Πώς στήθηκε η σκευωρία της Νοβάρτις: Συνταρακτική αποκάλυψη-υπόψη της Προανακριτικής

Του Γ. Λακόπουλου

Σκηνή πρώτη. Άνοιξη του 2017. Ο αναπληρωτής  υπουργός Δικαιοσύνης  Δημ. Παπαγγελόπουλος  δεν είχε ούτε ένα εξάμηνο υπουργός, όταν  άκουσε το τηλέφωνο στο γραφείο του να χτυπάει. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος ήταν στην άλλη  άκρη της γραμμής.

-Έλα Μήτσο, εδώ Αλέξης Τσίπρας.

Ωχ σκέφτηκε, για να με λέει Μήτσο και όχι Μίμη, όπως οι φίλοι μου, κάτι άσχημο συμβαίνει

-Έλα Μήτσο ακούς; επανέλαβε ο Πρωθυπουργος.

-Βεβαίως προεδρε,  κουφός είμαι; Τι  μπορώ να κάνω για σένα;

-Κοίτα να δεις είμαι εδώ με τον Καρτερό και μου έλεγε ότι είσαι Ρασπούτιν.

-Προς  Θεού πρόεδρε, τι κουβέντες είναι αυτές;

-Είσαι ή δεν είσαι;

-Κάτι λίγο, αλλά μην το λες. Δυο τρεις το ήξεραν παλιά στην εισαγγελία.

-Παιδιά είμαστε τώρα;

– Ευχαριστώ πρόεδρε.  Αλλά πού κολλάει αυτό;

– Να εδώ  είχαμε μια  ιδέα στην οποία μπορείς να βοηθήσεις.

-Μετά χαράς…

– Μήπως σου βρίσκεται κανένας εισαγγελέας του χεριού σου, ξέρεις από τα παλιά που ήσουν του Καραμανλή.

-Ολο και κάτι θα βρεθεί. Περί τίνος πρόκειται;

-Κοίτα, να μην είναι κανένας δικός μας. Δεν θέλω να καρφωθούμε.’

-Τότε σου έχω τον κατάλληλο άνθρωπο. Με πατέρα κομματάρχη του πατέρα του Μητσοτάκη.

-Έτσι σε θέλω.

– Πρόεδρε, πειράζει που είναι γυναίκα;

-Κάθε άλλο.

– Περί τίνος πρόκειται όμως;.

-Δώσε βάση. Λέγαμε , ο Θανάσης το σκέφθηκε δηλαδή, να στήσουμε μια σκευωρία.

– Δεν σε πιάνω.

 -Μια σκευωριούλα για να καθαρίσουμε καμιά δεκαριά από τους άλλους. Μαγκιώρικη δουλειά.  Καθαρή και ωραία κι έχουμε τις εκλογές στο τσεπάκι. Λοιπόν, άκου…

Σκηνή δεύτερη: δυο ώρες αργότερα.

Ήταν σχεδόν  μεσάνυχτα όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο  σπίτι της εισαγγελέως  Ελένης Τουλουπακη. Μόλις είχε γυρίσει από το θέατρο και διάβαζε ένα βιβλίο με ποιήματα.

-Έλα Ελένη, εδώ Μίμης.

-Ποιος Μίμης;

– Όχι ο  Τραϊφόρος πάντως. Παπαγγελόπουλος

-Καλησπέρα, κύριε υπουργέ.

-Όχι κύριε υπουργέ.

-Ναι έχετε δίκιο, κύριε  προϊστάμενε…

-Ελένη θα σε  μαλώσω. Μίμης ,σκέτο.

-Όπως θες ρε Μιμή. Απλώς έλεγε μη μας έχουν βυσματωμένους. Τι να κάνω για σένα;

-Ρε συ, Λενιώ.  Μην έχει υπόψη σου κανέναν ψευδομάρτυρα;

-Όλο και κάτι θα βρεθεί. Πόσους θέλεις;

-Θα χρειαστούν πέντε τουλάχιστον.

-Πολλοί είναι.

– Δεν τους θέλω όλους για μένα. Τρεις θα στείλω στην Αμερική και δυο  θα μου χρειαστούν εδώ.

-Το κοιτάω το πρωί και σε παίρνω.

-Είσαι μεγάλη…

Σκηνή Τρίτη.  Το κινητό του υπουργού Παπαγγελόπουλου στην ταβέρνα που τάπινε, χτύπησε με απόκρυψη. Σε άλλη περίπτωση δεν θα το σήκωνε- έτσι ήξερε  από παλιά.

Από την ΕΥΠ; Όχι από το Κηλαηδόνη: «Όταν χτυπάει το τηλέφωνο εννιά φορές στις δέκα δεν είναι για καλό».

 Με τα πολλά πάτησε το κουμπί και είπε βαριά, σαν εισαγγελέας της παλιάς φρουράς

-Μίμης σπίκινγκ…

-Αμάν, ρε Μίμη, με τις αγγλικούρες  σου, άκουσε τη φωνή της Τουλουπάκη.

-Τι να κάνω ο Τσίπρας μας βάζει να μιλάμε έτσι. Τι έγινε;

-Έκλεισε η δουλειά. Στους πέντε;

-Τι πέντε;.

-Για  ψευδομάρτυρες δεν έψαχνες; Εχω τέσσερις άνδρες και μια  γυναίκα.

-Είναι καλοί; ‘

– Πρώτοι. Να σου τους στείλω;

-Όχι σε μένα. Τους τρεις φόρτωσε τους για Ουάσιγκτον. Εχω συνεννοηθεί με το  FBI να τους παραλάβουν.

