Περιμένοντας τους (εκ Χάγης) Βαρβάρους

Του Διογένη Λόππα

Ποτέ μην διακόπτεις τον εχθρό σου τη στιγμή που διαπράττει ένα λάθος (Ναπολέων Βοναπάρτης).

Τις τελευταίες εβδομάδες ο κ. Erdogan έχει διαπράξει τόσα πολλά και τόσο βαριά που είναι δύσκολο να αριθμηθούν. Το μεγαλύτερο όλων όμως, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι η μανία του να κάψει και το τελευταίο χαρτί που του έχει απομείνει στο διεθνές στερέωμα, δηλαδή τον πρόεδρο των ΗΠΑ (διότι το άλλο χαρτί που υποτίθεται ότι έχει, ο κ. Putin, μάλλον βαρίδι είναι με τα σημερινά γεωπολιτικά δεδομένα).

Και ενώ ο ταλαίπωρος κ. Trump ορθώνει συνεχώς και σε βαθμό παρεξηγήσεως το ανάστημά του για να περισώσει ότι μπορεί από το κύρος της άτακτης Τουρκίας, ο Τούρκος πρόεδρος αντί να πιαστεί για να σωθεί, απομακρύνεται ακόμα περισσότερο, απειλώντας ευθέως με εκδίωξη των Αμερικανών από την εμβληματική βάση του Incirlik, οδηγώντας με τον τρόπο αυτό το Κογκρέσο σε σημείο βρασμού.

Μια ματιά στα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για τη γενοκτονία των Αρμενίων είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί στις ΗΠΑ για το δικτατορίσκο της γειτονιάς μας. Φοβάμαι ότι ο κ. Trump έχει περιέλθει στην κατάσταση αυτή για την οποία ο σοφός λαός συνηθίζει να λέει ότι θα το μάθει τελευταίος…

Την ώρα λοιπόν που η Τουρκία επιλέγει να διαβεί το φωτεινό μονοπάτι του Σαντάμ, οι πολιτικές »ελίτ» της Ελλάδας βρίσκονται για μια ακόμα φορά κάποιες δεκαετίες πίσω σε »Imagine all the people» mode. Κάποιοι αιθεροβατούν στην »Ευρωπαϊκή προοπτική της γείτονος», κάποιοι άλλοι επιμένουν να ομιλούν για ΜΟΕ και όλοι μαζί κλείνουν το μάτι στη συνεκμετάλλευση μέσω Χάγης.

Είναι ευτύχημα ότι υπάρχουν ακόμα αυτοί οι Βάρβαροι να δίνουν ζωή στα πολιτικά φαντάσματα του »φιλελεύθερου εκσυχρονισμού». Γιατί, σκεφτείτε, τι θα κάναμε χωρίς Χάγη; πού θα κρύβονταν από τις ευθύνες της η πολιτική τάξη της μίζας, της κουμπαριάς και του Φρουζοφοράκου; Πού αλλού θα έβρισκαν παρηγοριά οι κουμπάροι του Σουλτάνου και οι ατζέντηδες του ΔΝΤ;

Η Χίμαιρα της Χάγης

Προσωπικά δεν έχω τίποτα εναντίον της Χάγης, μάλλον υπέρ είμαι. Είναι Ίδιον του δημοκρατικού πολίτη πρώτον να μην είναι πολεμοκάπηλος και δεύτερον να μην εμπιστεύεται τους Στραταίους. Το πρόβλημα όμως είναι ότι όσο οι φιλελεύθεροι εκσυγχρονιστές προσπαθούν να κρύψουν τις βρωμιές τους κάτω από το χαλί ενός ασαφούς »συνυποσχετικού», (την ίδια ώρα που αλληλοφαγώνονται για το ποιος ολιγώρησε λιγότερο στη βάρδια του), μελετώντας ψύχραιμα την κατάσταση στο πεδίο διαπιστώνει κανείς ότι ο κ. Erdogan δεν έχει κατά νου κανέναν τέτοιο σχεδιασμό. Θα ήταν ευχής έργο αν οι ηγέτες μας, Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, αντί να κυνηγούν Χίμαιρες να μπορούσαν να αντιληφθούν κάποια στοιχειώδη γεωστρατηγικά δεδομένα του 2020, μακριά από τις ένδοξες εποχές των 70’s, τότε που η Τουρκία ήταν ένα σχεδόν κανονικό κράτος:

