Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ποιος και πώς θυμάται τον Αντρέα;

Του Νίκου Λακόπουλου

Ο βλοσυρός Καραμανλής και ο πατέρας Παπανδρέου χαιρετούσαν τον λαό από ψηλά, από το μπαλκόνι με το ένα, το δεξί τους χέρι. Ώσπου ήρθε ο Αντρέας. Με τα δυο χέρια ανοιχτά, πότε με μπουφάν, πότε με ζιβάγκο ή πουκάμισο ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέτρεψε τα δεδομένα της πολιτικής επικοινωνίας, λαοφιλής έως λατρείας, αλλά και μισητός, αφού «αυτός κατέστρεψε την Ελλάδα».

  Ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας από κείνους που  φαίνεται πως τον μισεί και τον θαυμάζει ταυτόχρονα. Και προσπαθεί να απλώσει προς το λαό ανοιχτά –σαν αγκαλιά- και τα δυο του χέρια, όπως ο Ανδρέας. Δύσκολο.  Ο γιος της Πολωνής Σοφίας Μινέϊκο και του Αχαιού Γεώργιου Παπανδρέου είναι ένα από τα μεγάλα αινίγματα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας.

****

Στη μεταπολεμική Ελλάδα το πολιτικό παιχνίδι έχει ήδη παιχτεί ανάμεσα στον Ζαχαριάδη και τον Καραμανλή, αν και δεν θα βρεθούν ποτέ αντιμέτωποι. Ο ένας πήρε το δρόμο της ήττας και της εξορίας. Ο άλλος κυριάρχησε για σαράντα χρόνια, τέλειωσε με τον βασιλιά, νομιμοποίησε το ΚΚΕ, έκανε εθνικοποιήσεις, έφερε τη δημοκρατία και τον Ανδρέα.

Αν και φαίνεται να συγκρούεται διαδοχικά με τους Παπανδρέου στη βουλή, δεν ήταν αντίπαλος του Ανδρέα ο Καραμανλής. Ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος, που αναλαμβάνει το θρόνο 23 χρονών μετά το θάνατο του Βασιλέα Παύλου το 1964. Ο γιος του «Γέρου της Δημοκρατίας» έχει επιστρέψει από την Αμερική και εμφανίζεται στην ελληνική πολιτική σκηνή ως ένας πολιτικός πρίγκηπας, φυσικός διάδοχος του.

Η νέα άνοιξη που θα φέρει τον «Ανδρέα» στο προσκήνιο, είναι σαφές ότι άργησε σαράντα χρόνια.  Έχει βασικό στόχο να επανορθώσει την ήττα της Αριστεράς και της Δημοκρατίας, αλλά η Χαμένη Άνοιξη θα τελειώσει με την Αποστασία και την Χούντα, η οποία θα οδηγήσει στην τραγωδία της Κύπρου. Αυτή η τραγωδία θα αποτελέσει την εισαγωγή στο καταστατικό του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.

Ο Ανδρέας θέλει εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, αλλά το μέλλον που ονειρεύεται είναι δεσμευμένο από το παρελθόν.  Η χούντα έγινε για τον Ανδρέα. Η δίκη του για “εσχάτη προδοσία” δεν έγινε ποτέ. Το 1967 ο Ανδρέας αποφυλακίζεται με παρέμβαση του ίδιου του Προέδρου των ΗΠΑ Τζόνσον. Βάζει στη ντουλάπα το σμόκιν της Ένωσης Κέντρου, φοράει μπουφάν κι αρχίζει μια αντίσταση απειλώντας, έξαλλος και φανερά εκνευρισμένος, τη χούντα με ένοπλο αγώνα.

