
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιστρέψει στο προσκήνιο μία από τις πλέον εύκολες απαντήσεις της ελληνικής πολιτικής συζήτησης: η αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων ως μέσο χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους, περιορισμού των ανισοτήτων και αναδιανομής του πλούτου. Η ιδέα έχει το πλεονέκτημα της πολιτικής απλότητας. Υπάρχει ένας πλούτος, υπάρχουν μέτοχοι που τον καρπώνονται και υπάρχει ένα κράτος που μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερο μέρος του. Το πρόβλημα είναι ότι η οικονομία του 21ου αιώνα δεν είναι τόσο απλή.
Το μέρισμα είναι μόνο το τελευταίο στάδιο μιας πολύ πιο σύνθετης διαδρομής. Πριν φτάσει στον μέτοχο, το εισόδημα έχει παραχθεί από μια επιχείρηση, έχει φορολογηθεί σε εταιρικό επίπεδο και μπορεί στη συνέχεια να διανεμηθεί, να επανεπενδυθεί ή να κινηθεί μέσα από ένα πλέγμα εταιρειών, holding companies και διαφορετικών φορολογικών δικαιοδοσιών. Η αύξηση του φόρου στο τελευταίο στάδιο μπορεί επομένως να είναι πολιτικά ελκυστική, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο. Δεν είναι απλώς πόσο θα φορολογήσουμε τα μερίσματα, αλλά ποιο μέρος της οικονομικής αξίας που παράγεται μέσα σε μια χώρα μπορεί πράγματι να συλλάβει το κράτος. Και ακόμη περισσότερο: πώς μπορεί να το κάνει χωρίς να μετατρέψει τη φορολογία σε αντικίνητρο για την επένδυση, την επιχειρηματικότητα και την παραγωγή. Από αυτή την άποψη, η συζήτηση για τα μερίσματα είναι μόνο η αφετηρία. Το πραγματικό ζήτημα είναι η φορολογική κυριαρχία.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση γύρω από τη φορολόγηση του εταιρικού πλούτου και των μερισμάτων χρειάζεται να εξεταστεί πέρα από την πολιτική της ευκολία. Η οικονομική ρητορική της ευρωπαϊκής αριστεράς έχει διαχρονικά θέσει στο επίκεντρο την αύξηση της φορολόγησης των υπερκερδών και των μερισμάτων, με την υπόσχεση ότι ένα μεγαλύτερο μέρος του πλούτου θα επιστρέψει στην κοινωνία μέσω ενός «κοινωνικού μερίσματος». Η δυσκολία αρχίζει όταν αυτή η πολιτική πρόθεση συναντά την πραγματική αρχιτεκτονική του σύγχρονου καπιταλισμού.
Γιατί ενώ η εργασία, η κατανάλωση και μεγάλο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας παραμένουν δεμένα με έναν συγκεκριμένο τόπο, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο έχει αποκτήσει μια πρωτοφανή δυνατότητα μετακίνησης ανάμεσα σε δικαιοδοσίες, νομικές μορφές και εταιρικές δομές.
Η αντίφαση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην περιφέρεια της Ευρωζώνης. Μια κυβέρνηση μπορεί να αποφασίσει να αυξήσει τον φόρο επί των μερισμάτων, όμως δεν φορολογεί ένα αφηρημένο «κεφάλαιο». Φορολογεί μια συγκεκριμένη ροή εισοδήματος, η οποία μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μεταβληθεί ως προς τον αποδέκτη, τη νομική της μορφή ή τη δικαιοδοσία στην οποία καταλήγει. Το κεφάλαιο δεν χρειάζεται πάντοτε να μετακινήσει το εργοστάσιο, το λιμάνι, το αεροδρόμιο ή το δίκτυο ενέργειας. Σε πολλές περιπτώσεις αρκεί να μεταβάλει τον ιδιοκτησιακό ή χρηματοοικονομικό ενδιάμεσο μέσω του οποίου εισπράττεται η πρόσοδος.
