Περί Προεδρίας της Δημοκρατίας και κάποιων περίεργων ορέξεων.

Toυ Γ. Λακόπουλου

 Αν κάτι διασώθηκε από το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης είναι η ικανότητα του να αναδεικνύει στη κορυφή του κράτους αξιόλογα πρόσωπα.

Εκτός από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, οιονεί ιδρυτή άλλωστε της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, στην  πρώτη γραμμή θα βρει κανείς δυο διανοούμενους:

Τον σοφό  και αξιοσέβαστο Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Προκόπη Παυλόπουλο, του οποίου η ευρυμάθεια και η επιστημονική κατάρτιση και το ακαδημαϊκό κύρος αναγνωρίζονται εντός και εκτός των συνόρων.

Αλλά και οι άλλοι τρεις που βρέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο είχαν στοιχεία που τους καταξίωσαν στη συνείδηση της κοινής γνώμης, ανάλογα με τη συγκυρία.

Το τελευταίο διάστημα από κάποιες πλευρές  το προεδρικό αξίωμα βγαίνει σε… διατίμηση.  Κάποια ΜΜΕ μας ενημερώνουν ότι ζητείται πρόεδρος σε τιμή ευκαιρίας.

Σ’ αυτόν τον κύκλο της αχρείαστης αναζήτησης ανώτατου άρχοντα-αχρείαστης, αφού ο σημερινός κάτοχος του αξιώματος το υπηρετεί με επάρκεια και δικαιούται μια θητεία ακόμη-υπέρ της οποίας τάσσεται, ευλόγως, το κόμμα του, αλλά και η αξιωματική αντιπολίτευση – ακούγεται συχνά το όνομα της Άννας Διαμαντοπούλου.

Περίεργο γιατί η κυρία βρίσκεται στο περιθώριο της πολιτικής την τελευταία δεκαετία- και δεν έχει κανένα από τα στοιχεία που θα την καθιστούσαν δόκιμη υποψήφια για ένα θεσμικό ρόλο ιδιαίτερων απαιτήσεων. Θα ήταν αυτοκτονικό για τον Πρωθυπουργό να σκεφθεί την αντικατάσταση στου Παυλόπουλου με την… Άννα.

Αν μη τι άλλο, είναι πολιτικός που γνωρίζει ότι το πολιτειακό αξίωμα που συμβολίζει την ενότητα του έθνους και εγγυάται τη λειτουργία του πολιτεύματος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να συνδεθεί με τη βουλιμία οποιουδήποτε για καριέρα.

Η εκπεσούσα σταρ του Σημιτικού πυρήνα του «εκσυγχρονισμού» μπορεί να είδε τον εαυτό της κάποτε ακόμη και ως πρόεδρο του  ισχυρού ΠΑΣΟΚ, αλλά από τα συμφραζόμενα της διαδρομής της μάλλον είναι παράδειγμα προς αποφυγήν στην πολιτική.

Τα είχε όλα μια φορά κι ήθελε παραπάνω. Υπήρξε η πιο ευνοημένη πολιτικός του ΠΑΣΟΚ, από τρεις διαφορετικούς πρωθυπουργούς του  και η αλήθεια είναι ότι ως πρόσωπο εξελίχθηκε. Αλλά την συμπαρέσυρε η μοίρα του πολιτικού να γίνεται πρώην κάποια στιγμή.

Δεν το άντεξε. Γυρίζοντας την πλάτη στο πράσινο παρελθόν της και τα μεγαλεία που της εξασφάλισε  , όρμησε να βρει θέση στην αυλή του Κυριάκου Μητσοτάκη-  περιμένοντας να είναι ο τέταρτος πρωθυπουργός που θα την ευνοήσει.

Η ίδια ποτέ δεν παραδέχθηκε ότι επιδίωξε να γίνει υπουργός του  Κυριάκου. Αλλά υπάρχουν μαρτυρίες, ακόμη και επιχειρηματιών της εποχής του «εκσυγχρονισμού», ότι τους παρότρυνε υπέρ του σημερινού πρωθυπουργού.