Τους άλλους δυο φέρτους αύριο το βραδάκι εκεί που θα σου πω.  Μην είναι όμως  ντυμένοι ψευδομάρτυρες  και δίνουν στόχο.

-Να κρατήσω εδώ τη γυναίκα; Έχει μικρά παιδιά, ψευδομαρτυράκια. Πού να τρέχει..

-Όπως καταλαβαίνεις…

Έκλεισε το τηλέφωνο  και άρχισε να τρώει τη μπριζόλα του. Ούτε που  κατάλαβε ότι αυτός που καθόταν  στο διπλανό τραπέζι τα άκουσε όλα. 

Σε δυο λεπτά πλήρωσε το λογαριασμό του και  φεύγοντας έβγαλε το τηλέφωνο.

-Θέλω να μιλήσω στο κύριο Λοβέρδο, είπε σε κάποιον.

Σκηνή τέταρτη:   Βράδυ Σαββάτου στο σπίτι του Τσίπρα την Κυψέλη.  Ενώ οι άνθρωποι  έξω ξεφαντώνουν για να πάνε κάτω τα φαρμάκια του Μνημονίου, στο Τσιπραίικο  έχουν σύσκεψη. Είναι ο ίδιος ο Τσίπρας, ο Παπαγγελόπουλος, ο Κρατερός , ο Τζανακόπουλος και η Τουλουπάκη. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει η Μπέτυ και φέρνει ουίσκι, ξηροπακάρπια και τα συναφή.

Σε μια γωνία κάθονται δυο ελεεινοί ψευδομάρτυρες. Ενας ελεεινός και μια ελεεινή. Η Τουλουπάκη βγάλει από την τσάντα της δυο μαύρες κουκούλες μεταξωτές και τις δίνει στα δυο καθάρματα.

-Φορέστε της και μην σας τσακώσω χωρις αυτές, διατάσσει ο Παπαγγελόπουλος τους ψευδομάρτυρες.

Οι άλλοι συμμορφώθηκαν αμέσως.

-Και τώρα ανοίξτε τα αυτιά σας τι θα σας πω.’

– Ό,τι πεις, αφεντικό.

-Κατ αρχήν από εδώ και περα ξεχάστε τα ονόματά σας. Εσύ μάγκα θα λέγεσαι «Σαράφης».

– Πώς λέγαμε παλιά «Σαράφης στα  Τρίκαλα, Σαράφης στην Αθήνα»;

-Ακριβώς. Κι εσείς μαντάμ ονομάζεστε «Κελέση»

-Σαν την Ισμήνη; Ωραία.

-Όχι ,αυτή που λες είναι Καλέση.

-Κρίμα.

Ο υπουργός την κοίταξε με απογοήτευση και συνέχισε.

-Λοιπόν, σας φέραμε εδώ για να κάνει μια εξυπηρέτηση στον πρόεδρο και δεν θα βγείτε χαμένοι. Μια σκευωρία θα στήσουμε όμορφα και ωραία.

-Λέγε εσύ και τι σε νοιάζει, είπε η ψευδομαρτυρίνα κάτω από την κουκούλα.

-Θα πάτε αύριο πρωί – πρωί στην κοπέλα από εδώ που είναι εισαγγελέας  και θα της πείτε διάφορα πράγματα για κάποιους ανθρώπους που θα σας πούμε. Φεύγοντας από εδώ θα πάρετε από ένα αντίγραφο με αυτά που θα πείτε. Θα τα αποστηθίσετε και θα κάψετε τα χαρτιά. Ξηγημένοι;’

– Μα τις λες τωρα, τη δουλειά μας δεν ξέρουμε; Αλλά για  ποιους θα πούμε;

– Θα σας το πω εδώ παρεμβαίνει ο Τσίπρας. Ρε Θανάση, πού είναι η λίστα, λέει στο Καρτερό.

-Κάπου εδώ την είχα και αρχίζει να χάνεται αυτός. Στο τέλος κοιτάει τον Τσίπρα.

-Ποια λίστα, ρε πρόεδρε; Δεν μου είπες να μην τα γράψω πουθενά αυτά τα ονόματα; Δεν τα έγραψα.

-Τα θυμάσαι τουλάχιστον;

-Εγώ δεν θυμάμαι πότε έγινε η 5η ολομέλεια του ΚΚΕ.

– Τι ήθελα και βασίστηκα σε σένα. Ελάτε τώρα να ξαναβρούμε τα ονόματα, για να ξέρουν τα παιδιά από εδώ για ποιους θα πουν.

– Τι λέτε για τον Λυκουρέτζο και τον Σαλμά, πετάγεται ο  Παπαγγελόπουλος.

– Άσε μας, ρε Μίμη, με τη μαρίδα. Κανένα πιο χονδρό όνομα λέγε.

-Κουτρουμάνης, πετάγεται ο Τζανακόπουλος

– Άλλο, άλλο. 

Παίρνει πάλι το λόγο ο Παπαγγελόπουλος.

-Εγώ θα ήθελα να βάλουμε κι έναν  Πικραμένο, αν τον έχετε ακουστά. Τον έχω άχτι από παλιά γιατί όταν είμαστε στον σώμα, έλεγε ότι είναι  φίλος της  οικογένειας και μας κοκορεύονταν…

– Δεν κάνουμε δουλειά έτσι,  εκνευρίζεται ο Τσίπρας. Λοιπόν ακούστε για ποιους θα πείτε… Σαμαράς…

Όταν τέλειωσε την υπαγόρευση ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Ήπιαν από ένα τελευταίο και άρχισαν να φεύγουν ένας ένας.

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι από το απέναντι μπαλκόνι τους παρακολουθούσε  από την πρώτη στιγμή με τα κιάλια ο Άδωνις Γεωργιάδης…