Εδώ βρίσκεται μια από τις λιγότερο κατανοητές πλευρές της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς. Η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων δεν αποτελεί απλώς μια αρχή που διευκολύνει τις επενδύσεις. Δημιουργεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η φορολογική μεταχείριση των εταιρικών κερδών και των διασυνοριακών διανομών εξαρτάται από ένα σύνθετο πλέγμα ευρωπαϊκών οδηγιών, συμβάσεων, εθνικών κανόνων και μηχανισμών κατά της φορολογικής κατάχρησης. Χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία ή η Κύπρος δεν είναι οι παλιές offshore των τροπικών παραδείσων με ευρωπαϊκή σημαία. Αποτελούν τμήματα μιας θεσμικής γεωγραφίας μέσα στην οποία η εταιρική ιδιοκτησία μπορεί να οργανωθεί έτσι ώστε η φορολογική μεταχείριση μιας διασυνοριακής ροής να διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη που θα προέκυπτε εάν ο τελικός δικαιούχος ήταν άμεσα ένας εγχώριος ιδιώτης.
Ο μηχανισμός είναι χαρακτηριστικός στην περίπτωση των εταιρειών συμμετοχών, των γνωστών holding companies. Η λειτουργία τους δεν είναι από μόνη της παράνομη ούτε αποτελεί κατ’ ανάγκην φορολογική κατάχρηση. Μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής φορολογικής νομοθεσίας δημιουργήθηκε ακριβώς για να αποτρέψει τη διπλή φορολόγηση των ίδιων εταιρικών κερδών όταν αυτά μετακινούνται μέσα στην ενιαία αγορά.
Η Οδηγία 2011/96/ΕΕ του Συμβουλίου, γνωστή ως Οδηγία Μητρικών και Θυγατρικών, προβλέπει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις την απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου των διανομών κερδών από θυγατρική εταιρεία προς μητρική εταιρεία εγκατεστημένη σε άλλο κράτος-μέλος, με στόχο την αποφυγή της διπλής φορολόγησης των εταιρικών κερδών.
Η Οδηγία τροποποιήθηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/121, η οποία εισήγαγε έναν γενικό κανόνα κατά των καταχρηστικών πρακτικών (General Anti-Abuse Rule – GAAR), προβλέποντας ότι τα φορολογικά πλεονεκτήματα δεν εφαρμόζονται σε ρυθμίσεις ή διαδοχικές ρυθμίσεις που είναι μη γνήσιες και έχουν ως κύριο σκοπό ή ως έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος.
Η διάταξη αυτή έχει μια θεμιτή οικονομική λογική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν εξετάσουμε τη διαφορετική δυνατότητα των οικονομικών υποκειμένων να αξιοποιήσουν αυτό το σύστημα. Μια μικρή ελληνική επιχείρηση ή ένας ιδιώτης μέτοχος δεν διαθέτει συνήθως τη δυνατότητα να ανασχεδιάσει την εταιρική του δομή σε διεθνές επίπεδο. Ένας μεγάλος επιχειρηματικός όμιλος, αντίθετα, μπορεί να διαθέτει θυγατρικές, holding companies, χρηματοδοτικές εταιρείες και εταιρείες συμμετοχών σε περισσότερες δικαιοδοσίες, ώστε η φορολογική του οργάνωση να αποτελεί μέρος του ίδιου του επιχειρηματικού σχεδιασμού.
Η διαφορά γίνεται σαφέστερη αν εξετάσουμε τι συμβαίνει σε μια τυπική ελληνική εταιρεία. Εάν εμφανίσει κέρδη 100 ευρώ, αυτά υπόκεινται καταρχάς στον εταιρικό φόρο εισοδήματος, με τον ισχύοντα συντελεστή 22%. Μετά την καταβολή των 22 ευρώ απομένουν 78 ευρώ. Εάν τα 78 ευρώ διανεμηθούν ως μέρισμα σε μέτοχο που υπόκειται στον προβλεπόμενο φόρο μερισμάτων, εφαρμόζεται και η σχετική παρακράτηση 5%. Ο μέτοχος θα λάβει έτσι 74,10 ευρώ. Η συνολική φορολογική επιβάρυνση επί του αρχικού εταιρικού κέρδους ανέρχεται, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, σε 25,9%. Δεν πρόκειται για έναν ενιαίο φόρο 27%, αλλά για δύο διαφορετικά φορολογικά επίπεδα: πρώτα το κέρδος της εταιρείας και στη συνέχεια το εισόδημα του μετόχου από τη διανομή.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η σημασία της εταιρικής μορφής του μετόχου. Εάν ο μέτοχος είναι φυσικό πρόσωπο, η διανομή αντιμετωπίζεται ως εισόδημα από μέρισμα και υπόκειται στην προβλεπόμενη φορολογική μεταχείριση. Εάν όμως ο μέτοχος είναι εταιρεία εγκατεστημένη σε άλλο κράτος-μέλος και πληρούνται οι προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας, η διανομή μπορεί, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να πραγματοποιηθεί χωρίς ελληνική παρακράτηση φόρου. Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι ότι «το μεγάλο κεφάλαιο δεν φορολογείται», αλλά ότι η φορολογική μεταχείριση της ίδιας οικονομικής ροής μεταβάλλεται ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη της.
