Προεδρολογίας το ανάγνωσμα

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η κυβέρνηση, τα κοινοβουλευτικά κόμματα και συνολικά η ελληνική πολιτεία, εκτός από τα θέματα της καθημερινότητας, έχουν να αντιμετωπίσουν και την εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας, του κορυφαίου πολιτειακού θεσμού, καθώς η παρούσα θητεία του νυν προέδρου Προκόπη Παυλόπουλου ολοκληρώνεται τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους.

Μπορεί το πολίτευμα της χώρας να είναι προεδρευόμενη δημοκρατία με αποτέλεσμα τις περιορισμένες αρμοδιότητες του προέδρου στην άσκηση πολιτικής εξουσίας και στις παρεμβάσεις του στην πολιτική ζωή του τόπου, δεν παύει όμως ο θεσμός να έχει κύρος και να δίνει το στίγμα της εθνικής συναίνεσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Συνεπώς ο θεσμός του προέδρου καθώς και το πρόσωπο που οφείλει να τον εκπροσωπήσει, πρέπει πάνω από όλα να ενώνει και να μην δημιουργεί διχασμό.

Ήδη όπως συμβαίνει συνήθως στην χώρα μας, πριν από κάθε αντίστοιχη εκλογή, η ονοματολογία έχει φουντώσει, ενώ ακούγονται ονόματα από πρώην ακαδημαϊκούς, μέχρι πρώην πρωθυπουργούς, Επιτρόπους και πρώην προέδρους κοινοβουλευτικών κομμάτων.

Τα ονόματα που έχουν τεθεί βέβαια ως υποψηφιότητες είναι αυτή την στιγμή εικασίες, καθώς τον τελευταίο λόγο τον έχει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, όπου έχοντας συνομιλήσει τόσο εσωτερικά στην ΝΔ, όσο και με τα λοιπά κοινοβουλευτικά κόμματα, αναμένεται να ανακοινώσει την απόφασή του το επόμενο διάστημα.

Αυτό που αρκετοί υποστηρίζουν και ορθώς κατά την γνώμη μας, είναι πως το πρόσωπο του Προέδρου πρέπει να είναι πολιτικό. Να μην ξεχνάμε πως ο θεσμός είναι πρωτίστως πολιτικός και οφείλει να δημιουργεί ευρύτερες συναινέσεις μεταξύ των κομμάτων και όχι να αποτελεί μία συνισταμένη συμβιβασμών μεταξύ των κομμάτων εξουσίας, με αποτέλεσμα τελικά  να προτείνεται ένα πρόσωπο το οποίο ναι μεν θα είναι σεβαστό και ικανό, αλλά δεν θα έχει καμία σχέση με την πολιτική ζωή και πιθανώς να μην αντιλαμβάνεται επαρκώς τους πολιτικούς συσχετισμούς στην χώρα για την απαραίτητη πολιτική σταθερότητα.

Επίσης θα πρέπει να τονίσουμε, πως η παράδοση που ίσχυε σχεδόν σε όλες τις εκλογές προέδρων μετά την μεταπολίτευση, το ένα κόμμα εξουσίας να προτείνει πρόεδρο από το άλλο κόμμα για να υπάρχει συναίνεση, ήταν λίγο πολύ υποκριτικό, καθώς μέχρι πρότινος το Σύνταγμα προέβλεπε πως αν δεν εκλεγεί Πρόεδρος Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, τότε διενεργούνται εθνικές εκλογές.

Είναι αναμφισβήτητα μία κατάκτηση για την χώρα και το πολίτευμα, το γεγονός ότι μετά από πολλές παλινωδίες του πολιτικού συστήματος, κατάφερε η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ να συμφωνήσουν και να ψηφίσουν την συνταγματική αναθεώρηση που προβλέπει την ψήφιση προέδρου με απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς να προκαλείται διάλυση της Βουλής.

Με αυτό το νέο σκεπτικό, αλλάζει σίγουρα και η διαδικασία υποψηφιοτήτων, καθώς το κυβερνόν κόμμα έχει την δυνατότητα να επιβάλλει Πρόεδρο χωρίς να αναμένει συναίνεση από άλλα κόμματα εξουσίας.

Συνεπώς η συνταγματική αναθεώρηση, καθιστά την συναίνεση πραγματική μέσω της προαιρετικότητας και όχι υποκριτική, όπως συνέβαινε εδώ και δεκαετίες, που αποσκοπούσε στην παραμονή και μόνο στην εξουσία του κυβερνώντος κόμματος.

Εν προκειμένω, η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση σαφώς να αναζητήσει την συναίνεση μέσα από τις υποψηφιότητες που θα προτείνει, όχι όμως με κάθε κόστος. Πρέπει για το καλό της χώρας και της πολιτικής σταθερότητας, ο Πρόεδρος να είναι αφενός πρόσωπο πολιτικό, να γνωρίζει επαρκώς την διεθνή πολιτική σκηνή και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται και αφετέρου να είναι εγνωσμένου κύρους και στο εξωτερικό, ώστε να αποτελεί έναν επιπλέον πυλώνα, έστω συμβολικό, στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και την διαμόρφωση της εθνικής στρατηγικής της χώρας, μέσα από τις σύνθετες γεωπολιτικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει στα χρόνια που έρχονται.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός.