
Του Σωκράτη Αργύρη
Για τον Ζακ Λακάν, η Ιθάκη του Αλέξη Τσίπρα θα λειτουργούσε όπως το λεκτικό υλικό ενός αναλυόμενου: όχι ως καταγραφή γεγονότων, αλλά ως πεδίο όπου η δομή του λόγου, οι μετατοπίσεις της σημασίας και η σχέση με τον Άλλο αποκαλύπτουν το βαθύτερο σχήμα της πολιτικής εμπειρίας. Το βιβλίο θα εξεταζόταν όχι ως χρονικό, αλλά ως «συμπτωματικός λόγος» — ένα είδος μαρτυρίας μέσα από την οποία αναδύεται το υποκείμενο Τσίπρας, ταυτοχρόνως διχασμένο, συμβολικά καθορισμένο και φαντασιακά δεμένο στις εικόνες του 2015 και της εξουσίας.
Στη λακανική οπτική, κάθε αφήγηση «εαυτού» είναι κατ’ ανάγκην μια προσπάθεια του υποκειμένου να δώσει συνοχή σε κάτι που δεν διαθέτει συνοχή. Το εγώ, ως κατασκευή του Φαντασιακού, τείνει να παράγει μια ομαλή, ενοποιημένη ιστορία. Ο Λακάν θα προσέγγιζε την Ιθάκη ως το πεδίο όπου το διχασμένο υποκείμενο επιχειρεί να συντάξει τη δική του συμβολική σταθερότητα: ποιος ήμουν, τι αποφάσεις πήρα, πώς με είδε ο Άλλος, πώς στέκομαι απέναντι στην ίδια μου την εικόνα.
Ο συγγραφέας-πρωταγωνιστής της Ιθάκης γράφει μέσα από μια προσπάθεια να σταθεροποιήσει το δικό του «sujet barré» — δηλαδή το διχασμένο υποκείμενο που ποτέ δεν ταυτίζεται πλήρως με το εγώ που εμφανίζεται στην αφήγηση. Το «sujet barré» δείχνει ότι υπάρχει πάντα ένα κομμάτι του υποκειμένου που παραμένει ασυνείδητο, διαμορφώνεται από τη γλώσσα και τον Άλλο και δεν ελέγχεται πλήρως από το συνειδητό εγώ. Η αυτοβιογραφία, όπως το στάδιο του καθρέφτη, προσφέρει στο αφηγητή τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα από εικόνες και σχέσεις με τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα παραμένει διχασμένο ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται και αυτό που πραγματικά είναι.
Η αφήγηση του Τσίπρα δεν προσφέρει απλώς ένα χρονικό. Είναι μια αναζήτηση νοήματος: μια αναδρομή που επιχειρεί να εντάξει τις κρίσιμες αποφάσεις — τις διαπραγματεύσεις, τις συγκρούσεις, τις επιλογές προσώπων — σε μια ακολουθία όπου το υποκείμενο εμφανίζεται ως φορέας ευθύνης, αμφιταλάντευσης, αλλά και ενίοτε ως το κέντρο ενός μεγαλύτερου δράματος.
Ο Λακάν θα έλεγε ότι εδώ εμφανίζεται η γλώσσα ως τόπος όπου το υποκείμενο προσπαθεί να κλείσει το κενό του. Η αφήγηση λειτουργεί ως Συμβολικό τάγμα που προσφέρει εξηγήσεις, δομές και σχέσεις αιτιότητας. Κάθε αναφορά σε αποφάσεις, κάθε αναδρομή, είναι μια προσπάθεια να δοθεί συμβολική συνοχή σε μια ιστορική στιγμή που χαρακτηριζόταν από αστάθεια και αβεβαιότητα. Το υποκείμενο, μιλώντας, ιδρύει τον εαυτό του στο επίπεδο της σημασίας. Ωστόσο, αυτή η συμβολική σταθερότητα δεν είναι ποτέ πλήρης. Η ύπαρξη αντιφάσεων, προσωπικών δισταγμών, στιγμών που το ίδιο το βιβλίο θέτει σε ερωτηματικό, μαρτυρεί τη λακανική αλήθεια: το υποκείμενο του λόγου δεν είναι ποτέ αυτό που πιστεύει ότι είναι.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο Λακάν θα διείδε το Φαντασιακό: τον κόσμο των εικόνων μέσα από τις οποίες το υποκείμενο αναγνωρίζει τον εαυτό του. Η Ιθάκη είναι γεμάτη τέτοιες εικόνες — η ένταση των διαπραγματεύσεων, η πίεση της οικονομικής κατάρρευσης, η δραματοποίηση των γεγονότων. Είναι μια σκηνή όπου ο ηγέτης κοιτάζει τον εαυτό του σαν καθρέφτη: αυτό που θα ονόμαζε ο Λακάν «στάδιο του καθρέφτη» σε πολιτικό επίπεδο.
Η εικόνα του «ανθρώπου που κρατά στα χέρια του τη μοίρα μιας χώρας» λειτουργεί φαντασιακά, οργανώνοντας το νόημα του ρόλου. Η αυτοβιογραφία γίνεται το πεδίο όπου αυτό το φαντασιακό εγώ επιβεβαιώνει την ενότητά του: το είμαι εγώ που διαχειρίστηκα το βάρος. Όμως το Φαντασιακό είναι πάντοτε πεδίο παρανόησης: η εικόνα δεν αποτυπώνει το ρήγμα του υποκειμένου αλλά το καλύπτει. Ο Λακάν θα παρατηρούσε ότι κάθε εικόνα ηγεσίας — είτε ηρωική είτε αυτοκριτική — είναι μια φαντασιακή απάντηση σε ένα πραγματικό κενό: κανείς δεν μπορεί ποτέ να «είναι» πλήρως ο ρόλος του. Η ηγεσία δεν είναι ουσία: είναι φαντασιακή θέση που οργανώνει τις επιθυμίες του Άλλου.
Ένα ακόμη ερμηνευτικό επίπεδο, στο οποίο ο Λακάν θα μπορούσε να σταθεί, είναι η βαθύτερη αφηγηματική δομή της Ιθάκης, η οποία θυμίζει έντονα τον ομηρικό τύπο της Οδύσσειας. Όπως στο έπος του Ομήρου, έτσι και στην αυτοβιογραφική αφήγηση του Τσίπρα, το κέντρο βάρους συγκεντρώνεται αποκλειστικά στον ήρωα: ο Οδυσσέας στην επική πορεία του και ο αφηγητής-Τσίπρας στη δική του πολιτική διαδρομή. Οι σύντροφοι και στις δύο ιστορίες εμφανίζονται κυρίως ως συνοδευτικές μορφές που φωτίζουν το ταξίδι του πρωταγωνιστή, όχι ως αυτόνομα υποκείμενα.
Στην Οδύσσεια, οι σύντροφοι του ήρωα χάνονται σταδιακά· είναι, από λογοτεχνικής πλευράς, αναλώσιμοι. Δεν συγκροτούν δικό τους λόγο ούτε αποκτούν ατομική εσωτερικότητα. Στην Ιθάκη, αν προσεγγίσουμε το κείμενο λακανικά, παρατηρούμε μια παρόμοια λειτουργία: οι υπουργοί και οι συνεργάτες εμφανίζονται ως σημαίνοντα που παίρνουν θέση μέσα στον λόγο του υποκειμένου, χωρίς να αποκτούν πλήρη ψυχική υπόσταση. Δεν τους γνωρίζουμε ανεξάρτητα από τον λόγο του αφηγητή, ούτε δρουν έξω από το πλαίσιο που εκείνος τους αναθέτει.
Για τον Λακάν, αυτή η δομή δεν είναι τυχαία. Το πολιτικό υποκείμενο, όπως και το ομηρικό, οργανώνει την αφήγησή του μέσω μιας φαντασιακής εικόνας: ο ήρωας που επιστρέφει, ο ηγέτης που διασχίζει δοκιμασίες, ο ταξιδιώτης που φέρει το βάρος μιας συλλογικής μοίρας. Το Φαντασιακό προσφέρει μια συνεκτική εικόνα του εγώ, ενώ ο Άλλος — εδώ οι «σύντροφοι» ή υπουργοί — λειτουργεί συμβολικά ως προέκταση της δικής του πορείας. Έτσι, η τελική «επιστροφή στην Ιθάκη» είναι και πάλι μοναχική: όπως ο Οδυσσέας φτάνει μόνος, έτσι και ο αφηγητής στην αυτοβιογραφία παραμένει τελικά μόνος απέναντι στην Ιστορία, μόνος απέναντι στη συμβολική ευθύνη, μόνος απέναντι στον Μεγάλο Άλλο που κρίνει την αφήγηση. Η αναλογία δεν αποσκοπεί στο να κρίνει πολιτικά τον αφηγητή· αναδεικνύει όμως το πώς το υποκείμενο χρησιμοποιεί έναν αρχέγονο, σχεδόν μυθικό αφηγηματικό τρόπο για να αρθρώσει την αλήθεια του μέσα στο πεδίο του Συμβολικού.
