Περί ασύλου και άλλων δαιμονίων

Της Ευγενίας Τραγάκη

Έχουν περάσει ακριβώς 160 χρόνια από το διήμερο 10-11 Μαΐου του 1859, το οποίο έμεινε στην ιστορία για τα επεισόδια που σημειώθηκαν ανάμεσα σε φοιτητές και αστυνομία στην Αθήνα της εποχής του Όθωνα, γνωστά και ως «Σκιαδικά».

Τα «Σκιαδικά» θεωρούνται η πρώτη δυναμική εκδήλωση του ελληνικού φοιτητικού κινήματος κατά των… μεθόδων του καθεστώτος. Στη διάρκεια των επεισοδίων αυτών ο στρατός και η χωροφυλακή εισέβαλαν πυροβολώντας στο Πανεπιστήμιο, όπου είχαν καταφύγει φοιτητές και μαθητές διαμαρτυρόμενοι για την υπερβολική χρήση βίας από την πλευρά των αρχών, διεκδικώντας την αποπομπή του διοικητή της αστυνομίας Δημητριάδη.

Έκτοτε, το πανεπιστημιακό άσυλο πέρασε πολλές περιπέτειες, με αποκορύφωμα τις φοιτητικές εξεγέρσεις κατά της Χούντας την περίοδο της επταετίας. Κατά την φοιτητική κατάληψη της Νομικής Σχολής Αθηνών στις 21 και 22 Φεβρουαρίου 1973, οι συγκεντρωμένοι στην ταράτσα του κτιρίου φοιτητές έδωσαν τον εξής όρκο, τον οποίο επανέλαβαν και όσοι βρίσκονταν στις σκάλες και τους κάτω ορόφους: «Εμείς οι φοιτητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στ’ όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών, του πανεπιστημιακού ασύλου, της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων. Ορκιζόμαστε αλληλεγγύη σ’ όλο το φοιτητικό κόσμο της Ελλάδας που βασανίζεται. Η βία και η τρομοκρατία δεν θα περάσουν. Ζήτω ο αδούλωτος φοιτητικός κόσμος της Ελλάδας».

Λίγους μήνες μετά, το Νοέμβρη του 1973, ακολούθησε η κορυφαία ιστορική στιγμή του ελληνικού φοιτητικού κινήματος και του αντιδικτατορικού αγώνα με την εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου και την αιματηρή καταστολή της, με παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, από τη Χούντα των Συνταγματαρχών στις 17 του Νοέμβρη. Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου αποτέλεσαν υπέρτατο σύμβολο του αγώνα του ελληνικού λαού κατά της τυραννίας και της αυθαιρεσίας.

Πώς, όμως, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την έννοια του ασύλου; Το πανεπιστημιακό ή ακαδημαϊκό άσυλο χαρακτηρίζει την ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και διδασκαλία, την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών μέσα σε πανεπιστημιακούς χώρους καθώς και την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία. Το άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους του ιδρύματος στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Οι χώροι αυτοί καθορίζονται με απόφαση και ευθύνη της Συγκλήτου για τα Πανεπιστήμια και της Συνέλευσης για τα ΤΕΙ.

Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Σωτηρέλης καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι μια απλή νομοθετική ρύθμιση αλλά ένας συνταγματικός θεσμός, συνυφασμένος με το ‘πλήρως αυτοδιοίκητο’ του Πανεπιστημίου, που ισχύει, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, σε όλες τις δημοκρατικές χώρες και συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου» [2]. Συγκεκριμένα, ο καθηγητής υποστηρίζει ότι πρόκειται για συνταγματική εγγύηση, που απορρέει από το άρθρο 16 του Συντάγματος και προστατεύει έναν συγκεκριμένο ακαδημαϊκό χώρο, όχι σαν «ταμπού» αλλά ως βιόσφαιρα ορισμένων δικαιωμάτων που συνδέονται άρρηκτα με αυτόν. Έτσι, «με δεδομένη, λοιπόν, την συνταγματική του κατοχύρωση, το άσυλο δεν μπορεί να καταργηθεί. Θα συνεχίσει να ισχύει ακόμη και αν δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όπως συνέβη άλλωστε με τον προηγούμενο «νόμο Διαμαντοπούλου».

