Βουλευτές σε Απόγνωση: Δεν Ξέρουν. Δεν Είδαν. Δεν Άκουσαν

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Αν έπρεπε να γραφτεί με ειλικρίνεια –όχι αυτή τη θεσμική, την άλλη, τη χρηστική– το  «job description» του Έλληνα βουλευτή, θα ξεκινούσε με μια προειδοποίηση προς τους υποψηφίους: πρόκειται για θέση όπου η γνώση εκτιμάται, αλλά η διαχείρισή της εκτιμάται περισσότερο. Δεν αρκεί να ξέρεις· πρέπει να ξέρεις πότε να δείχνεις ότι ξέρεις και πότε να δείχνεις ότι δεν ήξερες ποτέ. Η λεπτομέρεια αυτή δεν γράφεται στα επίσημα, αλλά εξηγεί σχεδόν τα πάντα.

Στα χαρτιά, ο ρόλος είναι ευθύς: νομοθετείς, ελέγχεις την κυβέρνηση, εκπροσωπείς τους πολίτες. 

Στην πράξη, προστίθενται μερικές «μικρές» υποσημειώσεις. Νομοθετείς, αλλά συχνά με ρυθμούς που δεν επιτρέπουν πολυτέλεια εμβάθυνσης. Ελέγχεις την κυβέρνηση, αλλά κατά προτίμηση χωρίς να τη δυσκολεύεις υπερβολικά, ειδικά αν είναι η δική σου. Εκπροσωπείς τους πολίτες, αλλά και το κόμμα, και την ισορροπία μεταξύ των δύο, που δεν είναι πάντα αρμονική. Και πάνω απ’ όλα, μαθαίνεις να επιβιώνεις μέσα σε ένα σύστημα όπου η συνέπεια δεν είναι πάντα το ισχυρότερο νόμισμα· η προσαρμοστικότητα είναι.

Ο βουλευτής είναι κάτι σαν επαγγελματίας πολυεργαλείο. Το πρωί μπορεί να μιλά για θεσμούς, το μεσημέρι να ψηφίζει ρυθμίσεις που εμφανίστηκαν την προηγούμενη νύχτα, το απόγευμα να δέχεται αιτήματα πολιτών και το βράδυ να εξηγεί σε τηλεοπτικό πάνελ γιατί όλα αυτά συνθέτουν μια συνεκτική πολιτική. Αν αυτό ακούγεται απαιτητικό, είναι γιατί είναι. Αλλά το πραγματικό βάρος δεν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στην ικανότητα να διαχειρίζεται την εικόνα της ευθύνης χωρίς να φορτώνεται όλο το περιεχόμενό της.

Και κάπου εδώ αρχίζει το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της περιγραφής: η σχέση με την αλήθεια της στιγμής. Όταν τα πράγματα κυλούν ομαλά, η γνώση είναι προσόν. Όταν προκύπτει κρίση, η άγνοια γίνεται ασπίδα. Όχι η απόλυτη, η ωμή άγνοια· η προσεκτικά διατυπωμένη. «Δεν είχα ενημέρωση», «δεν γνώριζα λεπτομέρειες», «δεν εμπλέκομαι». Είναι φράσεις που δεν αρνούνται την πραγματικότητα, απλώς μετακινούν τον ομιλητή λίγο πιο έξω από το κάδρο της. Και όταν επαναλαμβάνονται αρκετά, αποκτούν μια παράξενη κανονικότητα.

Σε υποθέσεις που αγγίζουν τη διαχείριση δημόσιου χρήματος, όπως αυτές που κατά καιρούς συνδέονται με οργανισμούς τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, αυτή η κανονικότητα γίνεται σχεδόν αναμενόμενη. Το σκηνικό στήνεται γρήγορα: αποκαλύψεις, αντιδράσεις, δηλώσεις. Και σχεδόν ταυτόχρονα, μια χορωδία από «δεν γνώριζα» που έχει τον ίδιο τόνο, την ίδια ένταση, την ίδια προσεκτική απόσταση από την ευθύνη. Δεν είναι ότι όλοι συνεννοούνται εκείνη τη στιγμή· είναι ότι έχουν μάθει να συντονίζονται εκ των προτέρων.

