Τρίτη 17 Ιουλίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Πώς στήθηκε το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεδομένων στο Facebook

Επίσης, το Facebook διέγραψε περίπου 583 εκατομμύρια ψευδο-λογαριασμούς (fake) που διέσπειραν όλο αυτό τον όγκο του «σπαμ». Οι περισσότεροι από αυτούς τους λογαριασμούς εντοπίσθηκαν και διαγράφηκαν μόλις μερικά λεπτά μετά τη δημιουργία τους.

Της Αγγελικής Δημοπούλου

Ήταν 24 ετών όταν συνέλαβε την ιδέα που οδήγησε στην ίδρυση της εταιρείας Cambridge Analytica, μιας εταιρείας ανάλυσης δεδομένων που διαδραμάτισε έναν σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία του Leave, στην εκστρατεία υπέρ του Brexit δηλαδή και αργότερα στην προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ για την προεδρία της Αμερικής. Ο ίδιος ο Κρίστοφερ Γουίλι, μιλώντας στον Guardian, περιγράφει τον εαυτό του, ως τον γκέι, βίγκαν, Καναδό που με κάποιο τρόπο κατάληξε να δημιουργήσει ένα ισχυρό εργαλείο χειρισμού του μυαλού και ένα όπλο ψυχολογικού πολέμου για λογαριασμό του Στιβ Μπάνον και κατ’ επέκταση του Τραμπ.

Το 2014, ο Στιβ Μπάνον, τότε διευθύνων σύμβουλος του δικτύου ειδήσεων της λεγόμενης εναλλακτικής δεξιάς (altright) Breitbart, ήταν το αφεντικό του Γουίλι. Και ο δισεκατομμυριούχος Ρόμπερτ Μέρσερ – και χορηγός των Ρεπουμπλικάνων – ήταν επενδυτής της Cambridge Analytica. Η κεντρική ιδέα ήταν να εφαρμόσουν στα big data και τα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης μια στρατιωτική μεθοδολογία – τις «επιχειρήσεις πληροφοριών» – και στη συνέχεια να την στρέψουν στο αμερικανικό εκλογικό σώμα.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Στιβ Μπάνον είχε γίνει επικεφαλής στρατηγικής της καμπάνιας του Τραμπ. Η μαμά εταιρεία της Cambridge Analytica, η SCL είχε υπογράψει συμβόλαια με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και προσπαθούσε να συνεργαστεί με το Πεντάγωνο. Ο Γούιλι είχε ήδη φρικάρει, όπως λέει στον Guardian. «Είναι παρανοϊκό. Η εταιρεία έχει δημιουργήσει ψυχολογικά προφίλ για περίπου 230 εκατομμύρια Αμερικανούς. Και τώρα θέλει να συνεργαστεί με το Πεντάγωνο; Είναι σαν την υπόθεση Νίξον επί δέκα».

Τι είναι τα αρχεία της Cambridge Analytica

Σε συνεργασία με τον Γουίλι ο Guardian και ο Observer δημοσίευσαν στοιχεία από πλήθος αρχείων και αναφορών από αυτόπτες μάρτυρες που συνηγορούν ότι η εταιρεία χρησιμοποίησε τα δεδομένα για να βοηθήσει τον Τραμπ να κερδίσει τις εκλογές. Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τα μέσα αυτά, η Cambridge Analytica είχε έρθει σε επαφή με το Wikileaks ώστε να βοηθήσει στη δημοσιοποίηση των κλεμμένων email από την εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον το 2016. Η εταιρεία απείλησε να μηνύσει αυτά τα μέσα ενημέρωσης για δυσφήμιση.

Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, η εταιρεία ερευνάται και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι το βασικό αντικείμενο μιας έρευνας υπό την εκλογική επιτροπή σχετικά με το ρόλο που έπαιξε στο δημοψήφισμα για την έξοδο από την ΕΕ και υπό το Γραφείο του Επιτρόπου Πληροφοριών σχετικά με την ανάλυση δεδομένων για πολιτικούς σκοπούς. Στις ΗΠΑ η εταιρεία ερευνάται στο πλαίσιο της υπόθεσης που ψάχνει ο Ειδικός Εισαγγελέας Ρόμπερτ Μιούλερ σχετικά με την συμπαιγνία Τραμπ – Ρωσίας.

 Πώς το Facebook μετατράπηκε σε σκηνικό πολιτικού πολέμου; 

Ο Κρίστοφερ Γουίλι προσφέρει μια αποκαλυπτική ματιά στα όσα διαδραματίστηκαν από το 2016. Πώς δηλαδή το Facebook μετατράπηκε σε ένα σκηνικό πολιτικού πολέμου από το οποίο εξαπολύθηκε αυτό που χαρακτηρίστηκε ως μία επίθεση στις δημοκρατικές διαδικασίες των ΗΠΑ. Εξάλλου πρόκειται για ένα πρόσωπο κλειδί.

Ο Γούιλι ήταν 24 ετών και σπούδαζε για να τελειώσει το διδακτορικό του με ειδίκευση στις προβλέψεις των τάσεων μόδας. Τότε σκέφτηκε ένα σχέδιο για να συλλέξει τα προφίλ του Facebook εκατομμυρίων ανθρώπων στις ΗΠΑ και να χρησιμοποιήσει τα προσωπικά τους στοιχεία για να δημιουργήσει ψυχολογικά και πολιτικά προφίλ. Και στη συνέχεια να τα στοχοποιήσει με πολιτικές διαφημίσεις σχεδιασμένες να λειτουργήσουν στα συγκεκριμένα ψυχολογικά προφίλ.

«‘Σπάσαμε’ το Facebook», λέει ο Γουίλι. Και το έκαναν για λογαριασμό του νέου αφεντικού τους, Στιβ Μπάνον. Στην ερώτηση αν «χακάρανε» το Facebook, ο Γουίλι διστάζει να απαντήσει. «Θα πω ότι υπέθετα πως ήταν εντελώς νόμιμο και γινόταν πάνω από το τραπέζι».

Ο Κρίστοφερ Γουίλι 

Τον περασμένο μήνα ο διευθυντής πολιτικής του Facebook στη Βρετανία Σίμον Μίλνερ είπε σε μια επιτροπή των βουλευτών για τα fake news ότι η εταιρεία μπορεί να συγκέντρωσε στοιχεία χρηστών του Facebook αλλά δεν είναι δεδομένα που τους έδωσε το Facebook. Στην ίδια κοινοβουλευτική επιτροπή, ο διευθύνων σύμβουλος της Cambridge Analytica, Αλεξάντερ Νιξ, υποστήριξε ότι «δεν δουλεύουμε με το Facebook και δεν έχουμε στοιχεία του Facebook.

Ο Γουίλι όμως υποστηρίζει ότι έχει τα πάντα. Αποδείξεις, τιμολόγια, emails, επιστολές και αρχεία που δείχνουν ότι μεταξύ του Ιουνίου και του Αυγούστου του 2014, τα προφίλ περισσότερων από 50 εκατομμυρίων χρηστών του Facebook είχαν συγκεντρωθεί από την εταιρεία. Κι επιπλέον έχει στα χέρια του ένα γράμμα από τους δικηγόρους του Facebook στο οποίο υπάρχει η παραδοχή ότι η Cambridge Analytica, απέκτησε παράνομα τα στοιχεία αυτά.

Ο Γουίλι δημοσιοποιώντας στοιχεία για την υπόθεση θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο γιατί παραβιάζει την ρήτρα μυστικότητας και ρισκάρει να του γίνει μήνυση. Παράλληλα προσπαθεί να αντιστρέψει σε όποιον βαθμό μπορεί – όπως λέει – τα γεγονότα που έθεσε και ο ίδιος σε κίνηση. Αυτό τον μήνα κατέθεσε ένα ντοσιέ με στοιχεία στο Γραφείο του Επιτρόπου Πληροφοριών και την μονάδα κυβερνο-εγκλήματος της Εθνικής Υπηρεσίας Εγκλήματος. Η ιστορία είναι πλέον για τα καλά στη δημόσια σφαίρα.

Μερικά χρόνια πίσω στο ψυχομετρικό κέντρο του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ δυο ψυχολόγοι ο Μίκαλ Κοσίνσκι και ο Ντέιβιντ Στίλγουελ, πειραματίζονταν με έναν νέο τρόπο μελέτης μιας προσωπικότητας, την ποσοτικοποίηση της. Ο Στίλγουελ είχε ξεκινήσει το 2007 ενώ ήταν μαθητής να επινοεί διάφορες εφαρμογές για το Facebook. Μία από αυτές ήταν έναν κουίζ προσωπικότητας που ονομάζεται myPersonality και μάλιστα είχε γίνει viral.

Οι χρήστες βαθμολογούνταν με βάση πέντε χαρακτηριστικά προσωπικότητας: Διαφάνεια, Ευσυνειδησία, Εξωστρέφεια, Τερπνότητα και Νευρωτισμό και σε αντάλλαγμα το 40% συμφώνησε να δώσει πρόσβαση στο προφίλ του στο Facebook. Ξαφνικά, υπήρχε ένας τρόπος μέτρησης χαρακτηριστικών της προσωπικότητας σε ολόκληρο των πληθυσμό και συσχέτιση των αποτελεσμάτων με τα like στο Facebook εκατομμυρίων ανθρώπων.

«Είσαι αυτά που σου Αρέσουν»

Η έρευνα ήταν πρωτότυπη, πρωτοποριακή και είχε προφανείς δυνατότητες. «Τους προσέγγισαν πολλές φορές από τις υπηρεσίες ασφαλείας», δήλωσε ένα μέλος του κέντρου του Πανεπιστημίου στον Guardian. «Υπήρχε μία εφαρμογή που λεγόταν ‘Είσαι αυτά που σου Αρέσουν’ και παρουσιάστηκε στις υπηρεσίες πληροφοριών. Έδειξε ότι υπήρχαν ορισμένοι περίεργοι συσχετισμοί, όπως για παράδειγμα ότι όσοι έκαναν like σε φράσεις όπως «Μισώ το Ισραήλ» στο Facebook, έτειναν να κάνουν like στα παπούτσια Nike και τα KitKats. Υπάρχουν εταιρείες που χρηματοδοτούν έρευνες για λογαριασμό των υπηρεσιών πληροφοριών. Και ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για αυτή την έρευνα. Της δόθηκε μάλιστα και παρατσούκλι: ‘Επιχείρηση KitKat’».

Η άμυνα είδε από την αρχή τις δυνατότητες αυτών των ερευνών και εφαρμογών. Η Boeing ήταν σημαντικός χορηγός της διδακτορικής έρευνας του Κοσίνσκι και η Υπηρεσία Έρευνας Προηγμένων Αμυντικών Προγραμμάτων (DARPA) των ΗΠΑ υποστήριξε τουλάχιστον δυο από τις επιστημονικές του εργασίες. Αλλά όταν, το 2013, δημοσιεύτηκε η πρώτη έρευνα για το ζήτημα κι άλλοι είδαν αυτή την δυναμική. Μεταξύ τους ο Γουίλι. Είχε τελειώσει το πτυχίο του και είχε ξεκινήσει το διδακτορικό του στις προβλέψεις τάξεων.

Σκέφτηκε τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες της Βρετανίας για τους οποίους δούλευε από το 2012. Ήθελε να μάθει γιατί πήγαιναν τόσο άσχημα στις εκλογές ενώ τα κατάφερναν καλά σε όλη τη χώρα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Άρχισε να εξετάζει τα καταναλωτικά και δημογραφικά δεδομένα για να δει τι είναι αυτό που ενώνει τους ψηφοφόρους των Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Αυτό που βρήκε ήταν ότι δεν υπήρχαν σημαντικοί συσχετισμοί.

Στη συνέχεια μελέτησε μια δημοσίευση για το πως τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας θα μπορούσαν να είναι πρόδρομοι της πολιτικής συμπεριφοράς. «Ξαφνικά όλα είχαν νόημα. Ο φιλελευθερισμός σχετίζεται με υψηλή ανοικτότητα και χαμηλή ευσυνειδησία και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες είναι αφηρημένοι καθηγητές και χίπηδες. Είναι πολύ ανοιχτοί σε νέες ιδέες. Τότε μου έγινε το κλικ». Αυτός ήταν ο τρόπος το κόμμα να προσεγγίσει νέους ψηφοφόρους. Το πρόβλημα ήταν ότι οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες δεν ενδιαφέρονταν. Τελικά στις εκλογές ήρθαν αντιμέτωποι με μια μεγάλη αποτυχία.

