
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Το 2026 δεν μπήκε με κρότους πυροτεχνημάτων, αλλά με τον βαρύ ήχο της ερπύστριας. Ήρθε όπως φτάνουν οι εισβολές: απροκάλυπτα, βιαστικά, με τη βεβαιότητα εκείνου που ξέρει ότι ποτέ δεν θα λογοδοτήσει.
Ο Τραμπ επιστρέφει – όχι απλώς ως πρόσωπο, αλλά ως σύμπτωμα, αναζωπυρώνοντας μια παλιά, δοκιμασμένη ιδέα: ότι η Λατινική και Νότια Αμερική, η αποκαλούμενη «πίσω αυλή» των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι γεωγραφία, αλλά ιδιοκτησία….
Αυτή τη φορά δεν προηγήθηκε καμία τεχνητή κρίση. Καμία κατασκευασμένη απειλή, κανένα φιαλίδιο «όπλων μαζικής καταστροφής», κανένα σκηνοθετημένο αφήγημα για να σωθούν, έστω για τα μάτια του κόσμου, τα προσχήματα.
Η πράξη είναι γυμνή. Και γι’ αυτό πιο αποκαλυπτική. Δεν πρόκειται απλώς για εισβολή σε ανεξάρτητη, κυρίαρχη χώρα, αλλά για απαγωγή εκλεγμένου ηγέτη. Μια πράξη που ξυπνά μνήμες από τη Χιλή του Αλιέντε, ακόμη κι αν η Ιστορία μας έχει εκπαιδεύσει στη φρίκη και με άλλες «εξαιρέσεις»: τον Νοριέγκα στον Παναμά, τις ατελείωτες παρεμβάσεις στη Λατινική Αμερική, τη βία ως μέθοδο επιβολής.
Η διαφορά σήμερα δεν είναι η πράξη. Είναι η ατμόσφαιρα. Η διεθνής κοινότητα αντιδρά αναιμικά, σχεδόν μηχανικά. Ανακοινώσεις που θυμίζουν δελτία καιρού, λέξεις που αποφεύγουν τα ρήματα δράσης. Ούτε καν λαϊκές διαδηλώσεις στους δρόμους της «φωτισμένης Δύσης»…
Ακόμη και η Ρωσία και η Κίνα, οι υποτιθέμενοι αντίβαροι της αμερικανικής ισχύος, περιορίζονται σε προσεκτικά ζυγισμένες φράσεις, περισσότερο ανήσυχες για τις επιπτώσεις στις αγορές παρά για την ισορροπία της δικαιοσύνης. Όλοι έχουν λάβει το αντίδωρό τους από τη «Νέα Γιάλτα» και κανένας δεν θέλει να σπάσει το γυαλί αν και όλοι βλέπουν τη ρωγμή.
Και κάπου εδώ γεννιέται το ερώτημα που βαραίνει περισσότερο από τα γεγονότα: σε τι κόσμο ζούμε; Έναν κόσμο όπου το διεθνές δίκαιο δεν καταργείται επίσημα αλλά κανονιοβολείται. Γίνεται εργαλείο, παιχνίδι στα χέρια βάναυσων ηγετών που το επικαλούνται όταν τους συμφέρει και το ποδοπατούν όταν τους εμποδίζει. Έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν χρειάζεται πια αφήγημα, γιατί έχει συνηθίσει στη σιωπή.
Το 2026 ξεκίνησε σαν να μην τελείωσε ποτέ ο εικοστός αιώνας. Σαν να μην μάθαμε τίποτα από τα πραξικοπήματα, τις εξορίες, τους «εξαφανισμένους». Σαν να επιστρέφουμε σε μια εποχή όπου η κυριαρχία των κρατών είναι σχετική, ενώ η επιβολή των ισχυρών απόλυτη. Η λέξη «εισβολή» αποστειρώνεται. Η λέξη «απαγωγή» βαφτίζεται «επιχείρηση». Και η δημοκρατία, πάντα ευάλωτη, παρουσιάζεται ως εμπόδιο στη σταθερότητα.
Όμως η Ιστορία έχει μνήμη, ακόμη κι όταν οι κυβερνήσεις προσποιούνται αμνησία. Κάθε τέτοια πράξη αφήνει ίχνη, όχι μόνο στα σύνορα, αλλά στη συλλογική συνείδηση. Το ερώτημα δεν είναι αν το διεθνές δίκαιο πεθαίνει. Είναι πόσοι θα συνεχίσουν να το προφέρουν σαν σπονδή στους θεούς του πολέμου, και πόσοι θα το υπερασπιστούν ως πράξη. Γιατί αν το 2026 μας διδάσκει κάτι από τις πρώτες του μέρες, είναι ότι ο κόσμος που ζούμε δεν γίνεται πιο επικίνδυνος από τα όπλα, αλλά από τη συνήθεια.
Και η συνήθεια στη βία είναι πάντα η πιο ύπουλη μορφή της. Δεν κραυγάζει. Ψιθυρίζει. Δεν σοκάρει. Εξοικειώνει…
Γλιστρά στην καθημερινότητα, ντύνεται κανονικότητα και, πριν το καταλάβουμε, η φρίκη παύει να μας τρομάζει και αρχίζει να μας μοιάζει.

