Ο Μητσοτάκης επιστρέφει στην εποχή Σημίτη στο Αιγαίο, ακυρώνει τις θέσεις του Καραμανλή και της ΝΔ για την Τουρκία και φτάνει σε αδιέξοδο – Ο κατευνασμός κάνει τον Ερντογάν πιο επικίνδυνο…

Του Γ. Λακόπουλου

 Η επιστροφή του Ερντογάν στο Καστελλόριζο -σε μια περίοδο που η Αθήνα σχεδόν τον εκλιπαρεί να αρχίσει διάλογο με την Ελλάδα υπό την αιγίδα  Ευρωπαίων και Αμερικανών-, δείχνει ότι η πολιτική κατευνασμού της κυβέρνησης Μητσοτάκη έφτασε σε αδιέξοδο.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός είπε ότι «δεν ξύνει τα νύχια του για καυγά με την Τουρκία». Ξύνουν όμως οι Τούρκοι τα δικά τους νύχια, λιμαρισμένα από δυνάμεις ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού.

Σώφρονες πολιτικοί από και τα δυο μεγάλα κόμματα συγκλίνουν: ο Ερντογάν «βρίσκει και τα κάνει». Η σημερινή κυβέρνηση δεν του έδωσε από την αρχή μήνυμα αποφασιστικότητας.

 Ο Πρωθυπουργός ομολόγησε  στα  ΝΕΑ: «Ξεκίνησα με καλή διάθεση…Στην πρώτη μου συνάντηση με τον κ. Ερντογάν του πρότεινα ένα πλαίσιο ουσιαστικού διαλόγου για βελτίωση των σχέσεων μας».

Τον εαυτό του κοροϊδεύει ή τους υπόλοιπους; Η Ελλάδα δεν υπάρχει από τότε που την κυβερνάει αυτός.  Η στάση της Τουρκίας απέναντί της είναι  παλιά και δεν αλλάζει γιατί εντάσσεται σε συγκεκριμένη στρατηγική. Τι δεν ήξερε όταν έλεγε στον Ερντογάν, να τα βρουν;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι συστηματικός άνθρωπος. Ήξερε καλά σε ποιον μιλάει, όπως ξέρει καλά τι θέλει ο ίδιος στη Βουλή, στο κόμμα του, στο υπουργικό Συμβούλιο.

Οι υπόλοιποι δεν το ξέρουν: στη χώρα, στη Βουλή, στο υπουργικό συμβούλιο. Αφήνει εκτός όχι μόνο την αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και τους υπουργούς του. Κατά συνέπεια το ερώτημα είναι απλό: «Πού το πάει;»

-Έχει διαμορφώσει υπερφίαλη αντίληψη για την διπλωματία που ασκεί το σύστημα και αδυνατεί να διακρίνει πού οδηγεί τη χώρα;    

-Ανέλαβε δεσμεύσεις έναντι μεγάλων δυνάμεων -που θέλουν να κλείσει η ελληνοτουρκική «διένεξη» με «συμβιβασμό» για να οργανώσουν αυτό που λένε «αντιρωσική ασπίδα» υπό την Τουρκία- αλλά έχασε τον έλεγχο και προσπαθεί να διορθώσει τα αρχικά λάθη του με νέα λάθη;

Υπάρχουν παράμετροι της πολιτικής του  που δεν γνωρίζουμε. Αλλά προκαλεί εντύπωση η «προσωποποίηση» της ελληνικής διπλωματίας στον εαυτό του και την υποβάθμιση του υπουργού Εξωτερικών σε ρόλο εκτελεστή ειλημμένων αποφάσεων. Ειλημμένων από ποιους;

Το βέβαιο είναι ότι ο Πρωθυπουργός βρίσκεται εκτός της παραδοσιακής γραμμής των ελληνικών κυβερνήσεων έναντι της Τουρκίας  -και ασφαλώς εκτός της πολιτικής των προκατόχων του από τη ΝΔ.

Δείχνει ότι προσπαθεί να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε η κυβέρνηση Σημίτη -με τους Γ. Παπανδρέου και Θ. Πάγκαλο– που γκριζάρισε το Αιγαίο και υποχώρησε στη Μαδρίτη και το Ελσίνκι από τις κόκκινες γραμμές που βρήκε.

