Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο δικός μας Δεκέμβρης – Μια γενιά που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο

Της Όλγας Στέφου

Εκείνο το βράδυ είχε κρύο κι όλο αυτοκίνητα, όλο κόσμος. Ήταν γιορτή, από αυτές τις διάσημες, που γλεντάν ολόκληρες πόλεις. Ήταν, λοιπόν, βράδυ και σε λίγη ώρα επρόκειτο να θρηνήσουμε, αλλά προς το παρόν δεν το ήξερε κανένας μας.

Βρισκόμασταν στα πέριξ των Εξαρχείων, ήταν ωραία. Στα 18 μου -τότε- είχα μόλις μετακομίσει στην Αθήνα και τα Εξάρχεια ήταν δεύτερο σπίτι -για όλους τους πρωτοετείς φοιτητές του «είδους» μας, ειδικά για εμάς που η σχολή μας ήταν στη Νομική.

Στις 21.30 -το θυμάμαι σα να συμβαίνει κάθε ώρα, αν χρειαστεί- χτύπησε το τηλέφωνο. «Πού είστε, μην πάτε Εξάρχεια, τo MEGA λέει ότι τραυματίστηκε κάποιος».

Κάποιος; Ποιος; Πώς; Μέσα σε δέκα λεπτά προσπαθούσαμε ήδη να φτάσουμε στην Τσαμαδού. Κι ήταν αφόρητα, αφόρητα, οι μπάτσοι δε μας άφηναν να περάσουμε, κόσμος ούρλιαζε, έκλαιγε, ούρλιαζε ξανά.

Φτάσαμε στην πλατεία. Και τότε το μάθαμε: «Νεκρός». Νεκρός 15 χρονών. Εμείς ήμασταν 18 κι όπως ξαναγυρίζω το βλέμμα μου σε εκείνη την φρικτή νύχτα, όλοι όσοι κλαίγανε -όσοι κλαίγαμε- ήταν μόνο πιτσιρικάδες. Τώρα το καταλαβαίνω. Επρόκειτο να ξεκινήσει μία εξέγερση από παιδιά.

Μετά από 9 Δεκέμβρηδες να χτυπάνε στα στομάχια μας -και μόνο στα δικά μας, μόνο εμείς νιώσαμε όπως νιώθουν οι άνθρωποι που τους ξεριζώνουν κάτι που τους ανήκει- οι εικόνες έχουν αλλοιωθεί.

Πώς μπήκαμε στη Νομική, πώς ξεκίνησε η κατάληψη; Πώς αντέχαμε τα δακρυγόνα; Πώς αντέχαμε το ξύλο, την καταστολή; Πώς καταφέραμε να βγούμε στην Αλεξάνδρας το επόμενο πρωί; Πόσοι ήταν οι ασφαλίτες; Πώς κάηκε το δέντρο; Γιατί το είχαν στολίσει αφού υπήρχε νεκρό παιδί 15 χρονών;

Η δική μας γενιά είναι αυτό το μεταίχμιο που πρόλαβε να ζήσει χωρίς κρίση και έμαθε στην πρώτη του ενηλικίωση τι σημαίνει «σφαγή» μιας ολόκληρης κοινωνίας. Πώς ξεκίνησαν οι αυτοκτονίες, πώς ξεκίνησαν οι άνθρωποι να ψάχνουν στα σκουπίδια, μετά οι πρώτες μας απλήρωτες δουλειές, μετά τα «μαύρα», τα μπλοκάκια, τα απλήρωτα, τα κακοπληρωμένα. Ο θυμός, οι κακοφορμισμένες ελπίδες.

Είχε έρθει όντως εκείνη η μητέρα στην κατάληψη της Νομικής να μας μαλώσει που δεν αφήνουμε το παιδί της να πάει στην σχολή του; Είχε όντως φύγει λέγοντάς μας ότι θα στείλει και το παιδί της στην κατάληψη; Πώς δόθηκε η οικονομική ενίσχυση της κυβέρνησης Καραμανλή στις τράπεζες; Πώς ξαφνικά αποκτήσαμε κι άλλες ταυτότητες; Οι τράπεζες λεφτά κι εμείς σφαίρες.

