
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Στην άκρη ενός ελληνικού κάμπου, εκεί όπου τα χωράφια ξεραίνονταν κι οι ελιές έμεναν αμάζευτες, ζούσαν πολλά κουνέλια. Φοβισμένα έψαχναν ψίχουλα στις άκρες του δρόμου, ώσπου φάνηκε ένας λαγός. Με γρήγορο τρέξιμο κι εξυπνάδα είχε ξεφύγει από τα σκυλιά του κυνηγού, κι όλοι πίστεψαν πως θα τους οδηγήσει σε τόπους με ασφάλεια και χορτάρι.
Μα λίγοι ήξεραν πως ο λαγός είχε βρει τον τρόπο του με τον ίδιο τον κυνηγό: τον χαιρετούσε από μακριά κι εκείνος έκλεινε το μάτι, αφήνοντάς τον να περνά. Έτσι ο λαγός έδειχνε στα κουνέλια πως ξέρει τα μονοπάτια, ενώ στην πραγματικότητα κρατούσε ανοιχτή τη φωλιά του μόνο για τον εαυτό του.
Ύστερα από χρόνια ξαναβγήκε στο χωράφι, αυτή τη φορά έχοντας στο πλευρό του έναν παχύ ασβό. Ο ασβός φώναζε δυνατά πως φυλάει την πατρίδα και έλεγε ότι έκανε παρέα με το κουνελάκι Κίμπερλι. Τα κουνέλια, πεινασμένα όπως πάντα, τους ακολούθησαν και κουβαλούσαν τα καρότα και τα λάχανα στις πλάτες. Μα ο λαγός κι ο ασβός μάλωναν ποιος θα τα πρωτοφάει, ενώ γελούσαν δυνατά με τα δικά τους αστεία.
Κι ήταν τότε που τα ζώα κατάλαβαν πως ο λαγός ήταν κι αλεπού μαζί: η ίδια μορφή με διαφορετικό προσωπείο. Γιατί, σαν αλεπού με λόγια γλυκά, τους είχε υποσχεθεί χωράφια και σπαρτά∙ κι όταν ήρθε ο καιρός του οργώματος και του θερισμού, δεν υπήρχε σπόρος καλός ούτε άροτρο γερό — μονάχα υποσχέσεις.
Κι όταν μπόρεσε να μπει στη φάρμα των ζώων και να κυβερνήσει την αγέλη, μίλησε με πάθος πως θα αλλάξει τον κόσμο· μα μπροστά στα θηρία των ξένων δασών υπέγραψε ό,τι του ζήτησαν, για να μη χαθεί.
Κι όταν έσφιξαν οι παγίδες, ο λαγός-αλεπού γύρισε στη φωλιά του κι ο ασβός κύλησε στο ποτάμι, αφήνοντας πίσω του μόνο τα τραγούδια της Κίμπερλι. Τα κουνέλια έμειναν απορημένα, όλα όμως πεινασμένα και προδομένα.
Χρόνια μετά, ο λαγός–αλεπού ξαναβγήκε και φώναξε:
«Ξεχάστε τα παλιά, ελάτε πάλι μαζί μου!»
Κάποια κουνέλια έσκυψαν τ’ αυτιά από φόβο∙ άλλα όμως θυμήθηκαν τα πάρε–δώσε με τον κυνηγό και τα γέλια με τον ασβό. Κι έτσι του γύρισαν την πλάτη.
Τότε ο λαγός–αλεπού κλείστηκε στη φωλιά του, πήρε χαρτί και καλαμάρι κι αποφάσισε να μείνει στην ιστορία αλλιώς: να γράψει βιβλίο για τις Ημέρες και τα Έργα του.
Έγραψε κεφάλαιο «Πώς πότισα τον κάμπο» κι ας ήταν η γη σκασμένη· κεφάλαιο «Πώς νίκησα τα θηρία» κι ας είχε υπογράψει μπροστά τους.
Κι όταν διάβασε αποσπάσματα στην πλατεία, τα ζώα χαμογέλασαν πικρά και είπαν:
«Τις πληγές μας δεν τις ξεπλένει το μελάνι πάνω στο χαρτί. Ούτε τα λόγια του βιβλίου μας χορταίνουν, παρά μόνο οι καρποί από το χωράφι. Όπως ούτε τα λόγια σώζουν, παρά μονάχα τα έργα.»
Κι έτσι, ο λαγός–αλεπού, έμεινε μόνος να γράφει και να πιστεύει πως το μελάνι μπορεί να ξεγελάσει τη μνήμη.
Μα η ιστορία, σαν το χώμα, κρατάει πάντα το αποτύπωμα εκείνου που την πάτησε — όχι εκείνου που την ξαναγράφει.
Κι εκεί, μέσα στη φωλιά του, ο λαγός–αλεπού κάθισε συλλογισμένος.
Σκέφτηκε πως οι λέξεις έχουν δύναμη, ίσως μεγαλύτερη κι από τα χωράφια που δεν πότισε ποτέ.
Θυμήθηκε τον Γουτεμβέργιο, που είχε ανάψει τη μεγάλη επανάσταση της γνώσης, κι είπε μέσα του:
«Ευτυχώς που βρέθηκε ένας σύγχρονος Γουτεμβέργιος: αν ο πρώτος τύπωσε τη Βίβλο, αυτός θα τυπώσει… τη νέα βίβλο της δικής μου αφήγησης».