  1. Η Τουρκία (με τον κ. Erdogan ή χωρίς αυτόν) δεν επιθυμεί καμία Ευρωπαϊκή πορεία. Η ΕΕ έχει από καιρό εξοβελιστεί από τη στρατηγική τους ατζέντα για λόγους που κυρίως έχουν να κάνουν με την κυριαρχία (όπως οι νεο-Οθωμανοί θέλουν να την αντιλαμβάνονται) και με τη θρησκεία. Στη σκέψη και μόνο ότι στην πορεία προς μια ένταξη στην ΕΕ η χώρα τους πρέπει να αποκτήσει ανεξάρτητη δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές, κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σεβασμό μειονοτήτων (Κούρδοι και όχι μόνο…), εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία, ανεξιθρησκεία και πολλά άλλα τέτοια ανατριχιαστικά του διαβόλου, σαφώς προτιμούν μια δυσκολότερη αλλά ανεξάρτητη πορεία. Στρατηγική επιλογή και τα σκυλιά δεμένα (και παρακαλείται κάποιος να το ψιθυρίσει στους δικούς μας).
  2. Η πορεία του Διεθνούς Δικαίου στις τελευταίες δεκαετίες δεν ευνοεί καθόλου τους Τουρκικούς σχεδιασμούς, ξεκινώντας από το μείζον θέμα που είναι η Κύπρος, μέχρι τις γκρι ζώνες του Αιγαίου και τον καθορισμό των Θαλασσίων ζωνών. Ανάμεσα στο δίλημμα Διεθνείς Κανόνες ή Προβολή Ισχύος η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ της Τουρκίας είναι ΠΡΟΒΟΛΗ ΙΣΧΥΟΣ. Και αυτό γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι αποδεχόμενοι έστω και όψιμα τους διεθνείς κανόνες είτε θα προσμένουν σε μηδαμινά (σε σχέση με τους σχεδιασμούς τους) οφέλη (π.χ. μικρής έκτασης συνεκμετάλλευση ή μη επήρεια κάποιων νήσων στην ΑΟΖ) είτε θα κινδυνεύσουν ακόμα και να χάσουν προνόμια που ήδη κατέχουν (καθεστώς Κύπρου). Άρα η μοναδική επιλογή που τους απομένει είναι η στρατικοποίηση, η δημιουργία τετελεσμένων και στη συνέχεια η υπεράσπιση των τετελεσμένων δια της προβολής ισχύος (συνταγή της Κριμαίας, alla Putin).

Θερμό επεισόδιο ή Σύρραξη;

Αφού λοιπόν είναι προφανές ότι οι Τούρκοι δεν επιθυμούν σοβαρό διάλογο, παρά μόνο παζάρι με σημείο αναφοράς τη συνολική στρατιωτική Ισχύ, δηλαδή κάτι σαν διαπραγμάτευση ανάμεσα στον Δον Κορλεόνε και τον μπακάλη της γειτονιάς, απομένουν ελάχιστες επιλογές στο πρωθυπουργικό τραπέζι. Και βέβαια η κατάσταση επί του πεδίου έχει από καιρό ξεπεράσει το επίπεδο του έντιμου διαλόγου μεταξύ καλόπιστων γειτόνων και αυτό γιατί έχουν κατατεθεί χάρτες, προσέξτε, όχι μέσω διαρροών σε ΜΜΕ, αλλά με κάθε επισημότητα στον ίδιο τον ΟΗΕ.

Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος μάλιστα (δηλαδή στο ανώτατο διπλωματικό επίπεδο) επιδεικνύει όπου σταθεί και όπου βρεθεί τους αναθεωρητικούς του σχεδιασμούς. Το έπραξε σε επίσημες ομιλίες, το έπραξε σε τηλεοπτική συνέντευξη και οι κακές γλώσσες λένε ότι τι έπραξε και στην κατ’ ιδίαν συνάντηση με το καλύτερο βιογραφικό της χώρας.