Πώς γίνεται να ρωτούσαν τι δουλειά είχε ο Γρηγορόπουλος στα Εξάρχεια; Αφού ήταν νεκρός!

Τι θέλαμε κι εμείς; Τι ζητούσαμε;

Πώς γίνονται οι «σωστές» εξεγέρσεις;

Τον κόσμο; Μπορούσαμε να τον αλλάξουμε;

Μάλλον δεν μπορούσαμε, ό,τι μπορούσαμε αυτό και κάναμε. Ενηλικιωθήκαμε βίαια εκείνες τις μέρες. Κοιμόμασταν στη Νομική. Μιλούσαμε για την Επανάσταση σα να είμαστε στο κατώφλι της, σα να μην μπορεί να την αγγίξει κανένας πέρα από εμάς, τους «προνομιούχους» μιας συγκυρίας φρικτής, αλλά που έσκασε στα δικά μας πόδια κι επομένως θα έπρεπε να πολεμήσουμε.

Έπρεπε οπωσδήποτε αυτός ο θάνατος να αξίζει τον κόσμο όλο.

Κι είχαμε νεκρό, αλλά ήμασταν χαρούμενοι, ήμασταν και θυμωμένοι.

Πέφταμε στην άσφαλτο και μας σήκωναν τα χέρια των συμφοιτητών μας για να τρέξουμε μαζί. Χανόμασταν στην Αθήνα ανάμεσα σε φωτιές και σε δακρυγόνα και σε κρότου λάμψης και σε ΜΑΤ και σε ασφαλίτες κι ούτε μία σημασία είχε, ούτε καν λιγάκι. Εμείς, έτσι κι αλλιώς, σε λίγο θα σκοτώναμε τον παλιό κόσμο. Όπως αυτός σκότωσε εμάς.

Δεν ξέρω πώς ένιωθαν εκείνοι που ήταν 25, 30, 35 τότε. Στον δρόμο κατέβηκαν όλοι. Αλλά το συναίσθημα άλλαζε ανά δεκαετία. Εμείς, τα παιδιά, υποφέραμε στην ιδέα της στασιμότητας που φαινόταν πως πλησιάζει λίγες ημέρες πριν λήξει ο αγώνας μας. Η εξέγερση κράτησε κάτι περισσότερο από 2 εβδομάδες, αλλά ακόμα μου φαίνεται σα να ήταν ολόκληροι μήνες.

Ο Δεκέμβρης, αν κάτι πέτυχε, είναι που δε μας άφησε ποτέ να ξεχάσουμε. Η δική μας γενιά είναι αυτό το μεταίχμιο που πρόλαβε να ζήσει χωρίς κρίση και έμαθε στην πρώτη του ενηλικίωση τι σημαίνει «σφαγή» μιας ολόκληρης κοινωνίας. Πώς ξεκίνησαν οι αυτοκτονίες, πώς ξεκίνησαν οι άνθρωποι να ψάχνουν στα σκουπίδια, μετά οι πρώτες μας απλήρωτες δουλειές, μετά τα «μαύρα», τα μπλοκάκια, τα απλήρωτα, τα κακοπληρωμένα. Ο θυμός, οι κακοφορμισμένες ελπίδες.

Αλλά η πρώτη ήττα για εμάς, το πρώτο μας χαστούκι παραμένει εκείνη η χαμένη εξέγερση, που δεν άλλαξε τον κόσμο. Όπως τότε ήρθε και η πρώτη αφοσίωση σε κάτι, η πρώτη απόλυτη πίστη που τελικά δεν ξέρω αν μπορεί να φύγει ποτέ: Κι αν αλλάζει; Μάλλον θα αλλάζει.

Ας είναι. Ευτυχώς οι μέρες ξημερώνουν ακόμα.

ΑΠΟ  ΤΟ DOCUMENTO.GR