Προσοχή κίνδυνος! Ζητείται πρωτοβουλία Μητσοτάκη για εθνική συνεννόηση στα ελληνοτουρκικά -πριν είναι αργά – Ο ρόλος του Τσίπρα και του Παυλόπουλου

Του Γ. Λακόπουλου

.

Να αρχίσουμε με δυο δημοσιογράφους: Πρώτα με τον διευθυντή της «Καθημερινής» Αλέξη Παπαχελά που γράφει:

«Έχουμε μπει σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Έχουμε παίξει καλά τα χαρτιά μας ως χώρα, αλλά η παρτίδα είναι πολύ δύσκολη και απρόβλεπτη.Θα μου επιτραπεί,  να κάνω μια έκκληση για τις επόμενες μέρες και εβδομάδες. Προς τον πρωθυπουργό, τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και όλους εμάς που παίζουμε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Οπότε πρωθυπουργός, αρχηγός αντιπολίτευσης και μέσα ενημέρωσης έκαναν όλοι μαζί μοιραία λάθη, ο τόπος βρέθηκε αντιμέτωπος με την τέλεια καταιγίδα..»

Από την πλευρά του και με την πείρα του παλιού  ανταποκριτή και του  πρώην κυβερνητικού εκπροσώπου ο Βαγγέλης Αντώναρος σχολίασε στο   Διαδίκτυο τα «αναιμικά» αποτελέσματα της διάσκεψης για τη Λιβύη στο Βερολίνο και συμπλήρωσε:

«Επειδή η διεθνής κοινότητα στηρίζει τη κυβέρνηση Σάρατζ, αυτά τα αποτελέσματα είναι δυσμενή για τη χώρα μας. Κι ας κάνει η ελληνική πολιτεία ότι δεν…καταλαβαίνει»

Είναι οι πιο εύστοχες παρατηρήσεις των ημερών. Αλλά χάνονται στη συντονισμένη προσπάθεια των κυβερνητικών ΜΜΕ να πνίξουν την ουσία του προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα και στην  αδυναμία -ή την απροθυμία- του ΣΥΡΙΖΑ να το αναδείξει. Περισσότερο σαφής ήταν η θέση του Κινάλ.

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Για την Ελλάδα το Βερολίνο ήταν εξίσου ντροπιαστικό με την πρωθυπουργική επίσκεψη στο Λευκό Οίκο.

Ίσως ήταν χειρότερο. Γιατί πρόσθεσε μια ακόμη ψηφίδα στην λανθασμένη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που πορεύεται στραβά, αλλά προσπαθεί να πείσει ότι στραβός είναι ο γιαλός.

Ταυτόχρονα αποκάλυψε ότι η κυβερνητική πολιτική -εκτιμώντας άνισα το παιχνίδι το συμφερόντων των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην περιοχή και στην ουσία έχει βάλει απέναντι τον ΟΗΕ- έβαλε ακόμη και τη Μέρκελ απέναντι στη χώρα. Πρωτοφανές για την Ελλάδα.

Στην πραγματικότητα με το Βερολίνο έκλεισε ένας αρνητικός κύκλος που διαμορφώθηκε με ασάφειες, ή λανθασμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες  και κατευναστική διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ενώ η Τουρκία κλιμακώνει τις προκλήσεις της και διαμορφώνει τετελεσμένα, όπως η συμφωνία της με τη Λιβύη- που δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν στο Βερολίνο. Και ήταν εκεί και ο ΟΗΕ και οι ΗΠΑ.

Ενώ οι εξελίξεις τρέχουν, η ελληνική  πολιτική ασκείται με καθυστερήσεις, ερασιτεχνικά, χωρίς διπλωματική  συνοχή και ευρωπαϊκή ταυτότητα, αλλά και χωρίς σύνδεση με τις πάγιες αρχές που διαμορφώθηκαν από το 1974 -και οσάκις παραβιάσθηκαν η χώρα βγήκε χαμένη.

 Αυτές οι αρχές επιβάλλουν επιστροφή  στην διακήρυξη «δεν διεκδικούμε τίποτε από κανέναν και δεν διαπραγματευόμαστε τίποτε με κανένα» -πλην της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη. Σε προέκταση: δεν δεχόμαστε καμία παρέμβαση από πουθενά και δεν παρεμβαίνουμε πουθενά. Συντασσόμαστε μόνο με τον ΟΗΕ και την κοινοτική Ευρώπη.