Ο Ανδρέας η ελπίδα ενός ολόκληρου λαού. Είναι ευφυής, χαρισματικός, γοητευτικός, αλλά αυτό δεν φτάνει. Είναι και η Ιστορία που γυρίζει γύρω του. Κάθε φορά που φεύγει από την Ελλάδα –μάλλον για να μην πεθάνει- και γυρίζει νικητής. Δεν έχει παρά ένα αντίπαλο. Τον εαυτό του. Ο Ανδρέας, δε θα προσπαθήσει να διεκδικήσει το κόμμα του πατέρα του που το θεωρεί «αστικό». Θα δημιουργήσει ένα νέο κίνημα με γνωστά συνθήματα ‘Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Ούτε ΝΑΤΟ, ούτε Βαρσοβία», «Η Ελλάδα στους Έλληνες». «Είμαστε η συνέχεια του ΕΑΜ», θα πει.

Ο λόγος του είναι ριζοσπαστικός. Επαγγέλεται κοινωνικοποιήσεις, διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος,»σοσιαλισμό», αλλά διευκρινίζει πως ούτε θα πάει σε νέα ήττα, ούτε σκοπεύει να γίνει ο Αλλιέντε της Ελλάδας. Δεν σκοπεύει να πεθάνει σαν ήρωας.

Mέσα σε επτά χρόνια το ΠΑΣΟΚ με μια ανεπαίσθητη δεξιά στροφή, όταν ο Ανδρέας φόρεσε ζιβάγκο, έδιωξε από την κυβέρνηση την συντηρητική παράταξη, που με  πολύ μικρές αναλαμπές κεντρώων κυβερνήσεων, πότε με δικτατορία, πότε με κοινοβουλετισμό ήταν εκεί από το 1936. Αυτή είναι η ρεβάνς για την ήττα στον Εμφύλιο. Η νίκη της γενιάς του ΄30, η εκδίκηση για τη χαμένη άνοιξη του ’60, η δικαίωση του μαζικού λαϊκού κινήματος που άρχισε στο Πολυτεχνείο το 1973. Η Αριστερά είναι σε άνοδο.

Οι “δημοκρατικές δυνάμεις” συγκεντρώνουν ένα ποσοστό 65%. Το σοσιαλιστικό όνειρο, ωστόσο, παρά είναι όμορφο για να είναι αληθινό.  Η Ελλάδα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την τραγωδία της Κύπρου παραιτείται από τα όνειρά της κι ορίζει ξεκάθαρα με ένα αμυντικό δόγμα τα -απειλούμενα σύνορα της. “Η Κύπρος είναι μακρυά” είχε πει ο Καραμανλής. “Η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν”.

*****

Ο πολιτικός λόγος του Ανδρέα είχε ανακαλύψει την «Φυλή» των Eλλήνων από την δεκαετία 60 στα κείμενα του Ίωνα Δραγούμη, όταν σε ένα άρθρο του μιλάει για «εθνική αναγέννηση».  Ο αμερικανοθρεμμένος αντιιμπεριαλιστής, συγγραφέας  βιβλίων, όπως ο «Πατερναλιστικός Καπιταλισμός» και η «Ελευθερία του Ατόμου», σχεδιάζει ένα ρόλο πολιτικού ηγέτη του Τρίτου Κόσμου. Eίναι δεινός συγκινησιακός ρήτορας. Έχει διδαχθεί την τέχνη της ρητορικής από τον Κάρολο Κουν και έχει μάθει να χορεύει ζεμπεκιά από έναν εργάτη.

Ο δημαγωγός που συναρπάζει ιδιαίτερα την νεολαία πηγαίνει στο χώρο που έγινε η εξέγερση του Κιλελέρ και μιλάει στην αγροτιά ως Εμιλιάνο Ζαπάτα.  Η Μελίνα Μερκούρη, σαν αρχαία Ελληνίδα θεά, δίπλα του, ζητά πίσω τα κλεμμένα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Δυο λέξεις, θετικές, αποδεκτές από όλους χαρακτηρίζουν το 1981!  Νίκη και Αλλαγή. Παίζοντας με φιέστες και λέιζερ ο Ανδρέας, ωστόσο, διασώζεται από την γελοία φιγούρα του «Πασόκου», -τουλάχιστον πριν η Λιάνη τον φέρει σε επαφή με αστρολόγους. Είναι ένα τραγικό πρόσωπο με απεριόριστο χιούμορ και ευγένεια και την βαθιά γνώση πως η πολιτική είναι ένα σόου που δεν μπορεί να αλλάξει την κοινωνία.