Κάποιος από τον κύκλο των Φιλελεύθερων Δημοκρατών σύστησε τον Γουίλι σε μια εταιρεία την SCL Group. Μία εκ των θυγατρικών της η SCL Elections, δημιούργησε την Cambridge Analytica με χρηματοδότη τον Ρόμπερτ Μέρσερ. Ο Αλεξάντερ Νιξ, τότε διευθύνων σύμβουλος της CL Elections έκανε στον Γουίλι μια πρόταση την οποία δεν θα μπορούσε να αρνηθεί: «Είπε: θα έχεις πλήρη ελευθερία. Πείραμα. Έλα και τέσταρε όλες τις τρελές ιδέες που έχεις».

Ενημερωτική κυριαρχία και fake news 

Ο Γουίλι ανέλαβε διευθυντής έρευνας σε ολόκληρο τον όμιλο που τρέχει επιχειρήσεις τόσο αμυντικές, όσο και εκλογικές. Η εταιρεία έχει ειδική τεχνογνωσία στις «ψυχολογικές λειτουργίες» και στην αλλαγή γνώμης των ανθρώπων, όχι μέσω της πειθούς αλλά μέσω της «ενημερωτικής κυριαρχίας», μιας σειράς τεχνικών που περιλαμβάνουν φήμες, παραπληροφόρηση και ψευδείς ειδήσεις.

Η εταιρεία είχε χρησιμοποιήσει μια παρόμοια σειρά εργαλείων σε περισσότερες από 200 εκλογικές αναμετρήσεις σε όλο τον κόσμο, κυρίως σε μη αναπτυγμένες δημοκρατίες όπου ο Γουίλι συνειδητοποιούσε ότι δεν είχαν τον τρόπο να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Ο ίδιος ο Γουίλι έχει ειδική βρετανική βίζα ως εξαιρετικό ταλέντο, ωστόσο, υποστηρίζει ότι και ο ίδιος δεν είχε ιδέα τι επρόκειτο να συμβεί όταν πήγε να δουλέψει την Cambridge Analytica. «Αυτό που σκέφτομαι όλη την ώρα είναι, τι θα γινόταν αν έπαιρνα μια θέση εργασίας στην Deloitte; Μου πρόσφεραν μία. Νομίζω ότι αν είχα πάει σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά η Cambridge Analytica δεν θα υπήρχε. Δεν ξέρετε πόσο πολύ το σκέφτομαι αυτό».

Λίγους μήνες αργότερα, το φθινόπωρο του 2013, ο Γουίλι συνάντησε τον Στιβ Μπάνον. Τότε ήταν αρχισυντάκτης του Breitbart, το οποίο είχε φέρει στη Βρετανία προκειμένου να στηρίξει τον φίλο του Νάιτζελ Φάρατζ στην καμπάνια που έκανε υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Γουίλι λέει ότι τον βρήκε έξυπνο και πολύ ενδιαφέροντα. «Είναι ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο έχω μιλήσει ποτέ για την διατομεακή φεμινιστική θεωρία. Έβλεπε τη συνάφεια της με την καταπίεση που νιώθουν οι νέοι, συντηρητικοί, λευκοί άνδρες».

«Η πολιτική είναι σαν την μόδα»

«Η πολιτική είναι σαν την μόδα», είπε ο Γουίλι στον Μπάνον από την πλευρά του. Αυτή ήταν η θεωρία του και ήθελε να την αποδείξει. Ο Μπάνον δέχτηκε αμέσως αυτή την οπτική καθώς πίστευε στο δόγμα του Άντριου Μπρέιτμπαρτ ότι η πολιτική είναι η κατάληξη του πολιτισμού. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι για να αλλάξεις πολιτική πρέπει να αλλάξεις κουλτούρα. Και οι τάσεις της μόδας είναι ένα χρήσιμο εργαλείο γι’ αυτό. Ο Τραμπ είναι σαν ένα ζευγάρι μπότες Uggs ή παπούτσια Crocs. Οπότε το ζήτημα είναι πως θα μεταβείς από την αντίδραση «ουφ, είναι εντελώς άσχημες/ άσχημα» στην στιγμή που όλοι θα τα φοράνε. Αυτό ήταν το σημείο σημείο καμπής που αναζητούσε ο Μπάνον. Αλλά ο Γουίλι δεν μιλούσε μόνο για μόδα. Πρόσφατα είχε δει σε μια νέα πρακτική. Τις λεγόμενες «επιχειρήσεις πληροφόρησης». Η πληροφόρηση είναι μία από τους πέντε βασικούς χώρους μάχης του δόγματος του αμερικανικού στρατού μαζί με τη γη, τη θάλασσα, τον αέρα και το διάστημα.