Έτσι, έστησαν ένα μικρό τυπογραφείο στη φωλιά του, με ξύλινες πλάκες και μελάνια που μύριζαν σαν παλιά υποσχέση. Κάθε σελίδα που τύπωνε, τη διάβαζε φωναχτά και νόμιζε πως ξαναγράφει την ιστορία — όχι για να τη σώσει, μα για να τη διορθώσει.
Και τότε, αποφάσισε πως δεν είναι πια απλός λαγός· ούτε αλεπού.
Είναι φιλόσοφος, και θα τον λένε Αριστεροτέλη: γιατί κάνει τον αριστερό όταν μιλά, και τον περιπατητή όταν πουλά.
«Αν ο Αριστοτέλης είχε περιπατητική σχολή», είπε,
«εγώ θα κάνω περιπατητική περιοδεία.
Γιατί κάθε εποχή έχει τους στοχαστές που της αξίζουν — και τους αναγνώστες που τους αγοράζουν».
Όταν πια τέλειωσε το βιβλίο του, το έδεσε με κορδέλα κόκκινη κι επάνω χάραξε τίτλο λαμπρό:
«Περί των Εαυτού Μεταμορφώσεων»
και από κάτω, με μικρότερα γράμματα,
του Αριστεροτέλους του Περιπατητικού.
Τον μισό τίτλο τον δανείστηκε από τα Εἰς Ἑαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου,
τον άλλο μισό από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, γιατί του φάνηκε βαρύς ο αρχικός τίτλος «Ηθικά Συριζαίϊκα», όπως αντίστοιχα είχε γράψει ο Αριστοτέλης τα «Ηθικά Νικομάχεια».
«Αυτός θα είμαι», είπε:
«Ο νέος φιλόσοφος των κάμπων, της περιπατητικής σχολής των μεταμορφώσεων. Αν ο παλιός Αριστοτέλης έψαχνε την αρετή στο μέτρο, εγώ θα τη βρίσκω στο μέτρημα των εντυπώσεων.»
Κι αφού τύπωσε το βιβλίο του, ο λαγός–αλεπού φόρεσε καθαρό πουκάμισο, πήρε μια πάνινη τσάντα με αντίτυπα και βγήκε στον κάμπο, όπως οι παλιοί εμπόροι που ανακάτευαν κουβάρια και μπαχαρικά.
«Αφού Περιπατητική σχολή ίδρυσε ο Αριστοτέλης», έλεγε,
«εγώ ξεκινώ την περιπατητική περιοδεία, κάτι σαν την Μεγάλη Πορεία του Μάο, γιατί η φιλοσοφία δεν πρέπει να μένει στα θρανία — πρέπει να πωλείται στα περίπτερα!»
Πήγε απ’ τα χωράφια στα χωριά, από τις φωλιές ως τα καφενεία.
Έταζε υπογραφές, αφιερώσεις και φωτογραφίες με τους θαυμαστές του, κι έλεγε πως κάθε βιβλίο που αγοράζουν είναι “ένα βήμα προς τη σωτηρία του πνεύματος”.
Μα τα κουνέλια, που πια τον ήξεραν καλά, χαμογελούσαν ειρωνικά:
«Ο Αριστοτέλης περπατούσε για να στοχαστεί· ο Αριστεροτέλης περιπατεί για να πουλήσει».
Κάποιο άλλο ψιθύρισε:
«Ο Γουτεμβέργιος έκανε επανάσταση για να μοιραστεί η αλήθεια∙
ο Αριστεροτέλης κάνει αντεπανάσταση για να μοιράσει το αφήγημά του».
Κι άρχισε να διδάσκει τα λίγα κουνέλια που έμειναν κοντά του:
«Μη ρωτάτε τι είναι αλήθεια· ρωτήστε ποιος την εκδίδει. Γιατί ό,τι γράφεται, μένει – κι ό,τι μένει, γίνεται ιστορία».
Μα εκείνα, που είχαν πια μάθει να ξεχωρίζουν το σπόρο από το άχυρο, χαμογέλασαν κουρασμένα.
Ένα απ’ αυτά, το μικρότερο, ψιθύρισε:
«Αν η επανάσταση του Γουτεμβέργιου έδωσε φωνή στους πολλούς, η αντεπανάσταση του Αριστεροτέλη δίνει άλλοθι στους λίγους».
Κι όταν η περιοδεία του τέλειωσε κι επέστρεψε στη φωλιά του, μέτρησε τα κέρδη και αναστέναξε με ικανοποίηση:
«Να που τελικά η φιλοσοφία μπορεί να θρέψει και το στομάχι», είπε.
«Ευτυχώς που δεν ζει ο σημειολόγος Ρολάντ Μπαρτ», σκέφτηκε ο Αριστεροτέλης, «να γράψει το δεύτερο μέρος του βιβλίου του Ο βαθμός μηδέν της γραφής για μένα.
Και να με φωνάζουν μετά για συνέντευξη στη Monde des livres αυτή τη φορά, εξηγώντας προθέσεις και ιδεολογίες… Δηλαδή τρέχα – γύρευε. Cherchez la femme δηλαδή».
Ηθικόν δίδαγμα:
Ο Γουτεμβέργιος τύπωσε τη γνώση για να φωτίσει τους πολλούς∙ ο Αριστεροτέλης τύπωσε τη λήθη για να σώσει τον εαυτό του.
Μα όποιος βαφτίζει την προπαγάνδα φιλοσοφία,στο τέλος περιπατεί — μα δεν προχωρά.
Κι έτσι, ο λαγός–Αριστεροτέλης χάθηκε πίσω απ’ τα βιβλία του, μα όχι απ’ τη μνήμη των άλλων — γιατί η μνήμη, ευτυχώς, δεν πωλείται.