Γιατί, φυσικά, υπάρχει και το καθημερινό «δελτίο καιρού» της πολιτικής: το περίφημο non paper. Αυτό το ανεπίσημο αλλά απολύτως καθοριστικό έγγραφο που καταφθάνει κάθε πρωί σαν εγχειρίδιο χρήσης της επικαιρότητας. Εκεί δεν θα βρει κανείς βαριές αναλύσεις· θα βρει κατευθύνσεις. Πώς απαντάμε σε αυτό το θέμα, πώς αποφεύγουμε εκείνο, ποιες λέξεις χρησιμοποιούμε, ποιες αποφεύγουμε. Είναι κάτι ανάμεσα σε οδηγό επιβίωσης και σενάριο θεάτρου, μόνο που το έργο παίζεται ζωντανά και σε πολλαπλά κανάλια ταυτόχρονα.

Και έτσι, το απόγευμα, ανοίγεις την τηλεόραση και παρακολουθείς κάτι που μοιάζει με συγχρονισμένη κολύμβηση λόγου. Διαφορετικοί βουλευτές, διαφορετικά στούντιο, διαφορετικοί δημοσιογράφοι – και όμως, οι απαντήσεις έχουν μια εντυπωσιακή ομοιομορφία. Οι ίδιες διατυπώσεις, οι ίδιες έμφασεις, οι ίδιες προσεκτικές αποστάσεις. Σαν να υπάρχει μια αόρατη παρτιτούρα που ακολουθείται με ευλάβεια. Δεν είναι απαραίτητα ψεύδος· είναι οργάνωση. Αλλά μια οργάνωση που αφήνει ελάχιστο χώρο για αυθορμητισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της προσωπικής ευθύνης αποκτά μια ιδιαίτερη υφή. Ο βουλευτής μιλά, αλλά δεν μιλά μόνο ως άτομο. Μιλά ως φορέας μιας γραμμής που έχει ήδη διαμορφωθεί. Η πρωτοτυπία δεν είναι ζητούμενο· η συνέπεια με το αφήγημα είναι. Και όταν το αφήγημα βασίζεται στην περιορισμένη γνώση, τότε η άγνοια παύει να είναι αδυναμία και γίνεται μέρος της στρατηγικής.

Η βουλευτική ασυλία, μέσα σε όλα αυτά, μοιάζει σχεδόν δευτερεύουσα – μέχρι τη στιγμή που παύει να είναι. Γιατί όταν εμφανίζεται αίτημα για άρση της, όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται σε μια απόφαση. Θα παραμείνει η υπόθεση στο επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης ή θα περάσει στο επίπεδο της δικαστικής διερεύνησης; Και εκεί, οι ρόλοι μπερδεύονται. Ο βουλευτής που μέχρι χθες δήλωνε άγνοια, καλείται τώρα να αποφασίσει αν η άγνοια –η δική του ή του συναδέλφου του– αρκεί ως απάντηση.

Όταν το αίτημα προέρχεται από έναν εξωτερικό θεσμό, όπως η ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή, η ένταση μεγαλώνει. Γιατί δεν είναι απλώς μια διαδικασία· είναι μια δοκιμασία του τρόπου με τον οποίο το σύστημα αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Είναι υπερβολή; Ίσως. Είναι αναγκαίο; Ίσως επίσης. Το πρόβλημα είναι ότι το ερώτημα τίθεται κάθε φορά από την αρχή, σαν να μην υπάρχει μνήμη προηγούμενων περιπτώσεων.

Και εκεί, το ειρωνικό job description ολοκληρώνεται με μια τελευταία απαίτηση: ικανότητα να κινείσαι σε ένα περιβάλλον όπου οι απαντήσεις είναι συχνά προδιαγεγραμμένες, αλλά οι ευθύνες όχι. Να μπορείς να επαναλαμβάνεις με ακρίβεια χωρίς να φαίνεσαι μηχανικός, να αποστασιοποιείσαι χωρίς να φαίνεσαι αδιάφορος, να συμμετέχεις χωρίς να εκτίθεσαι υπερβολικά. Είναι μια ισορροπία δύσκολη, αλλά φαίνεται πως έχει κατακτηθεί σε αξιοσημείωτο βαθμό.

Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει για όσους παρακολουθούν απ’ έξω: όταν όλοι λένε περίπου το ίδιο πράγμα, είναι επειδή όλοι έχουν δίκιο ή επειδή όλοι ακολουθούν το ίδιο χαρτί; Και όταν αυτό το χαρτί γράφεται κάθε πρωί, πόσο χώρος μένει για κάτι που να μοιάζει με προσωπική κρίση; Δεν είναι ερωτήματα που απαντώνται εύκολα. Αλλά είναι αυτά που κάνουν το ειρωνικό job description να μοιάζει, δυστυχώς ή ευτυχώς, πιο κοντά στην πραγματικότητα από το επίσημο.