Μια ΜΙ6 προς ενοικίαση

Ένας άλλος πρώην εργαζόμενος της Cambridge Analytica χαρακτήρισε την εταιρεία ως μια ΜΙ6 προς ενοικίαση. «Είναι σαν μια βρόμικη ΜΙ6 επειδή δεν υπάρχει κανένας περιορισμός. Δεν χρειάζεται να πάρεις άδεια από δικαστή. Είναι φυσιολογικό για μια εταιρεία που κάνει έρευνες αγοράς να συγκεντρώνει δεδομένα σχετικά με τους εσωτερικούς πληθυσμούς. Κι αν εργάζεστε σε μια χώρα που υπάρχει ένα βοηθητικό όφελος για έναν πελάτη που τα συμφέροντά του ευθυγραμμίζονται με της εταιρείας, αυτό είναι απλά ένα μπόνους».

Σύμφωνα με τον Γουίλι, ο Μπάνον βρήκε την εταιρεία μέσω του Μαρκ Μπλοκ, ενός βετεράνου Ρεπουμπλικάνου από τον τομέα στρατηγικής του κόμματος. Στον Μπλοκ συνέστησε την εταιρεία ένας εμπειρογνώμονας σε θέματα κυβερνοχώρου που εργαζόταν για την πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ. «Πρέπει να τους συναντήσετε. Κάνουν κυβερνοπόλεμο για τις εκλογές» ήταν η ακριβής σύσταση.

Ο Μπάνον πήγε με αυτή την ιδέα στον Ρόμπερτ Μέρσερ που ήταν ένας από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες των Ρεπουμπλικανών. Τόσο ο ίδιος, όσο και ο Μέρσερ αλλά και η κόρη του ήταν ενθουσιασμένοι με τον Γουίλι μεταξύ άλλων επειδή ήταν ομοφυλόφιλος: «Αγαπούσε τους ομοφυλόφιλους. Ο Στιβ. Μας έβλεπε ως πρώτο στόχο. Σκέφτηκε, αν μπορούμε να πάρουμε με το μέρος μας τους ομοφυλόφιλους, όλοι θα ακολουθήσουν. Γι’ αυτό είχε τόσο θέμα με τον Μίλο [Γιαννόπουλος]».

Η κλοπή των δεδομένων 

Ο Ρόμπερτ Μέρσερ ήταν πρωτοπόρος στην Τεχνητή Νοημοσύνη και την μηχανική μετάφραση. Βοήθησε στη δημιουργία των αλγόριθμων για να μπουν σε εφαρμογή οι ιδέες του Γουίλι. Ένα νέο είδος πολιτικής στόχευσης με μηνύματα που βασίστηκε στην πρωτοποριακή μελέτη που έγινε το 2014 στο Κέντρο Ψυχομετρίας του Κέμπριτζ με τίτλο: «Οι αναλύσεις προσωπικότητας που γίνονται από υπολογιστή είναι ακριβέστερες από αυτές που γίνονται από έναν άνθρωπο».

Για να μπει σε εφαρμογή το σχέδιο ο Γουίλι χρειαζόταν δεδομένα. Κι ενώ ο Νιξ αρνήθηκε ενώπιον των Βρετανών βουλευτών ότι η εταιρεία απέκτησε δεδομένα από την Global Science Research (GSR), ο Γουίλι έχει στα χέρια του ένα αντίγραφο του συμβολαίου με ημερομηνία 4 Ιουνίου 2014, το οποίο επιβεβαιώνει ότι η SCL, η μητρική εταιρεία της Cambridge Analytica, σύνηψε εμπορική συμφωνία με την GSR. Η GSR ανήκει στον ακαδημαϊκό Αλεκσάντρ Κόγκαν με ειδίκευση στη συλλογή και ανάλυση – επεξεργασία των δεδομένων του Facebook, ώστε αυτά να μπορούν να συνδυαστούν με τα χαρακτηριστικά προσωπικοτήτων και τους καταλόγους ψηφοφόρων. Αυτά τα δεδομένα κόστισαν 1 εκατομμύριο δολάρια.

