
Του πρέσβη Ανδρέα Παπασταύρου
Η Ευρώπη έχει και την εμπειρία και τις δυνατότητες να προωθήσει μια έντιμη και αξιοπρεπή λύση. Με την συμπεριφορά της όμως, αυτομειώνεται ακόμη περισσότερο έναντι των ΗΠΑ, χάνει το κύρος της στη διεθνή σκηνή και αφήνει άλλους να ρυθμίζουν θέματα που την αφορούν άμεσα
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αντιμετώπιση της Ευρώπης από τη νέα αμερικανική ηγεσία, έχουν προκαλέσει πλήρη ανατροπή των γεωπολιτικών ισορροπιών (ή ανισορροπιών) στην Ευρώπη και ευρύτερα, προκαλώντας αναστάτωση και αβεβαιότητα για το μέλλον.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές διεργασίες που εξελίσσονται στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και κατατείνουν στην ενίσχυση ακροδεξιών κομμάτων, προοιωνίζονται ριζική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη θεωρεί τη θέση της στον κόσμο.
Μετά από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, πρυτάνευε η αισιοδοξία και η αντιμετώπιση της Ρωσίας ως σημαντικού μέρους του ευρωπαϊκού οικοδομήματος ασφαλείας. Τώρα, με αφορμή την τραγωδία της Ουκρανίας, η κλαγγή των όπλων ηχεί όλο και πιο έντονη στα μυαλά άκαπνων ηγετών με ελλιπή γνώση ή άγνοια ιστορίας, που προετοιμάζουν σταθερά (ενίοτε και με γραφικότητες) τις χώρες τους για μελλοντική σύρραξη με τη Ρωσία. Συχνά μάλιστα, πολιτικοί ή στρατιωτικοί ιθύνοντες προβλέπουν και το έτος κατά το οποίο η σύρραξη θα ξεσπάσει….. και η Ρωσία καραδοκεί!.
Οι μηχανές παραγωγής όλο και πιο δαπανηρών εξοπλισμών τίθενται πλέον σε πλήρη λειτουργία, η οικονομία μεταβάλλεται σε πολεμική και το κοινωνικό κράτος υποχωρεί κατά κράτος. Δηλαδή, προωθείται ακριβώς ό,τι έπρεπε να αποφευχθεί, για να είναι δυνατή η αντιμετώπιση των προκλήσεων των καιρών. Εν τω μεταξύ, κάποιες ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να εισάγουν ρωσικό αέριο…. Ο Πρόεδρος Πούτιν, πάντως, με την εισβολή στην Ουκρανία, έχει μεριμνήσει μεθοδικά ώστε ακόμη και όσοι φίλοι του έμειναν ανά την Ευρώπη να μην μπορούν να τον βοηθήσουν.
Ουδείς εχέφρων (και πόσω μάλλον οι ‘Ελληνες) θα μπορούσε να αμφισβητήσει το δικαίωμα των λαών στην άμυνα και στην προς τούτο ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων, εν προκειμένω της Ευρώπης. Ουδείς, επίσης, μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα πότε και εάν θα ξεκινήσει ένας πόλεμος με τη Ρωσία. Μήπως όμως η συνολική ρητορεία θα πρέπει να επανεξετασθεί, με γνώμονα και άλλες, ουχί μόνον ζοφερές επιταγές; Είναι κάτι τέτοιο εφικτό, ή θα πρέπει να σωρεύουμε τρόφιμα και άλλα εφόδια στις αποθήκες μας, εν αναμονή του Ιβάν; Όπως έλεγαν οι Λατίνοι, εφ’όσον επιθυμείς την ειρήνη, προετοίμαζε τον πόλεμο. Καλό θα είναι, όμως, η προετοιμασία αυτή να μην είναι εις βάρος της ευημερίας του λαού, διότι αλλιώς αυτός εξοντώνεται και χωρίς πόλεμο. Να μη λησμονούμε ότι τα κανόνια δεν τρώγονται. Και εν πάση περιπτώσει, το σημερινό είδος πολέμου ουδεμία σχέση έχει με παρελθούσες συρράξεις.