Ωστόσο, όπως τονίζει ο Σωτηρέλης, το άσυλο δεν είναι «ένα εν γένει ‘άσυλο ιδεών’, όπως εσφαλμένα το αποκαλούν οι περισσότεροι, διότι η ελευθερία της διάδοσης των ιδεών προστατεύεται πλήρως από το Σύνταγμα για όλους και δεν έχει ανάγκη ιδιαίτερης αντιμετώπισης εντός του Πανεπιστημίου» [3].

Σύμφωνα με τον Ι. Ξυπνητό, το άσυλο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του Universitas από την ίδρυση του. Στην Ελλάδα κατοχυρώθηκε συνταγματικά από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου, με τον πρώτο νόμο-πλαίσιο (Ν.1268) για τα πανεπιστήμια το 1982. Ως θεσμός στοχεύει στην εξυπηρέτηση τριών συνταγματικών σκοπών: «της ακαδημαϊκής ελευθερίας», «της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης» και «της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών» [4]. 

Ο νέος νόμος περί ασύλου του 2017 (ν. 4485/2017, άρθρο 3 § 2) ορίζει ότι «επέμβαση δημόσιας δύναμης σε χώρους των ΑΕΙ επιτρέπεται αυτεπαγγέλτως σε περιπτώσεις κακουργημάτων, καθώς και εγκλημάτων κατά της ζωής και ύστερα από απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση». Με απλά λόγια, σε κάθε περίπτωση τέλεσης εγκλήματος κατά της ζωής ή κακουργήματος επιτρέπεται στην αστυνομία να επεμβαίνει ελεύθερα στον πανεπιστημιακό χώρο. Δεν είναι δυνατή, όμως, η αυτεπάγγελτη επέμβαση στην περίπτωση τέλεσης ενός πλημμελήματος, ενός δηλαδή ελαφρότερου εγκλήματος με μικρότερη κοινωνική απαξία.

Οι νομικοί διευκρινίζουν πως η μη επιτρεπόμενη αυτεπάγγελτη επέμβαση της αστυνομίας στην περίπτωση των πλημμελημάτων αφορά στο επ’ αυτοφώρω έγκλημα. Δεν σημαίνει, δηλαδή, ότι ένα πλημμέλημα το οποίο τελείται στον χώρο του Πανεπιστημίου δεν διώκεται. Διώκεται, τιμωρείται κανονικά, απλώς η αστυνομία δεν μπορεί να εισέλθει ελεύθερα (χωρίς, δηλαδή, άδεια του Πρυτανικού Συμβουλίου) στο Πανεπιστήμιο στην περίπτωση τέλεσής του [5]. Δεν συγχωρείται, συνεπώς, η διάπραξη πλημμελημάτων υπό του θεσμού του ασύλου. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, που αναφέρεται συχνά ως επιχείρημα για την κατάργησή του πανεπιστημιακού ασύλου, αποτελεί κακουργηματική πράξη και ως τέτοια απαιτεί την επέμβαση της αστυνομίας. 

Στο σημείο αυτό, αξίζει να τονίσουμε ότι για την τέλεση κακουργημάτων του κοινού ποινικού δικαίου και για την επικράτηση της ανομίας που παρατηρείται εντός ορισμένων – μόνο – πανεπιστημιακών χώρων, βαριά ευθύνη φέρουν οι εκάστοτε πρυτανικές αρχές με την έλλειψη βούλησης και την απραξία που επιδεικνύουν για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Παράλληλα, ευθύνες υπάρχουν στις φοιτητικές παρατάξεις και τους ίδιους τους φοιτητές που δεν φαίνονται διατεθειμένοι να προασπίσουν το ακαδημαϊκό άσυλο ως προνομιακό συμβολικό «χώρο», που τους εξασφαλίζει ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση στην ακαδημαϊκή γνώση, έρευνα και διακίνηση ιδεών.