Συνολικά η Cambridge Analytica ξόδεψε 7 εκατομμύρια δολάρια για να συγκεντρώσει τα δεδομένα που ήθελε και ο Γουίλι έχει τις σχετικές αποδείξεις, τα τραπεζικά αρχεία και τις τραπεζικές μεταφορές. Τα μηνύματα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δείχνουν επίσης ότι πρώτα διαπραγματεύτηκε με τον Μίκαλ Κοσίνσκι, έναν από τους ερευνητές που ανέπτυξαν την εφαρμογή myPersonality, έτσι ώστε να μπορέσει να χρησιμοποιήσει τη βάση δεδομένων της. Η συμφωνία δεν έκλεισε. Ο Κοσίνσκι ζητούσε 500.000 δολάρια για τις IP, λέγοντας ότι τα ήθελε για τη χρηματοδότηση νέων ερευνών.

Τότε ο ψυχολόγος Αλεξάντρ Κόγκαν – τον οποίο ο Guardian συνδέει και με τους Ρώσους (είναι και αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης) – πρότεινε μια λύση που πολλοί συνάδελφοί του χαρακτήρισαν ανήθικη. Προσφέρθηκε να αναπαράγει την έρευνα των Κοσίνσκι και Στίλγουελ και να τους αφήσει εκτός συμφωνίας. Στον Γουίλι η λύση φάνηκε τέλεια. Ο Κόγκαν στη συνέχεια έστησε την GSR για να κάνει την δουλειά.

 Ο Αλεξάντρ Κόγκαν

Ο Κόγκαν έριξε χρήμα για να αποκτήσει τα προσωπικά δεδομένα: δημιούργησε διαφημίσεις στοχευμένες σε ανθρώπους που ήταν πρόθυμοι να πληρωθούν για να πάρουν μέρος σε ένα κουίζ προσωπικότητας. Η εφαρμογή λεγόταν thisismydigitallife (Αυτή είναι η ψηφιακή μου ζωή). Στο τέλος του έδινε άδεια πρόσβασης στα προφίλ των χρηστών στο Facebook. Κι όχι μόνο στα δικά τους αλλά και των φίλων τους.

Κατά μέσο όρο, κάθε seeder, κάθε χρήστης δηλαδή που έκανε το τεστ προσωπικότητας – περίπου 320.000 συνολικά – έδινε άθελά του πρόσβαση σε τουλάχιστον 160 προφίλ άλλων ανθρώπων, χωρίς εκείνοι να το γνωρίζουν ή να το υποψιάζονται. Η ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των εργαζομένων της Cambridge Analytica και του Κόγκαν δείχνουν ότι ο δεύτερος είχε συγκεντρώσει εκατομμύρια προφίλ μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Αλλά ούτε ο Γούιλι, ούτε κανείς άλλος στην εταιρεία δεν είχε ελέγξει αν αυτό είναι νόμιμο. Ο Κόγκαν είχε άδεια να συλλέξει δεδομένα από το Facebook αλλά για ακαδημαϊκούς σκοπούς. Επιπλέον, σύμφωνα με τους βρετανικούς νόμους περί προστασίας δεδομένων, είναι παράνομο τα προσωπικά δεδομένα να πωλούνται σε τρίτους χωρίς συγκατάθεση των ίδιων των ατόμων.

Ο ρόλος του Facebook 

«Το Facebook μπορούσε να δει τι συνέβαινε», λέει ο Γουίλι. «Τα πρωτόκολλα ασφαλείας ενεργοποιήθηκαν επειδή οι εφαρμογές του Κόγκαν τραβούσαν τεράστιο όγκο δεδομένων, αλλά προφανώς ο Κόγκαν έλεγε ότι ήταν για ακαδημαϊκή χρήση κι έτσι ήταν «όλα καλά». Ο Κόγκαν από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι όλα όσα έκανε ήταν νόμιμα και είχε μια «στενή εργασιακή σχέση με το Facebook, που του είχε δώσει άδεια για τις εφαρμογές του.