Κατόπιν των ανωτέρω, ένα από τα πλέον δύσκολα εγχειρήματα που μπορεί κάποιος να αναλάβει σήμερα είναι να μιλήσει ή να γράψει για τη Ρωσία και να το κάνει χωρίς εκρήξεις, δεδομένης της πρωτοφανούς έξαψης των παθών γύρω από τη χώρα αυτή. Η σχετική αρθρογραφία ανά την Ευρώπη μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει, καθώς άπαντα τα εμπλεκόμενα μέρη υποστηρίζουν θέσεις πολύ συχνά αλληλοσυγκρουόμενες και αμφιταλαντευόμενες και η πρόσφατη πολεμική ρητορεία κάποιες φορές εγγίζει την ψύχωση. Όσον αφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσέγγιση εμφανίζεται πολύ πιο προσγειωμένη, ωφελιμιστική και χρησιμοθηρική. Εξ άλλου, Τραμπ, Βανς και Ρούμπιο έχουν δηλώσει σε διάφορες ευκαιρίες ότι δεν πρόκειται για δικό τους πόλεμο. Επιβάλλεται, συνεπώς, μια πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση και από την Ευρώπη ενός όντως ιδιαίτατα σοβαρού προβλήματος.
Ακόμη και όταν τα αστέρια του σοβιετικού αστερισμού ακολούθησαν δικές τους τροχιές, η Ρωσία παρέμεινε η μεγαλύτερη γεωγραφικά (και μια από τις σημαντικότερες από κάθε άποψη) χώρα του κόσμου, με συνολική έκταση 17.075.400 τετρ. χλμ. και πληθυσμό περίπου 145 εκατομμυρίων, αν και γηράσκοντα. Μια ματιά στον χάρτη αποκαλύπτει αμέσως τις προκλήσεις και τις εν δυνάμει εστίες ανάφλεξης που πρέπει η χώρα αυτή να αντιμετωπίσει ευρύτερα. Συνορεύει με τις σημαντικότερες χώρες του πλανήτη και η θέση της (και ταυτότητά της) μεταξύ Ευρώπης και Ασίας της προσδίδει μοναδική αξία για τους συσχετισμούς ισορροπίας, καθώς και τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται αμφότερες τις ηπείρους. Στον σημερινό υπό διαμόρφωση πολυπολικό κόσμο, η Ρωσία ίσως να μην είναι πλέον η Υπερδύναμη που ήταν, αλλά δεν παύει να συγκαταλέγεται μεταξύ των ρυθμιστών του, και είναι η ισχυρότερη πυρηνική δύναμη (σε αριθμούς), την οποία καλό θα είναι να μην περιφρονεί ή αγνοεί κανείς.
Δεν θα εξετάσω το αν τηρήθηκαν ή όχι οι υποσχέσεις που δόθηκαν στον Γκορμπατσόφ από τη Δύση με την πτώση της ΕΣΣΔ. Η ρωσική επίθεση, όμως, εναντίον της Κριμαίας (22 Φεβρουαρίου 2014) και η προσάρτηση της χερσονήσου στη Ρωσία, καταρράκωσαν την εικόνα της τελευταίας στα μάτια της Δύσης. Οι Συμφωνίες του Μινσκ (3/9/2014 και 12/2/2015) επέτρεψαν μια εύθραυστη ηρεμία στις σχέσεις Ρωσίας-Ουκρανίας και ένα modus vivendi μεταξύ Δύσης και Ρωσίας μετά από αυτά τα τραγικά γεγονότα (που έπληξαν σοβαρά και τις ελληνικές κοινότητες της περιοχής). Ωστόσο , η «ειδική επιχείρηση», ήτοι με απλούστερα λόγια η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24/2/2022, επιδείνωσε σοβαρά την κατάσταση, η οποία εξελίχθηκε στη σημερινή τραγωδία, με εκατοντάδες χιλιάδες αθώων θυμάτων στην Ουκρανία και αντίστοιχους αριθμούς στρατιωτικών. Κάποιοι ομιλούν για εκατομμύρια.