Ο καθηγητής του Μπέρκλεϊ μεταμορφώνεται ανάλογα με την ώρα και την στιγμή. Υποδέχεται τον Αραφάτ, υπερασπίζεται τον τρομοκράτη Πόλε, μιλάει για τον έρωτα σε ένα περιοδικό λεσβιών, οργανώνει καταλήψεις των πανεπιστημίων, τοποθετεί την εικόνα του Άρη Βελουχιώτη στα γραφεία των οργανώσεων του ΠΑΣΟΚ, οικειοποιούμενος ένα ήρωα που το ΚΚΕ έχει αποκηρύξει, αλλά τώρα τον θέλει πίσω.  Είναι πάνω από όλα πατριώτης, ένας αριστεριστής εθνικιστής που μιλάει μια γλώσσα με πολλές ταχύτητες. Τη μια με τον πολιτικό ορθολογισμό ενός απολύτως ισορροπημένου «κεντρώου» πολίτη. Την άλλη “χτυπάει” με ριζοσπαστισμό κι ύστερα κάνει τον αμέριμνο.

”Θεέ μου, τι δεξιά νεολαία, έχουμε!” είπε πει κάποτε όταν οι νεολαίοι του κόμματος τον επισκέφτηκαν για να του ευχηθούν “Χρόνια Πολλά”.  Ο Ανδρέας παίζει με όλους και με όλα. Χορεύει, χαμογελά, αλλάζει εύκολα ρούχα ανάλογα με το σήμα που θέλει να δώσει, διδάσκει πολιτική ταχτική και είναι γνώστης του image making. H γλώσσα του, -πολλές φορές δημιουργεί δικές του λέξεις, όπως αιθεροβάμονες, κυβερνητική αναδόμηση, ετεροχρονισμός-, είναι μια πολιτική μεταμφίεσης και ιδεολογικής παρένδυσης. Μια γλώσσα τραβεστί. Αφού έχει υπερβεί ταυτόχρονα την Αριστερά και την Πατριωτική Δεξιά, ο μαρξιστής που θα διαχώριζε την Εκκλησία από το Κράτο, καταλήγει να προσκυνά στην Παναγία του Σουμελά για να διασκεδάσει με ειλικρίνεια την ιδέα ότι έχει αποτύχει:

-”Ανοίξαμε το δρόμο. Αν αποτύχαμε, θα έλθουν άλλοι να συνεχίσουν”, θα πει το 1984 στην Μαρία Ρεζάν.

Με μια ερωτική σχέση με τον λαό είναι ένας γλυκός προδότης που παραμένει γοητευτικός ακόμα και όταν τον μισούν οι μισοί Έλληνες. Ακόμα κι αν δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, προσπάθησε να το κάνει. Ούτε από το ΝΑΤΟ έφυγε, στην ΕΟΚ παρέμεινε και οι κοινωνικοποιήσεις του περιορίστηκαν σε μερικές χρεοκοπημένες επιχειρήσεις. Ο τιμωρός του κεφαλαίου, ο λαϊκός εκδικητής, κάνει διακοπές με το κότερο του Λάτση, ο οποίος θα «λογοδοτούσε».

Όλες οι κατηγορίες ότι είναι «μεθύστακας», μοιχός, λαοπλάνος, τρομοκράτης έγιναν μπούμεραγκ και εδραίωσαν μία σχέση λατρείας με τον λαό.  Ο Ανδρέας είναι ο μέσος έλληνας, ένας «Ζορμπάς», ευαίσθητος, με αυτοσαρκασμό, ζωντανός, που προσπάθησε να κάνει όσα υποσχέθηκε. Αρκεί που έδιωξε τον χωροφύλακα, έφερε τον λαό στην εξουσία, εδραίωσε τη δημοκρατία σε ένα «ξέφραγο αμπέλι».

