Ο dead man walking Ανδρουλάκης, η πρώτη ήττα Κασσελάκη και η αποκαθήλωση του μητσoτακισμού

Του Διογένη Λόππα

Η έπαρση με την οποία το σύνολο του πολιτικού συστήματος αντιμετωπίζει την παρούσα κρίσιμη συγκυρία, αντικατοπτρίζεται σε μία διάσημη αποστροφή του κ. Κούλογλου.

Ο πολύπειρος επαγγελματίας αριστερός, αντιδρώντας στην εκλογή Κασσελάκη, είχε δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζει την εκλογή, καθώς ο νέος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ είχε εκλεγεί με ελάχιστες ψήφους, σε αντίθεση με τον ίδιο, ο οποίος είχε εκλεγεί ευρωβουλευτής με 200.000 ολόκληρους σταυρούς.

Φευ.  Η φετινή επίδοση του κ. Κούλογλου, ήταν 2.199 (δύο χιλιάδες εκατόν ενενήντα εννέα) σταυροί, 220,000 πίσω από την επίδοση του κ. Μπελέρη, την ώρα που το κόμμα του έβλεπε την πλάτη της κ. Λατινοπούλου.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πολιτικά ήδη νεκρός κ. Ανδρουλάκης, σχεδόν πανηγύρισε την ήττα του, στη λογική του ότι τσίμπησε κάτι δεκαδικά, πράγμα που αποτελεί τεράστια επιτυχία, αφού με τον ίδιο ρυθμό, θα μπορούσε να εκλεγεί πρωθυπουργός σε περίπου 50 χρόνια.  Δυστυχώς για τον ίδιο, τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ δεν νοούν να ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη δημιουργική λογιστική και πιέζουν για αλλαγή ηγεσίας εδώ και τώρα.

Άλλωστε αποτελεί παράδοση στο δυτικό κόσμο η παραίτηση ενός πολιτικού αρχηγού μετά από μια μεγάλης έκτασης ήττα ή, για κόμματα εξουσίας, μετά τη μακροχρόνια καθίζηση σε απογοητευτικά ποσοστά.  

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τον κ. Κασσελάκη, ο οποίος γνώρισε την πρώτη του και μάλιστα αρκετά οδυνηρή ήττα, που τον απομακρύνει μάλλον οριστικά από τον στόχο του να αποτελέσει αυτόνομα την κυβερνητική εναλλακτική.  Επειδή όμως ο κ. Κασσελάκης έχει νωπή εντολή και επειδή έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει αξιόπιστος δελφίνος είτε να ηγηθεί, είτε να αμφισβητήσει, ο κ. Κασσελάκης παραμένει ο μοναδικός από τους τρεις αρχηγούς που μπορεί ακόμα να ελπίζει.

Κάποιος όμως αρκετά τολμηρός από το επιτελείο του, θα πρέπει να του εξηγήσει, τόσο ότι η πρότασή του απερρίφθη από τον κόσμο της κεντροαριστεράς (που προτίμησε να εκδηλωθεί δια της αποχής), όσο και ότι η τακτική που νομίζει ότι θα ακολουθήσει, δηλαδή η αυτόνομη πορεία, θα τον μετατρέψει σε ελάχιστο χρόνο σε νέο Ανδρουλάκη, δηλαδή σε βαρίδι της προοδευτικής παράταξης.  Αν ο κ. Κασσελάκης διέθετε το χάρισμα του πολιτικού ενστίκτου, θα έπρεπε ήδη από χθές να υπερθεματίζει για άνευ όρων συνασπισμό όλων των προοδευτικών δυνάμεων.  Όλων, Στέφανε.

Η πυρηνική βομβα του εκλογικού αποτελέσματος, φαίνεται πως ζάλισε όλο το σύστημα, αφού για μία και μοναδική φορά στη μεταπολίτευση, δεν υπήρξε κανένας νικητής, παρά μόνον ηττημένοι.  Ασφαλώς η εκτίναξη της κηραλοιφής και η εμφάνιση στο προσκήνιο έτερων αντιδραστικών σχηματισμών που δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν και που θα εξαερωθούν στην πρώτη εμφάνιση σοβαρής ηγεσίας στο χώρο τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί στρατηγική νίκη.  