Εξετάζοντας την Ιθάκη, ο Λακάν θα εστίαζε ιδιαίτερα στις αναφορές σε υπουργούς και συνεργάτες. Όχι ως πρόσωπα με ψυχολογική ατομικότητα, αλλά ως συμβολικά σημεία μέσα στον λόγο του αφηγητή. Το ενδιαφέρον για τον λακανικό τρόπο σκέψης δεν είναι «ποιος ήταν τι», αλλά πώς το υποκείμενο τοποθετεί τον Άλλο μέσα στο δικό του γραμματικό σύστημα: ο τεχνοκράτης, ο ριζοσπάστης, ο διαπραγματευτής, ο αμφίθυμος σύμμαχος, ο συγκρουσιακός συνεργάτης. Κάθε ένας τους λειτουργεί σαν «σημαίνον» — μια θέση στον λόγο που αντανακλά μια εσωτερική ανάγκη του υποκειμένου-ηγέτη: να προβάλει ευθύνη, να αναθέσει ρόλους, να εξηγήσει αποτελέσματα, να κατανοήσει τις αποτυχίες ή τις επιτυχίες.
Ο Λακάν θα έβλεπε στο κείμενο μια δυναμική όπου ο Άλλος — υπουργός, συνεργάτης ή αντίπαλος — λειτουργεί ως καθρέφτης της ίδιας της επιθυμίας του υποκειμένου να κατανοήσει τη συγκυρία. Οι υπουργοί, στην αφήγηση, δεν μιλούν· μιλά το υποκείμενο για λογαριασμό τους, και ο λόγος τους διαμεσολαβείται από τη συμβολική θέση που τους αποδίδει ο αφηγητής. Για τον Λακάν, επιθυμία δεν σημαίνει θέλω κάτι συγκεκριμένο, αλλά θέλω αυτό που νομίζω ότι θέλει ο Άλλος από εμένα. Έτσι, η Ιθάκη μπορεί να διαβαστεί ως μάχη ανάμεσα σε πολλούς Άλλους: ο λαός, οι διεθνείς θεσμοί, οι εσωκομματικοί συνομιλητές, η ιστορία ως κριτής, το βλέμμα του αναγνώστη. Το υποκείμενο προσπαθεί να απαντήσει στην ερώτηση: «Τι ήταν αυτό που όφειλα να κάνω; Τι περίμεναν από εμένα; Πώς μπορώ τώρα να διηγηθώ την αλήθεια της επιθυμίας μου, ώστε να είμαι πιστός σε εκείνο το βίωμα;»
Η επιθυμία του υποκειμένου είναι πάντα διαμεσολαβημένη από την επιθυμία του Άλλου: ο ηγέτης επιθυμεί να αναγνωριστεί ως αυτός που έκανε το καλύτερο δυνατό υπό ακραίες συνθήκες, ως εκείνος που πάλεψε, ως εκείνος που αποδίδει λογαριασμό. Για τον Λακάν, αυτή η προβολή της επιθυμίας στον Άλλο είναι σύμπτωμα: το υποκείμενο ζητά νομιμοποίηση μέσα από τον λόγο. Στο λακανικό σύμπαν, ο Μεγάλος Άλλος είναι ο τόπος της γλώσσας, του νόμου, του λόγου που προϋπάρχει του υποκειμένου. Στην Ιθάκη, ο Μεγάλος Άλλος παίρνει τη μορφή της Ιστορίας: της κρίσης, των θεσμών, της συλλογικής μνήμης.