Αυτός ο διαχωρισμός είναι καθοριστικός. Η ελληνική εταιρεία έχει ήδη φορολογηθεί για τα κέρδη της. Η διαφορά δημιουργείται στο δεύτερο επίπεδο, εκεί όπου αποφασίζεται ποιος εισπράττει το μέρισμα και με ποιο φορολογικό καθεστώς. Μια ευρωπαϊκή holding που πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις μπορεί να λάβει το μέρισμα χωρίς την αντίστοιχη ελληνική παρακράτηση, ενώ η φορολογική μεταχείριση στη χώρα εγκατάστασής της εξαρτάται από το εκεί ισχύον καθεστώς, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων απαλλαγής συμμετοχών. Η διαδικασία δεν είναι αυτόματη ούτε ανεξέλεγκτη. Οι κανόνες κατά της κατάχρησης απαιτούν να μην πρόκειται απλώς για τεχνητές κατασκευές χωρίς πραγματική οικονομική υπόσταση. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι η ύπαρξη ενός «μαγικού μηδενικού φόρου», αλλά η δυνατότητα που παρέχει η θεσμική αρχιτεκτονική της ενιαίας αγοράς να οργανώνεται η φορολογική διαδρομή του εισοδήματος με τρόπους που ένας μικρός εγχώριος μέτοχος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική ασυμμετρία. Η φορολογική νομοθεσία μπορεί να είναι τυπικά ίδια για όλους, αλλά η δυνατότητα αξιοποίησής της δεν είναι ίδια για όλους. Η διεθνής κινητικότητα του κεφαλαίου αποτελεί οικονομικό πόρο από μόνη της. Ο μεγάλος όμιλος μπορεί να επενδύσει σε φορολογικό σχεδιασμό, να δημιουργήσει εταιρικές δομές, να αξιοποιήσει συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας και να μεταβάλει τη διαδρομή των εισοδημάτων του. Ο μικρός μέτοχος δεν μπορεί να κάνει τίποτε από αυτά. Η ισότητα απέναντι στον φορολογικό νόμο, συνεπώς, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ισότητα ως προς την πραγματική φορολογική δυνατότητα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση του φόρου μερισμάτων είναι αναποτελεσματική. Σημαίνει κάτι πιο συγκεκριμένο: ότι η αποτελεσματικότητα ενός μονομερούς φόρου πάνω σε μια κινητή φορολογική βάση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά ανάμεσα στη φορολογική μεταχείριση ενός άμεσα φορολογούμενου φυσικού προσώπου και εκείνη μιας πολυεπίπεδης εταιρικής δομής, τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρο για φορολογικό σχεδιασμό. Η δημοσιονομική πολιτική, επομένως, δεν πρέπει να μετρά την επιτυχία της μόνο από το ύψος του φορολογικού συντελεστή, αλλά από την πραγματική φορολογική βάση που τελικά κατορθώνει να συλλάβει.
Αυτό είναι το σημείο όπου χρειάζεται να εγκαταλείψουμε μια παλιά και μάλλον απλοϊκή αντίληψη της φορολογικής πολιτικής. Το δίλημμα δεν είναι «χαμηλοί φόροι για τις επιχειρήσεις ή υψηλοί φόροι για τους πλούσιους». Ένα σύγχρονο κράτος μπορεί να επιλέξει κάτι πολύ πιο σύνθετο: να φορολογεί διαφορετικά το κανονικό επιχειρηματικό κέρδος και διαφορετικά την οικονομική πρόσοδο που προκύπτει από έναν σπάνιο πόρο, μια περιορισμένη αγορά, μια δημόσια παραχώρηση ή μια έκτακτη συγκυρία.
Η διάκριση είναι θεμελιώδης. Το κέρδος από μια καινοτόμο επένδυση σε μια ανταγωνιστική αγορά δεν είναι οικονομικά το ίδιο πράγμα με την υπεραπόδοση που προκύπτει επειδή μια εταιρεία εκμεταλλεύεται έναν φυσικό πόρο, μια αποκλειστική άδεια, μια στρατηγική υποδομή ή μια συγκυριακή εκτίναξη των τιμών. Στην πρώτη περίπτωση το κράτος έχει κάθε λόγο να προστατεύει την επένδυση και την επιχειρηματικότητα. Στη δεύτερη μπορεί να διεκδικεί μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής προσόδου χωρίς να αμφισβητεί την ιδιωτική ιδιοκτησία της επιχείρησης.
Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικότητα κάποιας κρατικιστικής οικονομικής σχολής. Το Ηνωμένο Βασίλειο προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην ηλεκτρική ενέργεια, το Electricity Generator Levy σχεδιάστηκε για να συλλάβει τις έκτακτες εισπράξεις που υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο επίπεδο αναφοράς. Από την 1η Ιουλίου 2026 ο συντελεστής του αυξήθηκε από 45% σε 55%. Στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, η βρετανική φορολογία χρησιμοποιεί ειδικό ring-fence καθεστώς, με Ring Fence Corporation Tax 30% και Supplementary Charge 10%, ενώ το νέο Oil and Gas Revenue Levy προβλέπει επιπλέον επιβάρυνση 35% για έσοδα από πωλήσεις πάνω από συγκεκριμένα όρια σε περιόδους υψηλών τιμών.
Η σημασία αυτών των παραδειγμάτων δεν βρίσκεται στο ύψος των βρετανικών συντελεστών. Βρίσκεται στη φιλοσοφία τους. Το κράτος δεν λέει ότι μια εταιρεία πρέπει να φορολογηθεί περισσότερο επειδή είναι μεγάλη ή επειδή ανήκει σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό τύπο. Εντοπίζει μια ιδιαίτερη πηγή οικονομικής προσόδου και σχεδιάζει έναν μηχανισμό ώστε μέρος αυτής να επιστρέφει στο δημόσιο ταμείο. Η λογική είναι λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο θεσμική: φορολογείται η υπεραπόδοση, όχι η επιχειρηματικότητα ως τέτοια.
Το ίδιο ισχύει και για την αντιμετώπιση της τεχνητής μεταφοράς κερδών. Από το 2026 το βρετανικό σύστημα έχει αντικαταστήσει το προηγούμενο Diverted Profits Tax με τους κανόνες Unassessed Transfer Pricing Profits, εντάσσοντας τον μηχανισμό στο πλαίσιο του Corporation Tax και στοχεύοντας συγκεκριμένες πρακτικές πολυεθνικών που οδηγούν σε διάβρωση της βρετανικής φορολογικής βάσης. Το μήνυμα είναι σαφές: η φορολογική διοίκηση δεν αρκείται να περιμένει τη δήλωση των κερδών. Εξετάζει αν τα κέρδη που εμφανίζονται σε μια δικαιοδοσία ανταποκρίνονται στην οικονομική δραστηριότητα που πραγματικά πραγματοποιείται εκεί.
Αυτή είναι ίσως η πιο χρήσιμη κατεύθυνση για μια χώρα όπως η Ελλάδα. Δεν χρειάζεται να γίνει το κράτος ιδιοκτήτης των μεγάλων επιχειρήσεων. Χρειάζεται να γίνει πολύ καλύτερος φορολογικός μηχανικός. Να μπορεί να διακρίνει το κανονικό κέρδος από την οικονομική πρόσοδο, την παραγωγική επένδυση από την έκτακτη απόδοση, την πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα από την τεχνητή μεταφορά κερδών. Να φορολογεί εκεί όπου η αξία δημιουργείται και όχι απλώς εκεί όπου τελικά εμφανίζεται η λογιστική της μορφή.
Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε οικονομίες όπου μεγάλο μέρος της αξίας συνδέεται με δημόσιους πόρους και υποδομές. Μια εταιρεία μπορεί να εκμεταλλεύεται έναν αερολιμένα, ένα λιμάνι, ένα δίκτυο ενέργειας, μια συχνότητα τηλεπικοινωνιών, μια μεταλλευτική περιοχή ή μια άλλη δημόσια παραχώρηση χωρίς το κράτος να χρειάζεται να κατέχει την ίδια την επιχείρηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πρόσβαση στον δημόσιο πόρο πρέπει να παρέχεται με αντάλλαγμα ένα σταθερό και αμετάβλητο τέλος, ανεξάρτητα από το ύψος της οικονομικής αξίας που δημιουργείται.