Υπάρχουν εξομολογήσεις θαυμασμού της για τον Άδωνι Γεωργιάδη. Όπως  υπάρχουν επαφές και ωσμώσεις της,  ως επικεφαλής του  πολυδάπανου «Δικτύου» που συντηρεί από τότε που ο Σκανδαλίδης της έδειξε την πλάτη του στην Α’ Αθήνας.

«Τόσος πόνος, τόση πίκρα, τόση αγάπη κι ούτε ένα ευχαριστώ» που λέει και το τραγούδι.  Ό,τι και αν ήθελε από τον Κυριάκο δεν το πήρε- όταν έκανε τις πέραν της ΝΔ επιλογές του.

Ο Χρυσοχοΐδης, είναι μεγαλουπουργός, η Μενδώνη από το πουθενά στο υπουργικό συμβούλιο, ο  Πιερακάκης χρυσή επένδυση του Μητσοτάκη, δεξί χέρι της  στο Μέγαρο Μαξίμου και η ίδια στο περίμενε.

Τζάμπα έκανε τα τελευταία χρόνια καριέρα ως εμπνεύστρια ενός νόμου  για τα ΑΕΙ -που ψήφισε και επικαλείται και η  ΝΔ – τον οποίο ο  καθηγητής Γιώργος Σωτηρέλης απομυθοποίησε και στο παρελθόν και πρόσφατα.

Η θεωρία σε κάποια μέσα ενημέρωσης είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν την έκανε υπουργό γιατί προτίθεται να την προτείνει για… πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η ίδια εξανίσταται:

«Αν πιστέψω διάφορα καθημερινά δημοσιεύματα, το πρωί ξυπνάω Πρόεδρος της Δημοκρατίας, το μεσημέρι είμαι Επίτροπος στην Ε.Ε., το απόγευμα υποψήφια (πρώην και…επόμενη) Υπουργός και κάπου προς το βράδυ Διοικητής στη ΔΕΗ».

Ωστόσο αυτά τα δημοσιεύματα δεν τα βγάζουν κάποιοι από την κοιλιά τους. Ή από το περιβάλλον της προέρχονται ή από τον Πρωθυπουργό. Μόνο που από μια στοιχειώδη έρευνα στο περιβάλλον Μητσοτάκη προκύπτει ότι «ο Κυριάκος δεν την πάει» – χρησιμοποιείται και μια βαρύτερη έκφραση- και συνεπώς θα ήταν αδύνατο να διαδίδει τέτοια πράγματα, έστω ως βολιδοσκόπηση.

Ο ίδιος, ως πρόεδρος της ΝΔ, είχε εξομολογηθεί σε δημοσιογράφο: «Ξέρω ότι είναι τοξική». Στις μέρες μας προβεβλημένος Ευρωπαίος  παράγων επιβεβαιώνει: «Είδα την δυσφορία του όταν ακούστηκε το όνομά της».

Συνεργάτης του Μητσοτάκη αποδίδει την απόστασή του από την πρώην επίτροπο  στην εντύπωση που του άφησε όταν την πρωτοσυνάντησε επισήμως -με αίτημα της –  αμέσως μετά την ανάδειξη του στην ηγεσία της ΝΔ: «Προσπαθούσε να τον χειραγωγήσει».΄ 

Με αυτές τις συστάσεις είναι μάλλον απίθανο να την «αξιοποιήσει η  χώρα»- όπως είναι η θεωρία της- δια του σημερινού Πρωθυπουργού.  Άλλωστε από το περιβάλλον της δεν κρύβουν ότι η απελπισία της την ωθεί να πάρει των ομματιών της– ήτοι να επιδιώξει πλέον την υπερορία.

Σοφή απόφαση. Εκτέθηκε τόσο που δεν τη χωράει ο τόπος. Η περίπτωσή της παραπέμπει σε κάποιον άλλο υπερφιλόδοξο, που απασχολεί την ευρωπαϊκή επικαιρότητα αυτές τις  μέρες: τον Μάρτιν Σελμάγιερ.

Ο Γερμανός που κατάφερε να γίνει πανίσχυρος στην Κομισιόν -όπου τον αποκαλούσαν «ο Θεός»-  παραβιάζοντας κάθε κανόνα ηθικής και διοικητικής πρακτικής, σήμερα ετοιμάζει τις αποσκευές του για μια δευτεροκλασάτη αντιπροσωπεία.