Αυτό στη σημερινή συγκυρία σημαίνει ότι αντί να τραβολογιέται η χώρα με τον κάθε φύλαρχο στον λυβικό εμφύλιο και να περιμένει την…αμερικανική βοήθεια,  πρέπει να οχυρωθεί πίσω από την ευρωπαϊκή της οντότητα  και να δημιουργήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση συσχετισμό για μέτρα- και όχι μόνο δηλώσεις- εναντίον της Αγκύρας.

Από εκεί και πέρα το πρόβλημα θα το έχει ο Ερντογάν που κάθε σε άλλο σε απομόνωση βρίσκεται. Αλλά και να βρίσκονταν το συμφέρον της  Ελλάδας είναι να βγει. Δεν θέλουμε  την Τουρκία ξεκομμένη, ούτε θέλουμε να τη   «νικήσουμε» .

Θέλουμε να οδηγηθεί σε ειρηνική συμβίωση με την Ελλάδα.  Αν αποτολμήσει θερμό επεισόδιο, δεν μας λύσει κανένα πρόβλημα ότι θα «χτυπήσουμε».  Προφανώς αυτή είναι η ουσία της τουρκικής πρόκλησης: να μας αναγκάσει να χτυπήσουμε.

Τα πράγματα δεν εξελίσσονται καλά για την Ελλάδα. Και η κυβέρνηση, προσηλωμένη σε λανθασμένη πολιτική δεν μπορεί να τα επανεξετάσει. Τουλάχιστον μόνη της.  

Όπως δεν μπορεί μόνη της να πάρει αποφάσεις που θα αναπροσαρμόζουν την αντίληψη της χώρας για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου στο Αιγαίο. Αν υπάρξει τέτοια απόφαση δεν γίνεται να  προκύψει ως…διολίσθηση της σημερινής  κυβέρνησης.  Πρέπει να είναι εθνική επιλογή.

Συνεπώς ο Πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης οφείλει να εγκαταλείψει την  άσκηση προσωπικής πολιτικής  και τον προσανατολισμό σε αποφάσεις για τις οποίες δεν έχει εντολή.

Να στραφεί στο εσωτερικό με δυο  στόχους: να διαμορφώσει πεδίο συνεννόησης με την  αντιπολίτευση για την αντιμετώπιση της κατάστασης και να δημιουργήσει  αρραγές εσωτερικό μέτωπο, όπως του ζήτησε από καιρό ο Κ. Καραμανλής.

Είναι χειρότερο από λάθος να αποδέχεται ο Πρωθυπουργός την εκτίμηση   διαχειριστών της επικοινωνιακής πολιτικής του, ότι η εξωτερική απειλή  λειτουργεί προς όφελος του γιατί συσπειρώνει τους πολίτες στην κυβέρνηση. Ή ότι οι πολίτες δεν ενοχλούνται από τον κατευνασμό και την  αμερικανοδουλεία, αν αυτό εξασφαλίζει «ησυχία».

Πρέπει να βγει από αυτό το κλίμα. Να αφήσει τους εγωισμούς που αναδύονται από τη φράση του «δεν θέλω συνδιαχείριση στην εξωτερική πολιτική». Πρωτίστως να αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον προκάτοχό του, που χειρίστηκε τα ίδια θέματα πριν από αυτόν -αν η σύγκληση σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών έχει -που έχει- μειονεκτήματα.

Με την ευκαιρία, ο Αλέξης Τσίπρας ως επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης δεν μπορεί να μένει παρατηρητής. Υπάρχουν πρωτοβουλίες που του ανήκουν. Όπως να ζητήσει ο ίδιος συνάντηση με τον Πρωθυπουργό, ή να επιδιώξει σύγκληση με το Κινάλ και άλλες δυνάμεις.

Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ο Προκόπης Παυλόπουλος είναι πάντα Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας εν ενέργεια.

Στα πλαίσια του ρόλου του ως αρχηγού του κράτους υπάρχουν πρωτοβουλίες απέναντι στις πολιτικές δυνάμεις και την κοινωνία, αλλά και απέναντι στην διεθνή κοινότητα που μπορεί να πάρει μέχρι την τελευταία μέρα της θητείας του.