Εδώ μπορεί να υπάρξει μια πολύ πιο σύγχρονη μορφή δημόσιας συμμετοχής: όχι απαραίτητα στην ιδιοκτησία της επιχείρησης, αλλά στην οικονομική πρόσοδο που δημιουργεί η παραχώρηση. Μεταβλητά τέλη, royalties, μηχανισμοί συμμετοχής στα έσοδα, τέλη που συνδέονται με την απόδοση ή ρήτρες συμμετοχής στην υπεραπόδοση μπορούν να επιτρέψουν στο Δημόσιο να εισπράττει περισσότερα όταν η οικονομική αξία της παραχώρησης αυξάνεται. Το κράτος δεν γίνεται επιχειρηματίας. Γίνεται όμως ενεργός διαχειριστής της αξίας των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων του.
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Μια αεροπορική εταιρεία μπορεί να μεταφέρει τη χρηματοοικονομική της δομή σε μια άλλη δικαιοδοσία. Δεν μπορεί όμως να μεταφέρει έναν ελληνικό διάδρομο προσγείωσης. Μια εταιρεία ενέργειας μπορεί να αναδιοργανώσει τις εταιρείες συμμετοχών της. Δεν μπορεί να μετακινήσει ένα δίκτυο διανομής ή ένα αιολικό πάρκο που βρίσκεται εγκατεστημένο στην ελληνική επικράτεια. Μια μεταλλευτική εταιρεία μπορεί να αναζητήσει διαφορετικές χρηματοδοτικές δομές. Δεν μπορεί να μεταφέρει το υπέδαφος μιας χώρας. Εκεί βρίσκεται μια φορολογική βάση πολύ λιγότερο κινητή από το χρηματοοικονομικό εισόδημα.
Η ελληνική περίπτωση δείχνει με ιδιαίτερη καθαρότητα το πρόβλημα. Το 2025 οι εισηγμένες ελληνικές επιχειρήσεις διένειμαν συνολικά περίπου 6,2 δισ. ευρώ σε μερίσματα, ενώ η συμμετοχή των διεθνών επενδυτών στην κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών έφθασε περίπου το 69,3%. Με μια πρώτη προσέγγιση, αυτό σημαίνει ότι περίπου 4,3 δισ. ευρώ αντιστοιχούν σε μερίσματα που κατευθύνονται σε επενδυτές εκτός της άμεσης εγχώριας μετοχικής βάσης. Το ποσό αυτό, βεβαίως, δεν μπορεί να ταυτιστεί αυτομάτως με φορολογική απαλλαγή, καθώς η τελική φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από τη νομική μορφή και τη φορολογική κατοικία του δικαιούχου. Ωστόσο, η διαφορά είναι αποκαλυπτική: ένα μέρος αυτών των διανομών καταλήγει σε διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και θεσμικούς επενδυτές, ενώ ένα άλλο μέρος μπορεί να καταλήγει σε εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε άλλες ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας. Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, αντίθετα, εφαρμόζεται ο ελληνικός φόρος μερισμάτων 5%. Επομένως, από τα περίπου 6,2 δισ. ευρώ των συνολικών διανομών, η φορολογική βάση που αντιμετωπίζει τον ελληνικό φόρο μερισμάτων δεν συμπίπτει με το σύνολο των διανεμόμενων κερδών ούτε με το σύνολο των μερισμάτων που συνδέονται με ελληνικές επιχειρήσεις. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η αύξηση του φόρου μερισμάτων δεν πλήττει κατ’ ανάγκην με τον ίδιο τρόπο το σύνολο του κεφαλαίου που λαμβάνει μερίσματα από την ελληνική οικονομία. Η φορολογική επιβάρυνση εξαρτάται από το ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη της διανομής και από το νομικό και φορολογικό καθεστώς μέσω του οποίου εισπράττει το εισόδημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημόσια περιουσία πρέπει να παραμένει υποχρεωτικά υπό κρατικό έλεγχο ούτε ότι κάθε ιδιωτική επένδυση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ύποπτη. Το αντίθετο. Ένα αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα πρέπει να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επενδύουν, να καινοτομούν και να αναλαμβάνουν κινδύνους. Αλλά η οικονομική ελευθερία δεν συνεπάγεται ότι κάθε πρόσοδος που προκύπτει από τη χρήση ενός σπάνιου δημόσιου πόρου πρέπει να παραμένει εξ ολοκλήρου ιδιωτική.
Το κράτος, επομένως, δεν χρειάζεται να γίνει επιχειρηματίας για να έχει πόρους. Χρειάζεται να γνωρίζει πού δημιουργείται η οικονομική αξία και ποιο μέρος αυτής προκύπτει από την ίδια την επιχειρηματική δραστηριότητα και ποιο από τη χρήση ενός πόρου που ανήκει στην κοινωνία, από μια περιορισμένη αγορά, από μια παραχώρηση ή από μια συγκυριακή υπεραπόδοση.
Αυτή η προσέγγιση μετατοπίζει και το περιεχόμενο της συζήτησης για το «κοινωνικό μέρισμα». Το κοινωνικό μέρισμα δεν χρειάζεται να είναι το αποτέλεσμα μιας θεαματικής αύξησης του φόρου στα μερίσματα. Μπορεί να προκύπτει από ένα ευρύτερο σύστημα δημόσιων εσόδων που συλλαμβάνει μέρος των οικονομικών προσόδων εκεί όπου αυτές δημιουργούνται: από φυσικούς πόρους, δημόσιες παραχωρήσεις, έκτακτες υπεραποδόσεις, μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές θέσεις και κέρδη που τεχνητά μεταφέρονται εκτός της χώρας.
Αυτό απαιτεί ασφαλώς ισχυρότερη φορολογική διοίκηση, καλύτερα πληροφοριακά συστήματα, αποτελεσματικούς ελέγχους ενδοομιλικών συναλλαγών και ευρωπαϊκό συντονισμό. Αλλά απαιτεί κυρίως αλλαγή νοοτροπίας. Η φορολογική πολιτική δεν πρέπει να μετριέται από το πόσο υψηλό είναι το ποσοστό που αναγράφεται στον νόμο. Πρέπει να μετριέται από το πόσο αποτελεσματικά μπορεί το κράτος να μετατρέψει την οικονομική δραστηριότητα σε δημόσια έσοδα χωρίς να καταστρέφει τα κίνητρα για παραγωγή και επένδυση.
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ένα μεγαλύτερο κράτος. Είναι ένα εξυπνότερο κράτος. Ένα κράτος που δεν χρειάζεται να κρατικοποιεί τις επιχειρήσεις για να διεκδικεί το δημόσιο μερίδιο από την οικονομική αξία που παράγεται στην επικράτειά του, αλλά μπορεί να αφήνει την αγορά να παράγει πλούτο χωρίς να της παραχωρεί το δικαίωμα να αποφασίζει μόνη της πόσο από αυτόν τον πλούτο θα θεωρηθεί φορολογητέος.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα της σύγχρονης φορολογικής πολιτικής δεν είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει φόρους. Είναι ότι συχνά επιμένει να φορολογεί εκεί όπου ο πλούτος είναι περισσότερο κινητός και λιγότερο εκεί όπου η οικονομική αξία είναι υλικά εγκατεστημένη. Το κεφάλαιο μπορεί να μετακινεί χρήμα, εταιρικές δομές και λογιστικές εγγραφές. Δεν μπορεί πάντοτε να μετακινεί τη γη, τα δίκτυα, τις υποδομές, τους φυσικούς πόρους και τις γεωγραφικές συνθήκες που καθιστούν δυνατή την παραγωγή.
Γι’ αυτό η φορολογική πολιτική του μέλλοντος δεν θα κριθεί από το ποιος θα επιβάλει τον υψηλότερο συντελεστή στα μερίσματα. Θα κριθεί από το ποιος θα μπορέσει να σχεδιάσει το αποτελεσματικότερο σύστημα σύλληψης της οικονομικής προσόδου χωρίς να υπονομεύσει την παραγωγή. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην περισσότερη κρατική ιδιοκτησία. Χρειάζεται περισσότερη φορολογική ικανότητα, καλύτερη διαπραγμάτευση των δημόσιων παραχωρήσεων, αποτελεσματικότερο έλεγχο των πολυεθνικών και μια φορολογική αρχιτεκτονική που θα αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο κέρδος και στην πρόσοδο.
Η πραγματική σύγκρουση, επομένως, δεν βρίσκεται ανάμεσα στο κράτος και την επιχείρηση. Βρίσκεται ανάμεσα σε ένα κράτος που απλώς φορολογεί ό,τι μπορεί να εντοπίσει και σε ένα κράτος που είναι αρκετά ικανό ώστε να εντοπίζει εκεί όπου πραγματικά βρίσκεται η φορολογητέα ύλη. Και αυτή ίσως είναι η ουσιαστικότερη μετατόπιση που χρειάζεται η συζήτηση για τη φορολογία του πλούτου: από την τιμωρία του κεφαλαίου στη σύλληψη της προσόδου, από την αύξηση των συντελεστών στη βελτίωση των θεσμών και από την ιδεολογική αντιπαράθεση στην αποτελεσματική οικονομική διακυβέρνηση.