Επρόκειτο για μια επιλογή του Πούτιν η οποία εξέπληξε πολλούς πεπειραμένους ειδικούς και, όπως προαναφέρθηκε, αποδυνάμωσε όποιους θα αποτολμούσαν ακόμη να εκφράσουν κάποια ελπίδα. Ίσως ο Ρώσος Πρόεδρος ανέμενε έναν σύντομο περίπατο αναψυχής μέχρι το Κίεβο, αλλά αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για μια κόλαση χωρίς επιστροφή για τόσους αδικοχαμένους συνανθρώπους μας. Να ήταν υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της χώρας, να ήταν η μέθη της μακροχρόνιας ισχύος, ή και τα δύο, να ήταν κακές συμβουλές ; Ότι και να ήταν, ήταν ασυγχώρητο. Ο Πρόεδρος Πούτιν αποδυνάμωσε τη θέση της χώρας του, άσχετα από τις διάφορους εναγκαλισμούς με άλλους ηγέτες. Και όπως πρέπει πάντοτε να θυμούμαστε, μια χώρα διαρκεί πολύ περισσότερο από τον ηγέτη της.
Την ίδια στιγμή, ο Πρόεδρος Τραμπ παρά την επιθυμία του, δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα αμέσως μετά από την επιστροφή του στην εξουσία και ο πόλεμος συνεχίζεται μέχρι τώρα, παρά τα κόκκινα χαλιά και τις οικειότητες με τον Πούτιν. Οι ελπίδες πλέον εναποτίθενται στον νέο Σχέδιο Τραμπ, ερήμην , ως εικός, των Ευρωπαίων. Η συνέχεια αναμένεται εναγωνίως.
Και η Ευρώπη; Είναι απούσα από τις εξελίξεις, πέρα από τις πολεμικές προετοιμασίες του πληθυσμού της (ήκιστα χρήσιμες σε έναν σύγχρονο πόλεμο, εάν μάλιστα είναι πυρηνικός…ας μη το συζητήσουμε). Αντιλαμβάνομαι, σέβομαι και συμμερίζομαι πλήρως τους φόβους των εταίρων μας από τη Βαλτική, και της μαρτυρικής Πολωνίας. Όμως, σκέπτεται κανείς ότι η Ρωσία ήταν, είναι και θα είναι εκεί; Εκτός εάν στην ΕΕ πιστεύουν ότι θα είναι η τελευταία γενιά Ευρωπαίων, οπότε γαία πυρί μειχθήτω. Σκέπτεται κανείς το ενδεχόμενο οι πολεμικές ιαχές από την ΕΕ να συσπειρώνουν τον ρωσικό πληθυσμό, ο οποίος διαφορετικά θα μπορούσε να στραφεί εναντίον του ηγέτη του, μετά από το σφαγείο της Ουκρανίας; Αντιλαμβάνεται κανείς ότι αντί για την επιδίωξη της παράλογης παράτασης του πολύνεκρου αυτού πολέμου, θα έπρεπε η Ευρώπη να μεσολαβήσει και να επιδιώξει, περισσότερο από όλους, ένα (όσο τούτο είναι δυνατόν) έντιμο τέλος του; Η Ουκρανία πρέπει να ζήσει και ο βασανισμένος λαός της να μπορέσει ατενίσει επί τέλους ένα καλύτερο αύριο. Δεν ωφελεί κανέναν η στοιχηματικού επιπέδου σειρά προβλέψεων για τον νικητή.
