Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Παρίσι και Βερολίνο εξακολουθούν να έχουν σοβαρές διαφωνίες

Του Nicholas Vinocur *

Η άνοδος του Εμανουέλ Μακρόν στην εξουσία αναβιώνει τη γαλλογερμανική σχέση – τουλάχιστον στην επιφάνεια.

Όταν η Αγγελα Μέρκελ εξέφρασε την περασμένη εβδομάδα στο Παρίσι την υποστήριξή της στα σχέδια για ένα ευρωπαϊκό μαχητικό αεροσκάφος, ο γάλλος πρόεδρος μίλησε για μια «βαθιά επανάσταση» στη συνεργασία τους – έστω κι αν το κόστος και οι εταιρείες κατασκευής του αεροσκάφους είναι ακόμη άγνωστες. Γιατί αυτό το σχέδιο, όπως και οι πρωτοβουλίες για την εκμάθηση της γαλλικής και της γερμανικής στις αντίστοιχες χώρες, δείχνει μια προθυμία για τη σύσφιγξη των γαλλογερμανικών σχέσεων. Γι’ αυτό άλλωστε η Μέρκελ έχει υιοθετήσει τις προτάσεις του Μακρόν για μια βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, που θα συνοδεύεται από τη θέσπιση ενός υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης και ενός κοινού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.

Όταν ο Μακρόν μιλά για ανισορροπία του ευρώ, ασκεί εμμέσως κριτική στην ΕΚΤ, η οποία δαπανά δισεκατομμύρια για να αυξήσει τον πληθωρισμό, χωρίς να το καταφέρνει. Ο χαμηλός πληθωρισμός, όμως, ευνοεί τη γερμανική οικονομία που στηρίζεται στις εξαγωγές.

Παρά την καλή θέληση που υπάρχει όμως, παραμένουν σοβαρές διαφωνίες σε θέματα όπως το γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα, η γαλλική αξιοπιστία αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις ή ο προϋπολογισμός για την άμυνα. Και πολλά θα κριθούν από το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών. Αν η Μέρκελ νικήσει και συνεργαστεί με τους Σοσιαλδημοκράτες, θα ασκηθούν πιέσεις για τη μείωση του αμυντικού προϋπολογισμού. Αν, αντίθετα, συνεργαστεί με τους Πράσινους και τους Ελεύθερους Δημοκράτες, θα υπάρχει αντίσταση στα σχέδια για κοινό προϋπολογισμό και υπουργό Οικονομικών.

Πέντε είναι τα βασικά σημεία διαφωνίας μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας.

1)   Το πλεόνασμα της Γερμανίας στο εμπόριο και τις τρέχουσες συναλλαγές. Ο Μακρόν, όπως και ο πρόεδρος Τραμπ, το θεωρεί απαράδεκτο. Σύμφωνα με τον γάλλο πρόεδρο, η ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας οφείλεται εν μέρει στις δυσλειτουργίες του ευρώ και στην αδυναμία άλλων οικονομιών. Η Γερμανία δεν απορρίπτει εντελώς αυτές τις κριτικές: τον περασμένο Μάιο, ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπε είπε στο περιοδικό Der Spiegel ότι το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της χώρας του, που ισοδυναμεί με το 8% του ΑΕΠ, είναι υπερβολικά υψηλό.

Όταν όμως φτάνουν στο δια ταύτα, οι δύο χώρες παραμένουν μακριά η μία από την άλλη. Ο Μακρόν θέλει από τη Γερμανία να αρχίσει να στρέφει τα πλεονάσματά της προς τη νότια Ευρώπη, θέτοντας σε κίνηση μια ευρωπαϊκή ένωση μεταβιβάσεων, αλλά ο Σόιμπλε απαντά ότι κάτι τέτοιο πρέπει να εγκριθεί από του ψηφοφόρους.

2)Η απροθυμία του Βερολίνου να αυξήσει τον αμυντικό της προϋπολογισμό ή να εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Μακρόν αξιοποίησε την επίσκεψη του Τραμπ στις 14 Ιουλίου για να δείξει πόσο διαφορετικές είναι οι χώρες σε αυτό το πεδίο. Ο ίδιος έχει δεσμευτεί να αυξήσει μέχρι το 2015 τον αμυντικό προϋπολογισμό στο 2% του ΑΕΠ, όπως έχει ζητήσει το ΝΑΤΟ. Η Μέρκελ έχει επίσης υποσχεθεί ότι θα το κάνει, αλλά δεν έχει πει πότε.
Ο κόσμος είναι όλο και πιο επικίνδυνος, είπε ο Μακρόν σε μια συνέντευξή του, και είναι αφελές να συνεχίσει μια χώρα να ζει κάτω από μια ξένη ομπρέλα.