Ο Ανδρέας ακόμα κι αν πρόδωσε τον Λαό, ακόμα κι αν δεν οδήγησε στη νίκη, ικανοποίησε τις ηττημένες γενεές γιατί ούτε νίκησε, αλλά ούτε ηττήθηκε. Έφερε μια αξιοπρεπή,- κατ΄άλλους αναξιοπρεπή -ισοπαλία. Πιθανόν να δανείστηκε από τις επόμενες γενιές, αλλά τα χρωστούσε στις προηγούμενες!

*****

Δεν θα μάθουμε ποτέ, αν ο Ανδρέας πρόδωσε τον Λαό, ή ο Λαός τον Ανδρέα. Υπάρχουν δυο εκδοχές, πάντα, για την Ιστορία, αλλά στην Ελλάδα, είναι και οι δυο λάθος. Το βέβαιο είναι ότι μαζί με τον τελευταίο μεγάλο ηγέτη της “δημοκρατικής παράταξης” τελείωσαν και οι εθνικές και λαϊκές αυταπάτες. Δυο μέρες αφότου παρέδωσε άρρωστος την εξουσία,  κάποιοι στα Ίμια, με ένα διήμερο “πόλεμο” θα τονίσουν το γεγονός ότι η Ελλάδα πλέον είναι ένα έθνος σε υποχώρηση, χωρίς φίλους, με πολλούς εχθρούς που συμβαίνει να είναι και γείτονές του.

Στο μεταξύ η μόδα απαιτεί στενά κοντά παντελονάκια από λίκρα με λουλούδια. Χάντρες, βερμούδες και μακρυές ζιπ-κιλότ. Ναυτικό στυλ με χρυσά κουμπιά. Μακρυά «καπιτονέ» σακάκια, τρενς-κοτς, κοντά ή μακριά μέχρι τους αστράγαλους. Το 1993 ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστρέφει στην κυβέρνηση με 47%, έχει μαζί του  τη «Μιμή» και φοράει πια Armani. Μένει στη «ροζ» βίλα που έφτιαξε με δανεικά.  Ο Θόδωρος Πάγκαλος τον λέει «δωρολήπτη». Ο Σημίτης παραιτείται και ζητά εξηγήσεις. Ο πρόεδρος δεν προλαβαίνει να απαντήσει. Η Μιμή έχει σύσκεψη με αστρολόγους!

Η Βάσω Παπανδρέου, παλιά αγαπημένη του Ανδρέα, μαγειρεύει στο σπίτι της στο Χαλάνδρι κοτόπουλο μιλανέζ με αγκινάρες και σπανακόπιτα -στο «δείπνο των 4» που μαζί με το κοτόπουλο θα «φάνε» και τον Ανδρέα. Το συνέδριο θα αναδείξει, νέο ηγέτη, αυτόν που πολλές φορές είχε αποπέμψει ο Ανδρέας! Τον Κώστα Σημίτη.

Μερικά χρόνια αφότου ο Ανδρέας έχει πεθάνει στον τάφο του θα βρεθεί η Δημήτρα Λιάνη, ίσως νάχουν πάει κι άλλες αγαπημένες του χωρίς καμέρες. Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, παρολίγον πρωθυπουργός, μόλις έχει αποφυλακισθεί. Η γυναίκα του κάνει δηλώσεις. «Δεν θάχε συμβεί αυτό αν ζούσε Εκείνος».

Η Αθήνα βρωμάει από τα σκουπίδια καθώς πάλι οι εργάτες του Δήμου απεργούν. Η Αθήνα ωστόσο το βράδυ μυρίζει αγιόκλημα και γιασεμί, καθώς στο Πρώτο Νεκροταφείο βραδυάζει. Εκεί συνήθως θάβονται οι πρωθυπουργοί κι ηγέτες. Πλην Καραμανλή που τάφηκε σε ιδιωτικό τάφο, μάλλον εκτός Εκκλησίας. Και του Χαρίλαου Φλωράκη, που ζήτησε να ταφεί σε ένα βουνό να αγναντεύει τον κάμπο.