Η Cambridge Analytica είχε πάντως τα δεδομένα που ήθελε. Αυτό ήταν το θεμέλιο για όλα όσα έκανε μετά η εταιρεία. Το πως δηλαδή κατάφερε να εξάγει συμπεράσματα για το ψυχολογικό προφίλ των seeders και στη συνέχεια να φτιάξει έναν αλγόριθμο που θα δημιουργούσε το προφίλ εκατομμυρίων άλλων. Για περισσότερο από έναν χρόνο η εταιρεία ασχολιόταν με το ζήτημα της ψυχογραφίας. Αλλά ο Γουίλι επισημαίνει: «Τα πάντα χτίστηκαν στο πίσω μέρος αυτών των δεδομένων. Τα μοντέλα, ο αλγόριθμος, τα πάντα. Γιατί να μην τα χρησιμοποιήσεις στην μεγαλύτερη εκστρατεία που ανέλαβες ποτέ;».

Το Facebook αντέδρασε δυο χρόνια μετά. Και μάλιστα με ένα γράμμα. Τον Αύγουστο του 2016, λίγο πριν τις αμερικανικές εκλογές και δυο χρόνια μετά την παράβαση, οι δικηγόροι του Facebook έστειλαν μια επιστολή στον Γουίλι, ο οποίος εγκατέλειψε την Cambridge Analytica το 2014, στην οποία ανέφεραν ότι τα δεδομένα είχαν ληφθεί παράνομα και ότι η GSR δεν είχε άδεια να τα μοιράσει ή να τα πουλήσει. Πρόσθεταν ότι τα δεδομένα πρέπει να διαγραφούν αμέσως.

Ωστόσο, ο Γουίλι είπε ότι στην πραγματικότητα το Facebook έκανε μηδενική προσπάθεια για να ανακτήσει τα δεδομένα. Εκτός αυτού υπήρχαν ήδη πολλαπλά αντίγραφα ενώ είχαν σταλεί με μηνύματα σε μη κρυπτογραφημένα αρχεία. Μόλις την Παρασκευή ανακοινώθηκε ότι το Facebook «κόβει» την Cambridge Analytica και τον Κόγκαν από την πλατφόρμα εν αναμονή πληροφοριών σχετικά με την κακή χρήση δεδομένων που σχετίζονται με την εφαρμογή της εταιρείας.

Οι προσωπικές πληροφορίες εκατομμυρίων ανθρώπων κλάπηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για να τους στοχεύσουν με τρόπους που εκείνοι δεν γνώριζαν από μια «μισθοφορική εταιρεία», όπως λέει ο Γουίλι. «Είναι μισθοφόροι. Θα δούλευαν για οποιονδήποτε τους πλήρωνε».

Στην πραγματικότητα τα δεδομένα του Facebook είναι εκτεθειμένα. Η Τάμσιν Σο, καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης που έχει ασχοληθεί με ζητήματα κυβερνοπολέμου και οικονομίας της Silicon Valley, είπε στον Guardian, ότι θεωρεί μεγάλη την πιθανότητα τα κυβερνο-όπλα που κατέχουν εταιρείες – εργολάβοι, έχουν, τουλάχιστον μερικώς,χρηματοδοτηθεί από την άμυνα των ΗΠΑ.

Χαρακτηρίζει τις αποκαλύψεις του Γουίλι «άγριες» και επισημαίνει ότι «το όλο project Facebook» επετράπη να γίνει τόσο τεράστιο και ισχυρό όσο έγινε λόγω του αμερικανικού καθεστώτος εθνικής ασφάλειας. «Είναι μια μορφή πολύ μεγάλης αλλά πολύ μαλακής δύναμης που πάντα θεωρούνταν ένα πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία είναι κατηγορηματική σε αυτό, πληρώνοντας για διαφημίσεις σε ρούβλια κλπ. Κάνει στην ουσία μια δήλωση. Ότι η Silicon Valley είναι ένα πλεονέκτημα για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ που γύρισε μπούμερανγκ».

Μετάφραση – Απόδοση: Αγγελική Δημοπούλου 

ΑΠΟ ΤΟ TVXS