Και στις δυο περιπτώσεις η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνίες που αναγνωρίζουν «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο και «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές», πέραν της διευθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Κατά τα ψέματα. Ορισμένες από τις τοποθετήσεις του σημερινού Πρωθυπουργού διαφέρουν από τις αντίστοιχες όλων των προκάτοχων του από την ΝΔ. Και με ευκολία οδηγούν στην ερμηνεία ότι προλειαίνουν το έδαφος για υποχωρήσεις, υπό την πίεση κέντρων εκτός Ελλάδας.

Οι «μη οριοθετημένες’ περιοχές

Τα σημάδια πληθαίνουν. Συνεργάτες του θεωρούν εύλογο να «δώσουμε»  την ΑΟΖ του Καστελλόριζου ή να συνεκμεταλλευτούμε με την Τουρκία τον ορυκτό πλούτο του Αιγαίου -αν υπάρχει.

 Ο ίδιος χρησιμοποιεί όρους που κανείς από του προκάτοχους τους δεν έχει χρησιμοποιήσει. Σπεύδει, ως μη όφειλε να μιλήσει, για «μη οριοθετημένες περιοχές» και για «διαφορές» που δεν προσδιορίζει.

 Αναφέρεται σε «θαλάσσιες ζώνες», χωρίς να διευκρινίζει ότι εννοεί μόνο την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, όπως κάνει ο Νίκος Δένδιας.

Βλέπουμε την κυβέρνηση να μην αποκλείει ρητά την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών με το σόφισμα «νησιά που απειλούνται δεν αποστρατιωτικοποιούνται», αλλά δέχεται σιωπηρά το δόγμα Πομπέο για «μείωση του στρατιωτικού αποτυπώματος.

Η μειονότητα, οι δικαιοδοσίες στη θάλασσα και τον ουρανό του Αιγαίου, το δικαίωμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων σε 12 μίλια – ως κυριαρχικό δικαίωμα- όπως ζήτησε ο Αλέξης Τσίπρας.

Αντίθετα όπως ανέδειξε ο Βαγγέλης Βενιζέλος σχολιάζοντας την αντίστοιχη πρωτοβουλία στο Ιόνιο, το υπονομεύει.

 Ο Πρωθυπουργός λέει το απίστευτο ότι  δεν χρειάζεται να λαμβάνονται κυρώσεις, αρκεί να… επισείονται.  

Βγάζει το Κυπριακό από τη ρητορική του σε κρίσιμα βήματα: στον ΟΗΕ απουσίασε από τη ομιλία του ως θέμα, ενώ στη δήλωση του για τα Βαρώσια δεν αναφέρθηκε στον στρατό κατοχής.

Από τη συνομιλία του στα ΝΕΑ προκύπτει κάτι χειρότερο.  Πρώτα σπεύδει -πάλι ως μη όφειλε κι εδώ- να προεξοφλήσει ότι στη Χάγη -που δεν φαίνεται στον ορίζοντα- η  Ελλάδα «δεν θα πάρει το 100»- ποιου πράγματος άραγε;

 Σαν να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν κατευνάζει την Άγκυρα, επειδή η Τουρκία ανέκαθεν δεν θέλει ό,τι θα της δώσει η Χάγη. Τα θέλει όλα.

Είναι δύναμη επεκτατική, επιβουλεύεται την ελληνική κυριαρχία και τα  δικαιώματα της Ελλάδας στο Αιγαίο και θέλει αναθεώρηση τη Λοζάνης –  προβάλλοντας ότι… αδικήθηκε- διεκδικεί την… εθνικοποίηση της μειονότητας.

Σ’ αυτή την περίοδο όμως δεν θέλει να πάρει κάτι. Θέλει να τα γκριζάρει όλα. Ώστε να επανέλθει. Όπως έκανε στα Ίμια, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Απέναντι σ’ αυτήν την Τουρκία, ο Έλληνας Πρωθυπουργός αντί να επιστρέψει στην πολιτική «δεν διεκδικούμε τίποτε, δεν παραχωρούμε και δεν διαπραγματευόμαστε τίποτε» -πέρα από το συνυποσχετικό της Χάγης για την υφαλοκρηπίδα των νησιών- μιλάει με τρόπο που θα επιτρέψει στη διεθνή κοινή γνώμη να δώσει δίκιο στην Τουρκία. Λέει επί λέξει :

» Το γεγονός ότι η Ελλάδα έρχεται και συζητάει ένα ζήτημα που αφορά την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο σημαίνει πως αναγνωρίζουμε ότι αυτή είναι μια περιοχή όπου και η Τουρκία έχει διεκδικήσεις. Εάν δεν το αναγνωρίζαμε αυτό, δεν θα πηγαίναμε σε συζήτηση.» Θεωρεί ότι έτσι « λέει τα πράγματα έξω από τα δόντια». Εναντίον ποιου;  

 Προσπαθεί να το ισοσκελίσει με έναν αυθαίρετο συλλογισμό: «Το συνολικό όφελος που θα αποκομίσει η χώρα από μία ειρηνική επίλυση της μιας διαφοράς που έχουμε με την Τουρκία θα είναι πολλαπλάσιο του όποιου κόστους μπορεί να υπάρχει στην κοινή γνώμη από κάποια απόφαση» – της Χάγης.

Σα να μην ζει σ’ αυτή τη χώρα και να μην ξέρει την προϊστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Παίρνει μια θέση που κάνει επιθετικό τον Ερντογάν και δίνει στην τουρκική πολιτική «πόντους» προβαλλόμενη στο χρόνο.

Ώρα να μιλήσει -πάλι- ο Καραμανλής

Οι τοποθετήσεις Μητσοτάκη- και η πολιτική που παράγουν -είναι διαμετρικά αντίθετες με όσα είπε ακριβώς πριν από ένα χρόνο  στη Θεσσαλονίκη ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής -συνεχίζοντας στη γραμμή όλων των πρωθυπουργών της παράταξη του  -και τις θέσεις της ΝΔ  ως τώρα:

«Με την Τουρκία οι σχέσεις μας διαχρονικά δοκιμάζονται από τις αυθαίρετες διεκδικήσεις της».  Καμιά σχέση  με αναγνώριση διεκδικήσεων.

«Η  εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συρθεί ούτε να παρασυρθεί από τις μεθοδεύσεις της Τουρκίας και δεν πρέπει να επιτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της».

 Ο σημερινός πρωθυπουργός όχι μόνο παρασύρεται,  αλλά  εμφανίζεται και ως επισπεύδων.

«Πιέσεις για να καθίσουμε και να τα βρούμε δεν γίνονται δεκτές. Χρέος δικό μας είναι να υπερασπιζόμαστε τα δίκαια και τα συμφέροντα της Ελλάδας. Στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Κύπρο μετριέται η αντοχή του Ελληνισμού».

Τέτοιες κουβέντες δεν έχουν βγει από το στόμα του Μητσοτάκη.   

Γι’ αυτό είναι ώρα να μιλήσει ο Καραμανλής και όσοι από την ΝΔ συμφωνούν μαζί του. Με πρώτον ίσως τον υπουργό Εξωτερικών.

 Στα εθνικά θέματα οι αποφάσεις των Πρωθυπουργών δεν κρίνουν μόνο τους ίδιους, αλλά ολόκληρη την παράταξή τους. Γιατί δεν έχουν συνέπειες μόνο στους ιδίους, αλλά στη χώρα. 

 Καμιά συγκυριακή πλειοψηφία δεν μπορεί να εκθεμελιώσει πάγιες εθνικές επιλογές. Αυτές κάποιοι πρέπει να τις υπερασπιστούν. Πριν από όλα στο κόμμα που ανάδειξε επικεφαλής του και Πρωθυπουργό τον Κυριάκο.

Αλλιώς θα υποστούν όλοι μαζί ό,τι υπέστησαν στο ΠΑΣΟΚ και εκείνοι που ανέδειξαν τον Γιώργο.