνεια οι χώρες, για την επέκταση των αμυντικών δαπανών και την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, συνιστούν επεκτατική πολιτική κατ’ αναλογία της ενεργειακής κρίσης του 1970.

Τα ευρωπαϊκά μέτρα θα έχουν μικρότερη επίδραση στην οικονομία μας, σε αντιδιαστολή με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, λόγω υψηλού δημόσιου χρέους και απουσίας αμυντικής βιομηχανίας. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια θα μετατραπούν σε επιδόματα ή αναθέσεις χάριν του πελατειακού συστήματος, όπως συνέβη με τα κονδύλια της πανδημίας.

Οι χρονοκαθυστερήσεις του ευρωπαϊκού μηχανισμού παρέμβασης περιορίζουν την θετική αντίδραση της οικονομίας μας, περιορίζοντας την σημασία των παρεμβάσεων λόγω δημοσιονομικών δεδομένων. Υπενθυμίζεται ότι μετά από δύο χρόνια το Ταμείο Ανάκαμψης εκταμίευσε την πρώτη δόση των κονδυλίων για την πανδημία στην Ελλάδα, τα οποία ανέμενε διακαώς η ελληνική οικονομία.

Η εξαίρεση των δαπανών άμυνας και ενέργειας από το πρωτογενές αποτέλεσμα του προϋπολογισμού δεν θα βελτιώσει σημαντικά την θέση της χώρας, καθώς τα νέα δάνεια θα ενσωματώνονται στο χρέος.

Το αντίδοτο είναι η επαναφορά του προγράμματος επαναγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατά το πρότυπο της πανδημίας, το οποίο λήγει 31 Μαρτίου 2022, προκειμένου να συγκρατηθούν τεχνητά χαμηλά τα επιτόκια.

Το δίλημμα της ΕΚΤ είναι η πυροδότηση του πληθωρισμού, με τα χαμηλά επιτόκια να τιμωρούν τους αποταμιευτές, να μειώνουν τα πραγματικά εισοδήματα και να αυξάνουν τις χρηματιστηριακές αποδόσεις ή η συσταλτική νομισματική πολιτική. Η μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων θα μειώσει με την σειρά της την κατανάλωση, περιορίζοντας την μεγέθυνση της οικονομίας.

Η μηχανική αυτή της ευρωπαϊκής οικονομίας θα είναι εντονότερη στην ελληνική, καθώς η χώρα μας σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, είναι σε συνεχή οικονομική κρίση επί 13 έτη με επιδεινούμενη ανταγωνιστική θέση, παρά τις συνεχείς μειώσεις του κόστους εργασίας.

Υπό το οικονομικό πρίσμα, η πρωτοβουλία αποστολής στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία, πέραν των υποχρεώσεων μας ως μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, υπονομεύουν την διεθνοποίηση της ελληνικής οικονομίας ιδιαίτερα στην Ευρασία.


Οικονομολόγος -πρώην Γενικός Γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων Υπουργείου Εξωτερικών.