Στρατηγική ήττα, όμως, υπέστη το πρόσωπο του πρωθυπουργού.  Όχι τόσο η παράταξη της δεξιάς, η οποία φάνηκε να συγκρατεί κάποιες δυνάμεις, αλλά ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος ζώντας σε παράλληλο σύμπαν, έκανε το μοιραίο λάθος να ταυτίσει τις εκλογές με το πρόσωπό του, ουσιαστικά ζητώντας ψήφο εμπιστοσύνης από τους πολίτες.  Αυτό που τελικά εισέπραξε, είναι μια άνευ προηγουμένου αποδοκιμασία, που αν συνδυαστεί και με την πρωτοφανή αποχή, ποιεί άκρως επισφαλή τη θέση του και σίγουρα καθολικά αντιδημοφιλή την όλη πολιτική παρουσία του. 

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, παρακολουθώ την πρώτη και καθυστερημένη αντίδραση ενός ηγέτη σε αποδρομή, έναν μη – ανασχηματισμό.  Ο κ. Μητσοτάκης βρίσκεται σε τόσο απελπιστική θέση, που δεν είναι σε θέση να κάνει ούτε ανασχηματισμό, κρατώντας σχεδόν όλους τους κορυφαίους υπουργούς του στη θέση τους.  

Αυτή η παροιμιώδης ατολμία, μπορεί μόνο να μεταφραστεί σε mea culpa και μάλλον πάμε για πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο, δηλαδή την πιο ευνοϊκή ώρα για το κυβερνών κόμμα, πριν προλάβει να οργανωθεί η κεντροαριστερά, εκλέγοντας αρχηγό.  

Η στρατηγική ήττα του κ. Μητσοτάκη ήταν μάλλον προβλέψιμη, όχι τόσο από τις γνωστές υποθέσεις που τον ταλαιπωρούν, όσο από την αδυναμία του να προσδιορίσει το πολιτικό του στίγμα.  Δε γίνεται να είσαι ταυτόχρονα με το δικαιωματισμό και με τον Μπελέρη.  Δε γίνεται την ίδια ώρα να παριστάνεις τον μακεδονομάχο, αλλά να σέρνεσαι και πίσω από τον Ζελένσκι.  

Για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση, δεν υπάρχει στην Ελλάδα πλειοψηφούσα παράταξη.  Ούτε η κεντροδεξιά, ούτε η κεντροαριστερά, ούτε η καλπάζουσα αντισυστημική δεξιά μπορούν να ισχυριστούν ότι διαθέτουν ρεύμα.  

Ρεύμα διαθέτει η παράταξη της αποχής, την οποία στήριξα και εγώ προσωπικά, ακριβώς επειδή ήθελα να στείλω ένα ηχηρό μήνυμα προς το σύνολο του πολιτικού συστήματος.

Πρώτα από όλα να αποδοκιμάσω καθολικά τις κυβερνητικές πρακτικές και την παρασιτική οικονομία των funds.

Με την ίδια ένταση όμως, θέλησα να αποδοκιμάσω και τα δύο κόμματα της προοδευτικής παράταξης.

Το ΠΑΣΟΚ γιατί με την ηττοπαθή και αλαζονική στάση της ηγεσίας του και την άρνηση κάθε συνεργασίας, πέταξε ακόμα μια ευκαιρία να ηττηθεί η χειρότερη κυβέρνηση της Γ΄ελληνικής δημοκρατίας. 

Τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έχασε το μέτρο και αντί να επικεντρωθεί σε καυτά κεντρικά πολιτικά ζητήματα, επιδόθηκε σε μια στείρα αντιπαράθεση ηγετών, λες και αυτό ενδιαφέρει κανέναν, ποιός δηλαδή έχει τα περισσότερα σπίτια, τις περισσοτερες οφσορ και ποιος πουλάει καλύτερα τη μιζέρια του στα πρωινάδικα και στο τικτοκ.  

Τέλος, σύντροφοι, την ώρα που τα funds κάνουν κυριολεκτικά πάρτι με τους πλειστηριασμούς απέναντι σε έντιμους συμπολίτες μας που χάνουν την περιουσία τους όχι μόνο με την ανοχή, αλλά και με την αγαστή συνέργεια του πολιτικού συστήματος, δε βγαίνεις κάθε τρεις και λίγο να επιδείξεις τη σπιταρόνα σου  και τη ζωάρα σου.