Αυτό που θα επιδιώξουν στο εξής οι Τούρκοι, αφού πρώτα ζυγίσουν τις αντιδράσεις (η εκκωφαντική σιγή κάποιων, η συγκαλυμμένη ουδετερότητα άλλων και η παγερή αδιαφορία των περισσότερων φαίνεται ότι ανάβουν πράσινο στους σχεδιασμούς) θα είναι η »ήπια» εισβολή ερευνητικού σκάφους με συνοδεία μονάδων επιφανείας του στόλου σε περιοχή που νομικά (κατά την άποψή τους) καλύπτεται από τις συντεταγμένες που κατέθεσαν στον ΟΗΕ μέσω της συμφωνίας με την »κυβέρνηση» της Λιβύης. Με τον τρόπο αυτό επιθυμούν να προκαλέσουν τη βέβαιη αντίδραση της Ελλάδας και να εμφανιστούν κατόπιν ως αμυνόμενοι.

Συνεπώς θα βρεθούν σε κατάσταση win – win όπου είτε θα σύρουν την Ελλάδα σε οδυνηρές διαπραγματεύσεις από μειονεκτική θέση, είτε θα εκβιάσουν μικρής έκτασης τοπική σύγκρουση. Στην περίπτωση δε ενός τέτοιου »ελεγχόμενου θερμού επεισοδίου» θα έχουν έτοιμο σχέδιο κατάληψης νησίδων ή μικρών κατοικημένων νησιών στο Αιγαίο προκειμένου ξανά να εκβιάσουν »διαπραγματεύσεις» από ακόμα μεγαλύτερη θέση ισχύος αυτή τη φορά, βάζοντας στο παιχνίδι και τους Ρώσους. Όπως θα έλεγε και ο σύμβουλος εθνικής (αν)ασφάλειας, kazan – kazan.

Σύρραξη: Ο μεγάλος φόβος του Σουλτάνου (και της γενιάς του Φρουζοφοράκου στη χώρα μας)

Εκεί που διστάζει ο Σουλτάνος (τουλάχιστον δίσταζε με την προηγούμενη απρόβλεπτη κυβέρνηση) είναι το ενδεχόμενο ένα θερμό επεισόδιο να μετατραπεί σε γενική σύρραξη. Υπάρχουν ιδιαίτεροι γεωστρατηγικοί λόγοι (φρέσκοι, του 2020) που αναβαθμίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο σε παιχνίδι υψηλής στρατηγικής με ρίσκο δυσανάλογα μεγάλο για την Τουρκία σε σχέση με την Ελλάδα.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι ένας γενικευμένος πόλεμος θα μπορούσε να αποβεί καταστρεπτικός και για τις δύο χώρες, όμως το ρίσκο για τους Τούρκους είναι δυσθεώρητο (με τα σημερινά δεδομένα και με τα F-35 εκτός μάχης). Με απλά λόγια, ενώ η Ελλάδα κινδυνεύει πράγματι να χάσει πολλά, η Τουρκία κινδυνεύει να τα χάσει όλα και αυτό γιατί:

  1. Η καρδιά της Τουρκίας, η Κωνσταντινούπολη, τυγχάνει να έχει μηδενικό στρατηγικό βάθος και στέκει (υπό συνθήκες απώλειας της αεροπορικής υπεροχής) ουσιαστικά ανυπεράσπιστη, στο έλεος του όποιου επιτιθέμενου. Άρα τυχόν προέλαση του αντιπάλου προς τα εκεί, (στο άκουσμα της είδησης και μόνο) θα παρέλυε προκαταβολικά όλο τον κρατικό και οικονομικό-πολιτικό μηχανισμό και την ίδια ώρα θα προκαλούσε αφόρητες διασπαστικές τάσεις στο εσωτερικό, με κίνδυνο διάσπασης της χώρας σε τρία κομμάτια (αναφέρομαι συγκεκριμένα στο κομμάτι των εξευρωπαϊσμένων Τούρκων που θα διέβλεπαν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους ισλαμιστές-βαρίδια, στους Κούρδους περί της Άμιδος – Ντιγιάρμπακιρ που θα φλέρταραν με την ανεξαρτησία και το πιστό στο καθεστώς κομμάτι της Ανατολίας). Αντίθετα στην Ελλάδα, η καρδιά του κράτους βρίσκεται στην Αθήνα και η διαδρομή προς τα εκεί είναι απροσπέλαστη. Επίσης στην Ελλάδα ακόμα και έπειτα από στρατιωτική ήττα, δεν υπάρχει κανένας ακόμα τόσο οργανωμένος ώστε να εξεγερθεί ή να αποσχισθεί.
  2. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα είναι μια αεροναυτική σύγκρουση. Όλα θα κριθούν την πρώτη μέρα του πολέμου πάνω από το Αιγαίο. Η αεροπορία που θα επικρατήσει θα δώσει την κυριαρχία και την πρωτοβουλία των κινήσεων στο νικητή. Η Τουρκία έχει ένα πολύ μεγάλο στρατιωτικό μειονέκτημα, καθώς οι αεροναυμαχίες δε θα γίνουν βέβαια πάνω από την Τουρκική ενδοχώρα, αλλά πάνω από το Αιγαίο πέλαγος. Συνεπώς, ακόμα και αν παραβλέψουμε την κάκιστη κατάσταση των Τουρκικών F-16 κυρίως σε θέματα ηθικού των πληρωμάτων, θα πρέπει να πολεμήσουν όχι μόνο τα αντίστοιχα ελληνικά πληρώματα, αλλά επιπλέον τις συστοιχίες Patriot και S-300 που σε συνδυασμό με τα TOR-Μ1 συνθέτουν ένα περίπλοκο υπερσύγχρονο σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας, ουσιαστικά αδιαπέραστο για τα σημερινά δεδομένα της ΤΗΚ. Σε αυτό πρέπει να προστεθούν και οι παράκτιες συστοιχίες Exocet και βέβαια τα Mirage σε αντιπλοϊκό ρόλο. Άρα η ελληνική πλευρά εισέρχεται σε ενδεχόμενη σύγκρουση με πολύ συγκεκριμένο πλεονέκτημα, πράγμα το οποίο γνωρίζουν πάρα πολύ καλά οι Τούρκοι επιτελείς (και τρέμουν μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο)
  3. Τυχόν (και πιθανότατη επίσης) επικράτηση (από την πρώτη μέρα κιόλας) της ΠΑ πάνω από το Αιγαίο θα οδηγούσε σε άμεση απόσυρση της ΤΗΚ στην ενδοχώρα προς προστασία των assets, καθώς επίσης και βιαστική απόσυρση του συνόλου του στόλου σε ασφαλείς (που δεν θα είναι) ναυστάθμους. Αυτός είναι πραγματικός εφιάλτης για κάθε επιτελή, καθώς θα αφήσει τον πραγματικά αξιόμαχο τουρκικό στρατό ξηράς εντελώς ανυπεράσπιστο, ακόμα και αν έχει προλάβει να καταλάβει ελληνικό έδαφος. Οι απανταχού επιτυχίες του στρατού των Τούρκων (πάντοτε εναντίον υποδεέστερων και άτακτων αντιπάλων χωρίς αεροπορία και βαρύ οπλισμό) οφείλονται σε ένα συγκεκριμένο είδος επίθεσης που βασίζεται στην αεροπορική υπεροχή και κατ επέκτασιν στην αποστολή drones πάνω από τις εχθρικές θέσεις. Τα drones στη συνέχεια στέλνουν τα δεδομένα στο πυροβολικό, το οποίο με τη σειρά του ισοπεδώνει τις αντίπαλες αμυντικές θέσεις. Ακολουθεί επίθεση μισθοφόρων υπό την κάλυψη επιθετικών ελικοπτέρων και στη συνέχεια η κατασκευή δομών κατοχής από το στρατό ξηράς. Αν λοιπόν αφαιρεθεί από την εξίσωση η αεροπορική υπεροχή, αφαιρείτε ταυτοχρόνως και το αξιόμαχο του στρατού ξηράς. Οι δικοί μας επιτελείς που αθόρυβα κάνουν μεθοδικά τη δουλειά τους τα τελευταία χρόνια, έχουν εντοπίσει τις αδυναμίες αυτές και για το λόγο αυτό έχουν διατηρήσει το αξιόμαχο της αεροπορίας μας στα ανώτερα δυνατά επίπεδα και επίσης έχουν σιωπηρά ενισχύσει την επιθετική δεινότητα του δικού μας στρατεύματος με στοχευμένες αγορές επιλεκτικών συστημάτων, όπως τα ελικόπτερα KIOWA (συμπληρωματικά των φονικών APACHE) που σε μια τέτοια περίπτωση θα σκόρπιζαν τον όλεθρο σε έναν επιτιθέμενο χωρίς αεροπορική κάλυψη, σε τέτοιο βαθμό που τα αποστελλόμενα φέρετρα να μην είναι διαχειρίσιμα πολιτικά. Κανένας στρατηγός δεν θα ήθελε να ζήσει τέτοιο εφιάλτη, δηλαδή να έχει απλώσει στρατό ξηράς που έχει χάσει την αεροπορική υποστήριξη και από στιγμή σε στιγμή αναμένει την »επίσκεψη» των Apache/Kiowa »δι υπόθεσίν του» (αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε τους Ιρακινούς). Η πιο σώφρων κίνηση θα ήταν η άμεση υποχώρηση. Πώς όμως υποχωρείς από νησί χωρίς την υποστήριξη στόλου;
  4. Η τυχόν επικράτηση του ελληνικού ναυτικού στη θάλασσα, θα μπορούσε να έχει τρομακτικές γεωστρατηγικές επιπτώσεις που αγγίζουν ακόμα και την ίδια την Κύπρο, σε περίπτωση που η πολιτική ηγεσία θα είχε αντοχές για να διεξαγάγει αντεπίθεση αντί να ευχαριστήσει (όπως είναι το πιο πιθανό) τους Αμερικανούς το ίδιο απόγευμα στη βουλή. Η Κύπρος είναι (ήταν και θα είναι) και η ουσία της ελληνοτουρκικής διαμάχης και πιθανή εκδίωξη από το νησί των κατοχικών στρατευμάτων θα ήταν η ταφόπλακα των όποιων τουρκικών διεκδικήσεων στην ανατολική μεσόγειο. Νο Cyprus, no party.