3)   Η ικανότητα του Μακρόν για μεταρρυθμίσεις. Αν ο Γάλλος πρόεδρος καταφέρει να αλλάξει την εργατική νομοθεσία μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, και συγκεκριμένα να χαλαρώσει τους κανόνες για τις προσλήψεις και τις απολύσεις, να αλλάξει το σύστημα των επιδομάτων και να παραμείνει παρόλα αυτά εντός των στόχων για τη μείωση του ελλείμματος, θα στερήσει τη Γερμανία από μια σοβαρή δικαιολογία για να μην προχωρεί στη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης.

Οι επιφυλάξεις της Γερμανίας, όμως, παραμένουν ισχυρές. Και δεν είναι διατεθειμένη να επαινέσει τη Γαλλία για την οικονομία της όσο η ανεργία παραμένει υψηλή, η ανάπτυξη αναιμική και το χρέος μεγάλο. Επιπλέον, το Βερολίνο περιμένει να δει πώς θα αντιμετωπίσει ο Μακρόν τις διαδηλώσεις που αναμένεται να οργανώσουν τον Σεπτέμβριο ο αρχηγός της άκρας Αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν και τα συνδικάτα εναντίον της «καταστροφής του γαλλικού δικτύου προστασίας».

Αν ο Γάλλος πρόεδρος καταφέρει να αλλάξει την εργατική νομοθεσία μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, και συγκεκριμένα να χαλαρώσει τους κανόνες για τις προσλήψεις και τις απολύσεις, να αλλάξει το σύστημα των επιδομάτωνθα στερήσει τη Γερμανία από μια σοβαρή δικαιολογία για να μην προχωρεί στη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης.

4)   Η πορεία για την ενοποίηση της ευρωζώνης. Οποτε η γερμανίδα καγκελάριος μιλά για έναν υπουργό Οικονομικών της ευρωζώνης, σπεύδει να προσθέσει ότι αυτό θα γίνει «όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες». Και όποτε ο Σόιμπλε αναφέρεται σε έναν κοινό προϋπολογισμό, λέει ότι κάτι τέτοιο απαιτεί αλλαγή των συνθηκών. Και ενώ Μέρκελ και Μακρόν λένε ότι αυτό δεν αποτελεί πλέον ταμπού, η γερμανίδα καγκελάριος αποφεύγει να το περιλάβει στο προεκλογικό της πρόγραμμα. Πολλά θα εξαρτηθούν λοιπόν από τους εταίρους της στην κυβέρνηση μετά τον Σεπτέμβριο.

Ο Σόιμπλε, πάντως, εμφανίζεται έτοιμος να δεχθεί την επέκταση των λειτουργιών του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, καθώς κάτι τέτοιο δεν απαιτεί την έγκριση της Βουλής.

5)   Ο έλεγχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όταν ο Μακρόν μιλά για ανισορροπία του ευρώ, ασκεί εμμέσως κριτική στην ΕΚΤ, η οποία δαπανά δισεκατομμύρια για να αυξήσει τον πληθωρισμό, χωρίς να το καταφέρνει. Ο χαμηλός πληθωρισμός, όμως, ευνοεί τη γερμανική οικονομία που στηρίζεται στις εξαγωγές.

Η πολιτική του Μάριο Ντράγκι βρίσκεται στην κατεύθυνση που επιθυμούν οι Γάλλοι. Αλλά η θητεία του λήγει το 2019. Και οι Γερμανοί δεν κρύβουν ότι θέλουν να τοποθετήσουν στη θέση του έναν συμπατριώτη τους. Το επιχείρημά τους είναι ότι αν η Μέρκελ δεχθεί έναν κοινό προϋπολογισμό ή ένα ταμείο επενδύσεων, θα πρέπει να πάρει κάτι σε αντάλλαγμα για να μπορέσει να εξασφαλίσει την έγκριση του γερμανικού λαού.

* Ο Νικολά Βινοκίρ είναι αρθρογράφος του Politico
(Πηγή: Politico.eu- ΑΠΕ-ΜΠΕ)