Όπως επισημαίνει ο διαπρεπής καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Αντ. Μανιτάκης, «Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι ένα δικαίωμα ιερό, με ιστορία αιώνων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, και το δυσφημίζουν ή συμβάλλουν στον εκφυλισμό του όσοι ανεύθυνα και επιπόλαια το μετατρέπουν ή αφήνουν να μετατραπεί ή καλύπτουν ιδεολογικά τη μετατροπή του από άσυλο των ιδεών σε άσυλο βιαιοπραγιών και καταστροφών» [6]. 

Προσωπική μου άποψη είναι ότι η έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου είναι άρρηκτα συνυφασμένη με σημαντικές ιστορικές στιγμές τόσο του φοιτητικού κινήματος όσο και του ελληνικού λαού. Αποτελεί εγγύηση της συνταγματικά προστατευόμενης ακαδημαϊκής ελευθερίας. Επιπλέον, συμβολίζει την ιδέα της ελεύθερης σκέψης και έκφρασης και της απρόσκοπτης επιστημονικής έρευνας. Πέρα και πάνω, όμως, από αυτά, συμβολίζει τον αγώνα της ελληνικής νεολαίας και του ελληνικού λαού κατά της αυθαιρεσίας και της τυραννίας. Το άσυλο έχει καταγραφεί στο ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο ως ο ιερός συμβολικός «τόπος» προστασίας της ελευθερίας και της επιστημονικής γνώσης. Και ως τέτοιος, συνδέεται άρρηκτα με τη δημοκρατία και την τήρηση των δημοκρατικών θεσμών.

Επομένως, για λόγους ουσιαστικούς, συμβολικούς και ιστορικούς, η οποιαδήποτε ενέργεια κατάργησής του ακαδημαϊκού ασύλου κρίνεται ως αντισυνταγματική και αντιδημοκρατική και όσοι την υποστηρίζουν ή την ψηφίζουν φέρουν ακέραια την ευθύνη της «ύβρεως», με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. 

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να κλείσουμε την παρέμβαση αυτή, παρά με τα λόγια ενός μεγάλου και φωτισμένου πανεπιστημιακού δασκάλου, τουΑριστόβουλου Μάνεση: 

«Σύμφωνα με παλιά ευρωπαϊκή παράδοση, η τήρηση της τάξης και της ασφάλειας στο σύνολο των χώρων των προορισμένων για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας των Α.Ε.Ι. ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη των αρχών που διοικούν το ίδρυμα. Το πανεπιστημιακό άσυλο, προστατεύοντας όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, διδάσκοντες και διδασκομένους, και γενικά όσους βρίσκονται εκεί με την δημοκρατικά εκφρασμένη συναίνεση των αρμόδιων ακαδημαϊκών οργάνων, συνέχεται άρρηκτα τόσο με την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας όσο και με την «πλήρη αυτοδιοίκηση» των ΑΕΙ και συνεπώς εμπεριέχεται ουσιαστικά στην κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας που ενεργείται με το άρθρο 16 του Συντάγματος» [7]. 

Η Ευγενία Τραγάκη είναι Ψυχολόγος 

ΠΗΓΕΣ

1. Βλ. «Τα Σκιαδικά» sansimera.gr/articles/260
2. Γ. Σωτηρέλης, «Ανέφικτη και απρόσφορη η «κατάργηση» του ασύλου», 16-7-2019, Πηγή: slpress.gr/koinonia/anefikti-kai-aprosfori-i-quot-katargisi-quot-toy-asyloy
3. Γ. Σωτηρέλης, οπ.π.
4. Ιωάννης Ξυπνητός, 2-12-2016, Protagon.gr
5. βλ. σχετικά ΑΠ 230/1994, ΠοινΧρ ΜΔ’/1994
6. Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου – Εισηγητής Αντ. Μανιτάκης, Ψήφισμα για το Ζήτημα του Πανεπιστημιακού Ασύλου, Αθήνα 2007, σελ. 4.
7.  Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη», τ. Ι, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 1980, σ. 702 – 703 α

Πηγή: zoornalistas