Αναλύοντας λοιπόν βασικά γεωστρατηγικά δεδομένα, με βάση το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον και όχι με βάση στιγμιαίες επικοινωνιακές φούσκες που είναι τελευταία της μόδας, θα πρέπει να ξορκίσουμε τη λογική του »θερμού επεισοδίου» που εξυπηρετεί τους τουρκικούς σχεδιασμούς και να προβάλλουμε ως εθνική στρατηγική αυτό ακριβώς που ενστερνίστηκε ο Ανδρέας: Ενιαίο αμυντικό δόγμα. Δηλαδή να γνωρίζει καλά ο όποιος επιτιθέμενος, ότι ένα drone πάνω από το νότιο Κρητικό, μπορεί να του φέρει 500 Leopard στην αυλή του. Και αν θέλουμε να το επικαιροποιήσουμε (καθώς τότε το ζητούμενο ήταν μόνο η Κύπρος): Casus Belli σε οποιαδήποτε ενέργεια αμφισβητεί στην πράξη (γιατί στα λόγια έχει ήδη αμφισβητηθεί) ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα με σημείο αναφοράς το διεθνές δίκαιο.

Να ξέρει δηλαδή ο επιτιθέμενος πριν επιδιώξει ένα θεωρητικά ελεγχόμενο »θερμό επεισόδιο» ότι η βολή μιας φρεγάτας στο Καστελόριζο ή η κατάληψη ενός βράχου στο Αιγαίο, μπορεί να σηκώσει μια μοίρα Mirage έμφορτων πυραύλων πλεύσης Scalp που θα στοχεύουν στρατηγικές υποδομές, χωρίς δεύτερη προειδοποίηση.