Η Ευρώπη έχει και την εμπειρία και τις δυνατότητες να προωθήσει μια έντιμη και αξιοπρεπή λύση. Με την συμπεριφορά της όμως, αυτομειώνεται ακόμη περισσότερο έναντι των ΗΠΑ, χάνει το κύρος της στη διεθνή σκηνή και αφήνει άλλους να ρυθμίζουν θέματα που την αφορούν άμεσα. Το εάν η Ρωσία θα είναι σε θέση σε κάποιο χρονικό διάστημα να επιτεθεί στην Ευρώπη, μπορεί να διαπιστωθεί από μια αποτελεσματική διπλωματία και ουσιαστική επαφή, και από προηγμένα τεχνικά μέσα. Πάντως, σύμφωνα με τους αναλυτές διεθνών σχέσεων, η Ρωσία έχει αρκετά (και υπαρξιακά) προβλήματα να επιλύσει στην τεράστια γειτονία της, ώστε μια σύγκρουση με την Ευρώπη να αποτελούσε μια κάκιστη επιλογή.
Όσο για τη χώρα μας, πιστεύω ότι έχει βιαστεί να προβεί σε τοποθετήσεις έναντι της Ρωσίας, που είναι εν δυνάμει επιζήμιες για τα ευρύτερα συμφέροντά μας. Τα λόγια, ιδίως σε παρόμοιες περιπτώσεις, έχουν το δικό τους, ενίοτε μεγάλο βάρος. Η χώρα μας έχει ιστορικά ένα πυκνό και εκτεταμένο, και από γεωπολιτικής πλευράς, πλέγμα σχέσεων με τη Ρωσία και, ως γνωστόν, οι διεθνείς σχέσεις αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία. Τούτο σημαίνει ότι η αντίδραση του ενός σε μια ενέργεια ή παράλειψη του άλλου, μπορεί να εμφανισθεί σε ανύποπτο χρόνο και σε τελείως διαφορετικό πεδίο. Ο νοών νοείτω. Εάν αρχίσω την απαρίθμηση των πεδίων όπου ρωσικές πράξεις ή παραλείψεις μπορούν να είναι επιζήμιες για τα συμφέροντά μας, το κείμενο αυτό θα γίνει πολύ σχοινοτενές. Και ας μη χρειαστεί ποτέ να διαπιστώσουμε ποιος και εάν θα μας βοηθήσει πρασγματικά.
Δεν βρισκόμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία, διότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η θέση μας θα ήταν δεινή. Αρνητικές τοποθετήσεις εν γένει μας αποστερούν τη δυνατότητα ενεργούς παρουσίας στον κόσμο, ενδεχομένως μιας διαμεσολάβησης, που θα μπορούσε να λάβει χώρα στην προκείμενη περίπτωση. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε και τη διεθνή μας θέση. Άλλοι το έχουν αντιληφθεί. Την ίδια στιγμή, σε ουδεμία περίπτωση μπορούμε να συγχωρήσουμε τον ρωσικό αναθεωρητισμό, δεδομένων των αντιστοιχιών με τα πεπραγμένα της μεγάλης μας γείτονος. Πρέπει, όμως να σταθμίσουμε σοβαρά και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά μας .
Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» ουδαμώς αμφισβητείται από μια προσεκτική τήρηση ισορροπιών με τη Ρωσία (και γενικότερα) και μια σοβαρή και όχι ασταθή και αμφιταλαντευόμενη αντιμετώπισή της, χωρίς, βεβαίως, να υποβαθμίζεται η στήριξη στην Ουκρανία. Αυτός είναι ο ρόλος της διπλωματίας, ασκουμένης με επαγγελματική γνώση και συνέπεια και όχι με εξάρσεις: να επιτυγχάνει τις απαιτούμενες ισορροπίες . Και τέλος, χρήσιμη είναι κατά καιρούς η ανάγνωση της ιστορίας και η αξιοποίηση των διδαγμάτων της.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