Ο Τσίπρας γράφει υπό το βλέμμα της Ιστορίας, σαν να θέλει να «εγγραφεί σωστά» στο συμβολικό αρχείο της χώρας. Αυτή η επιθυμία — η επιθυμία του υποκειμένου να γίνει μέρος του λόγου του Μεγάλου Άλλου — είναι κατεξοχήν λακανική. Το υποκείμενο αναζητά αναγνώριση από έναν Άλλο που δεν μιλά, αλλά πλην όμως θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού. Έτσι, οι υπουργοί, οι αποφάσεις, οι εσωτερικές συγκρούσεις αποκτούν τη μορφή συμβολικών κόμβων που βοηθούν το υποκείμενο να πει «αυτό έγινε, και έγινε έτσι για να μπορώ τώρα να πω την αλήθεια μου». Για τον Λακάν, το Πραγματικό είναι αυτό που δεν χωρά στη γλώσσα: το άφατο, το τραυματικό, αυτό που επιστρέφει πάντα στο ίδιο σημείο.
Στο πλαίσιο της Ιθάκης, το Πραγματικό θα ήταν το βάρος της κρίσης: η στιγμή που η οικονομική κατάρρευση δεν μπορούσε να «ειπωθεί» αλλά μόνο να βιωθεί. Η αγωνία, η αβεβαιότητα, η απώλεια ελέγχου αποτελούν γεγονότα που η αφήγηση μπορεί μόνο να περιγράψει εκ των υστέρων, χωρίς να μπορεί ποτέ να τα συλλάβει πλήρως .Ο Λακάν θα διέκρινε ότι η Ιθάκη επιχειρεί να δαμάσει το Πραγματικό μέσα από τον λόγο — αλλά το Πραγματικό δεν συμβολοποιείται ολοκληρωτικά. Γι’ αυτό και εμφανίζονται ρήγματα, αντιφάσεις, σημεία όπου το κείμενο δείχνει ότι κάτι δεν μπορούσε να λεχθεί τότε και μόνο τώρα μπορεί να διατυπωθεί ως αφήγηση.
Στη λακανική ψυχανάλυση, ο στόχος δεν είναι να βελτιωθεί το εγώ αλλά να φανερωθεί η επιθυμία και να αποκαλυφθεί η φαντασίωση που οργανώνει το υποκείμενο. Η Ιθάκη παρουσιάζει ορισμένες στιγμές αυτοκριτικής, και ο Λακάν θα τις έβλεπε ως απόπειρες του υποκειμένου να απομακρυνθεί από το φαντασιακό του εγώ — να δει τις επιλογές όχι μόνο ως επιβεβαίωση της ταυτότητας αλλά ως συναντήσεις με το Πραγματικό της πολιτικής. Αυτή η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται ποτέ: το υποκείμενο παραμένει δεμένο στη φαντασίωση, ακόμα κι όταν την αναγνωρίζει. Όμως η πράξη της γραφής είναι ήδη μια μορφή μετατόπισης: μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης του νοήματος, μια κίνηση προς μια θέση όπου το εγώ μπορεί να δει τον εαυτό του περισσότερο ως υποκείμενο του λόγου παρά ως ήρωα της εικόνας.
Αν ο Λακάν ανέλυε την Ιθάκη, θα έβλεπε ένα κείμενο όπου: Το υποκείμενο προσπαθεί να συγκροτήσει συμβολική συνοχή απέναντι σε ιστορική αστάθεια. Η εικόνα του ηγέτη λειτουργεί ως φαντασιακό στήριγμα που καλύπτει το διχασμένο υποκείμενο. Οι υπουργοί και οι συνεργάτες λειτουργούν ως σημαίνοντα σε ένα δίκτυο σχέσεων που εκφράζει την εσωτερική λογική της αφήγησης. Η επιθυμία είναι πάντοτε η επιθυμία του Άλλου — του λαού, της ιστορίας, της συλλογικής μνήμης. Το Πραγματικό της κρίσης παραμένει το άφατο υπόβαθρο που κινητοποιεί την αφήγηση. Η γραφή επιχειρεί να περάσει πέρα από τη φαντασίωση της ηγεσίας, χωρίς ποτέ να την εγκαταλείπει πλήρως.
Έτσι, η Ιθάκη δεν δίνει την πλήρη ιστορική αλήθεια· αποκαλύπτει την επιλεγμένη αλήθεια ενός υποκειμένου που αναμετριέται με την πολιτική, την Ιστορία και τον Άλλο, αφήνοντας κενά και σιωπές εκεί όπου το Πραγματικό υπερβαίνει τη γλώσσα και τη δυνατότητα της αφήγησης.