Δεν είμαστε τρελοί να προκαλέσουμε έναν πόλεμο με την Τουρκία, ούτε ξαφνικά αποκτήσαμε ιδέες μεγαλείου. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν θα κάνουμε ότι είναι απαραίτητο για να προασπίσουμε την κυριαρχία μας. Αν λοιπόν η σωστότερη στρατηγική είναι η συγκεκριμένη, τότε ναι, πρέπει να την ακολουθήσουμε. Ούτε σημαίνει ότι ντε και καλά θα πατήσουμε τη σκανδάλη και όποιον πάρει ο χάρος.

Το δόγμα της στρατηγικής αυτής είναι Αποφασιστική Αποτροπή αντί Κατευνασμού και το πιθανότερο είναι ότι μπροστά στο δυσθεώρητο ρίσκο, ο αντίπαλος θα αποτραβηχτεί. Και για να είναι αυτό το δόγμα αποτελεσματικό, έχει πολύ μεγάλη σημασία να γνωρίζει ο αντίπαλος για τους αναθεωρημένους κανόνες εμπλοκής του ελληνικού επιτελείου, ότι δηλαδή η απογείωση των Mirage που περιγράφεται παραπάνω, έπειτα από θερμό επεισόδιο, θα γίνει με εντολή του ΑΓΕΕΘΑ και όχι με εντολή του Μαξίμου (τα τηλέφωνα του οποίου θα έχουν πάρει φωτιά).

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και ελάχιστα συνεπείς με τους εαυτούς μας, αυτή είναι (δυστυχώς) και η μοναδική γλώσσα που καταλαβαίνει η τουρκική ηγεσία. Τα υπόλοιπα περί διαλόγου, ΜΟΕ, Χάγης, συνδιαχείρισης, συνυποσχετικών και Λίβυων ναυάρχων είναι καταπληκτικά για το καφενείο τις κρύες νύχτες του χειμώνα, αλλά δεν πρόκειται να κρατήσουν δεμένες στους ναυστάθμους τους τις τουρκικές φρεγάτες, ούτε σήμερα, ούτε στο μέλλον. Η Τουρκική στρατιωτική ηγεσία και ο πανούργος κ. Akar γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τα δεδομένα αυτά και από τη στιγμή που η ελληνική ηγεσία αναθεωρήσει το δόγμα και απελευθερώσει τους κανόνες εμπλοκής, θα σκεφθεί δύο φορές πριν αποτολμήσει το οτιδήποτε.

Φαίνεται μάλιστα πως, τουλάχιστον οι στρατιωτικοί επιτελείς μας, κινούνται ήδη προς την κατεύθυνση αυτή, για αυτό και επίκειται τόσο η ενίσχυση του στόλου με τις game changer γαλλικές φρεγάτες (και πιθανότατα με αμερικανικά αντιτορπιλικά) όσο και η αναβάθμιση (επιτέλους) των Mirage και δειλά – δειλά η αναζήτηση μαχητικού ικανού να επιβάλλει αεροπορική υπεροχή στους ουρανούς της ανατολικής μεσογείου. Αν κάποιος έχει την παραμικρή αμφιβολία για τα παραπάνω δεδομένα δεν έχει παρά να απευθυνθεί στους ειδικούς. Είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι σε ελεύθερη χώρα (τουλάχιστον όσοι δεν κατοικούμε στα Εξάρχεια ή στο Κουκάκι) και έχουμε ακόμα την πολυτέλεια να μπορούμε να επιλέξουμε την πηγή της πληροφόρησής μας. Αν τώρα κάποιοι επιμένουν να παραπληροφορούνται από τους ηττοπαθείς σανοπωλητές ελληνικών media που πληρώνονται  για να προβάλουν τα προπαγανδιστικά σίριαλ του κ. Erdogan, η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά.