Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Πώς τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης έστριψαν δεξιά

Του Νικόλα Μιρέντσι*

Γεννήθηκαν στα αριστερά της κυβερνώσας αριστεράς, ενάντια στον «Τρίτο Δρόμο» του Τόνι Μπλερ, στην  αισιοδοξία του Μπιλ Κλίντον, της γερμανικής Σοσιολδημοκρατίας του Γκέρχαρντ Σρέντερ, την ΕΕ του Ρομάνο Πρόντι.  Όμως, δεκαεπτά χρόνια μετά τη σύνοδο της Ομάδας G8 στη Γένοβα, τα (νέα) κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης έχουν ψυχή τε και σώματι αφιερωθεί στη λατρεία του εθνικού κράτους που έχει ανασύρει η Δεξιά, και  που προβάλλεται ως η μόνη κριτική της παγκοσμιοποίησης  που έχει παραμείνει στην παγκόσμια πολιτική αγορά.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή σημειολογική αναστροφή – από την ριζοσπαστική αριστερά στην πιο ριζοσπαστική δεξιά-που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά που όμως είχε ξεκινήσει την ανάστροφη πορεία της μετά την 11 Σεπτεμβρίου 2001, με την επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους Νέα Υόρκη.

«Εκείνη τη στιγμή, άρχισε να υποβαθμίζεται η ιδέα της αδιάλειπτης επέκτασης της παγκοσμιοποίησης, η οποία είχε ξεκινήσει αμέσως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου», εξηγεί ο Ρομπέρτο Εσπόζιτο, καθηγητής φιλοσοφίας στην Ανωτάτη Σχολή της Πίζας.

Η πολέμια της παγκοσμιοποίησης αριστερά στην αντίπερα όχθη  στόχο είχε να  ανατρέψει μεν  την διακυβέρνηση  καθοδήγηση και την πορεία της, αλλά όχι και να την σταματήσει. Αμφότερες συνέχεαν το κράτος με το έθνος και το έθνος με τον εθνικισμό. Λησμονώντας συνάμα πως είναι πάνω στην ιδέα του έθνους-κράτους που για πεντακόσια χρόνια αναπτύχθηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Μόλις λίγους μήνες πριν την επίθεση, το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης είχε αναπτύξει όλες τις δυνάμεις του στους δρόμους της Γένοβας, αμφισβητώντας τη σύνοδο της Ομάδας G8-την συνάντηση κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των ισχυρότερων χωρών του κόσμου. Όλα ξεκίνησαν στο Σιάτλ, το 1997, όταν το κίνημα έκανε μία εκρηκτική είσοδο στην παγκόσμια σκηνή,  εφορμώντας του ενάντια στη σύνοδο κορυφής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του ΠΟΕ.

«Ένας άλλος κόσμος είναι δυνατός» διετράνωναν τότε οι διαδηλωτές στις ΗΠΑ. Και τέσσερα χρόνια αργότερα, το ίδιο σύνθημα αντήχησε διάτορα στους δρόμους της Γένοβας, εκστομισμένο από τις ομάδες των «Λευκών στολών εργασίας» (Tute Bianche) του Λούκα Καζαρίνι και τις  μοναχές του Μποκαντάσε, από τους εργαζόμενους της FIOM, έως τους ακτιβιστές δικτύου Lilliput του ιερέα Άλεξ Τζανοτέλι.

«Ήταν ένα κίνημα των κινημάτων», δήλωσε ο Φάουστο Μπερτινότι, τότε γραμματέας της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (Rifondazione Comunista), το μόνο πολιτικό κόμμα στο οποίο είχε επιτραπεί να υπογράψει το έγγραφο του Κοινωνικού Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε. «Πολεμούσε την παγκοσμιοποίηση, διότι την προσελάμβανε ως μία αναθεωρητική συντηρητική επανάσταση, την τελευταία μεταμόρφωση της καπιταλισμού. Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πίστευαν οι ευρωπαϊκές κεντροαριστερές κυβερνήσεις πως αντιπροσώπευε παγκοσμιοποίηση, την οποία θεωρούσαν ως μια πρωτοφανή διαδικασία της νεωτερικότητας, από την οποία θα προέκυπταν ως δια μαγείας προοδευτικές λύσεις», τόνισε ο ίδιος.

Χρόνια αργότερα, ο τρόπος που αρχές διαχειρίσθηκαν την τήρηση της δημόσιας τάξης στη Γένοβα χαρακτηρίσθηκε «καταστροφική» από τον ίδιο τον αρχηγό της αστυνομίας, Φράνκο Γκαμπριέλι.  Υπήρξε ένας νεκρός, ο Κάρλο Τζουλιάνι και  560 τραυματίες. Καταγράφηκε η «μεξικάνικου τύπου σφαγή» στο Λύκειο Ντίατζ και τα βασανιστήρια στους στρατώνες του Μπολτσανέτο. Ωστόσο, η ήττα καταγράφηκε στο πολιτικό επίπεδο: «Το κίνημα – εξηγεί ο Μπερτινότι – απέτυχε να ανατρέψει την κατεύθυνση της παγκοσμιοποίησης, επιτυγχάνοντας ότι τα κράτη θα μετέβαλαν τις πολιτικές τους για την εργασία και το δημόσιο χρέος». Απεναντίας, οι επικεφαλής των κυβερνήσεων, συχνά μάλιστα εκείνων της κεντροαριστεράς, εγκολπώθηκαν την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης ως το νέο σύνορο της Αριστεράς.

Πίστευαν ότι η ανάπτυξη θα είναι ασταμάτητη και πως η ανθρωπότητα όδευε προς την κατάργηση των συνόρων, την υπέρβαση της εθνικής ταυτότητας, την οικουμενικοποίηση των αξιών, την προοδευτική μείωση των ανισοτήτων, τον πολλαπλασιασμό των ευκαιριών που θα ένωναν τους ανθρώπους σε έναν νέο κόσμο. Η οικονομική κατάρρευση του 2007  έσπασε τη φούσκα της αισιοδοξίας.

«Η κρίση – εξηγεί ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας Τζούλιο Τρεμόντι – ως έννοια είχε εξοριστεί από τον ορίζοντα της θεωρίας των στοχαστών της παγκοσμιοποίησης. Ο βάρδος της Φράνσις Φουκουγιάμα, είχε διακηρύξει το τέλος της ιστορίας. Η ιδεολογία της, η οποία δεν ήταν μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική,  επικοινωνιακή, πολιτιστική, ακαδημαϊκή, απέκλειε εκ προοιμίου την πιθανότητα μίας ανάσχεσης». Δίκην προφήτη ο Τρεμόντι που κατ΄ επανάληψη κρατούσε τα ηνία της οικονομίας επί κυβερνήσεων του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, έχει ενσαρκώσει πρώτος το πέρασμα τούτο της κριτικής της παγκοσμιοποίησης από την ριζοσπαστική αριστερά στην εκ δεξιών καταδίκη της.

Το 1995,  είχε γράψει « Το φάντασμα της φτώχειας», ένα δοκίμιο στο οποίο διαπίστωνε εκείνο το πλανώμενο φάσμα,  που κατά τα επόμενα χρόνια έμελλε να τρομάξει την κοινή γνώμη στις δυτικές κοινωνίες, το φάσμα της μετανάστευσης. Όμως η κριτική του για την παγκοσμιοποίηση συστηματοποιείται στο έργο αυτό με θεμέλιο τον φόβο και την ελπίδα. «Η σκοτεινή πλευρά προέκυψε με την κρίση των παράγωγων ομολόγων (subprime), όταν η «ψιμμυθιωμένη» ατμομηχανή της  οικονομίας  είχε σταματήσει. Οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις είχαν επιταχύνει τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, επεκτείνοντάς την με φρενήρεις ρυθμούς. Καμία αλλαγή αυτού του μεγέθους δεν είχε συμβεί ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, μόλις δύο δεκαετίες. Γι’ αυτό  υποστηρίζω ότι η παγκοσμιοποίηση ήταν ένα σωστό πράγμα που έγινε σε λάθος ώρα» προσθέτει.

Αλλά ακόμη και η πιο διανοητικά και πολιτισμικά εκλεπτυσμένη αγωνιστική αριστερά είχε συνειδητοποιήσει ότι η κούρσα αυτή θα μπορούσε να σταματήσει ανά πάσα στιγμή και πως η ιδέα της συνεχούς επέκτασης του οικονομικού και πολιτικού χώρου δεν είχε υπολογίσει το εμπόδιο στο οποίο έμελλε να σκοντάψει, δηλ. τον ύφαλο του έθνους-κράτους, το οποίο πολύ βιαστικά θεωρήθηκε ως ξεπερασμένο. Ακόμη και στο πιο σημαντικό θεωρητικό βιβλίο του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης – την «Αυτοκρατορίας» των Τόνι Νέγκρι και Μίκαελ Χαρντ – θεωρείται  δεδομένο  πως ότι η ελεύθερη αγορά θα παρέσυρε για πάντα τα σύνορα των παλιών εθνικών κρατών και ότι η νέα διακυβέρνηση θα γινόταν κι εκείνη παγκόσμια, όπως παγκόσμια θα έπρεπε να είναι και η πολιτική αντίσταση σε αυτήν.

«Ολόκληρη η αριστερά – εξηγεί ο Εσπόζιτο – γαλουχήθηκε με την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Η αριστερά των κυβερνήσεων με την ιδέα ότι θα την καθοδηγήσει και κατευθύνει. Η πολέμια της παγκοσμιοποίησης αριστερά στην αντίπερα όχθη  στόχο είχε να  ανατρέψει μεν  την διακυβέρνηση  καθοδήγηση και την πορεία της, αλλά όχι και να την σταματήσει. Αμφότερες συνέχεαν το κράτος με το έθνος και το έθνος με τον εθνικισμό. Λησμονώντας συνάμα πως είναι πάνω στην ιδέα του έθνους-κράτους που για πεντακόσια χρόνια αναπτύχθηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Ήταν χιμαιρικό να πιστεύσει κανείς πως θα μπορούσε να απαλλαγεί από το έθνος -κράτος τόσο εύκολα.  Τω όντι, οι Ντόναλντ Τραμπ, Μαρίν Λεπέν, Βίκτορ Όρμπαν , Ματέο Σαλβίνι, που καίτοι είναι τόσο πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, ενσαρκώνουν στο πρόσωπό τους την ανθεκτικότητα του έθνους να διαλυθεί μέσα στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Είναι όλοι τους οι καρποί αυτής του φοβερού σφάλματος της αριστεράς να υποτιμήσει τις έννοιες αυτές, που στάθηκε ανίκανη να οργανώσει τα επιχειρήματά της με τρόπο πιο ώριμα, λαμβάνοντας υπ’ όψη σε αυτόν και συμπεριλαμβάνοντας τις έννοιες του κράτους και του έθνους».

Σύμφωνα με τον Φάουστο Μπερτινότι, τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να πάρουν μία διαφορετική τροπή: «Μη αποδεχόμενοι την καινοτομία του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, η αριστερά απώλεσε την τελευταία ευκαιρία να σωθεί από το τέλος του Εικοστού Αιώνα, ο οποίος  είχε καταρρεύσει πάνω της και την είχε θάψει». Με την Αριστερά να έχει εξαφανισθεί, εξατμίσθηκε επίσης  και η αντίθεση μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών και αντικαταστάθηκε από ένα νέο ρήγμα μεταξύ των πάνω και των κάτω στρωμάτων της κοινωνίας. «Εκεί φύεται η ρίζα του σύγχρονου λαϊκισμού», εξηγεί ο Μπερτινότι.

Ο λαϊκισμός αυτός, δύναται κάλλιστα είτε  να λάβει τις μορφές της αριστεράς, όπως στο παράδειγμα των Podemos, ή της δεξιάς, όπως στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, με κύριο αίτημα τα κλειστά σύνορα,  την επιβολή  δασμών και την επιστροφή σε μία ηγεσία με γνώμονα την εθνική πολιτική. «Είναι η κριτική της παγκοσμιοποίησης από την μεριά του εθνικού κράτους,  το ακριβώς αντίθετο από αυτήν του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης. Είναι η αντίδραση που δεν λέει: «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», αλλά λέει: «ο κόσμος είναι εχθρικός». Είναι εχθρικός γιατί δημιουργεί αβεβαιότητα, παράγει μετανάστευση, καταστρέφει τις κοινότητες, διαλύει τις παραδόσεις. Και απέναντι σε όλα τούτα, επικαλείται την προστασία της εθνικής κυριαρχίας».

Οι νέοι στη Δύση που κατέβαιναν στους δρόμους τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000 σε Αμερική κι Ευρώπη, εμψυχώνοντας από ένα άλλο αίσθημα. Ήσαν τόσο βέβαιοι για τη δική τους ευημερία που ένοιωθαν ανησυχία για τις δεινοπάθειες των  λαών του Νότου, το χρέος των φτωχών χωρών, την λεηλασία που υφίσταντο οι αυτόχθονες φυλές στη Νότιο Αμερική. Θεωρούσαν την κατάσταση στην οποία ζούσαν τόσο σταθερή, που ένοιωθαν πλήξη στη σκέψη πως η ζωή τους επρόκειτο να συνεχιστεί σε μια ευθεία γραμμή, στην οποία δεν προβλεπόταν κανενός είδους τρόμος ή κακοτυχία, τουλάχιστον στην γειτονιά τους.

«Η αριστερά – υποστηρίζει ο Τρεμόντι-είχε παύσει να κατανοεί τη λογική των λαών. Ανησυχούσε με τόσο γελοίο τρόπο για τις συνθήκες του Ινδιάνου αγρότη, πιστεύοντας ότι τα παράγωγα θα σταθεροποιήσουν την αξία των καλλιεργειών τους.  Δεν έχει μπει καν στον κόπο να κατανοήσουν τα συναισθήματα των ανθρώπων που γερνούσαν στην Ευρώπη, τον φόβο που ένοιωθαν να έρχεται από το εξωτερικό – όπως η μετανάστευση -, ή το άγχος για ένα εσωτερικό εχθρό, την ψηφιακή επανάσταση που τους κάνει να αισθάνονται ξεπερασμένοι και περιττοί. Ο σκώληξ του λαϊκισμού έσκαψε ένα λαγούμι κάτω από τον καθεδρικό ναό της παγκοσμιοποίησης, τρεφόμενος από αυτές τις ενέργειες.

Την ώρα που η αριστερά έχει παραμείνει στην επιφάνεια για να υπερασπισθεί την απειλούμενη σταθερότητα του κτηρίου, οι πρόμαχοι του εθνικού κράτους είχαν αδράξει τα λάβαρα κατά της παγκοσμιοποίησης όχι επειδή ήσαν εκείνοι ιδιαίτερα έξυπνοι, αλλά επειδή η αριστερά ήταν που στάθηκε ιδιαίτερα ανόητη. Εγώ βρέθηκα σε άλλο χαράκωμα, στο χαράκωμα της μελέτης και των βιβλίων. Αναγνωρίζω όμως πως στο απέναντι μετερίζι από το δικό μου, τα κινήματα του Σιάτλ και της Γένοβας, είχαν τουλάχιστον, συνειδητοποιήσει τι είχε αρχίσει να χαράζει στον κόσμο».

*Ο Νικόλα Μιρέντσι είναι δημοσιογράφος και μπλόγκερ

Μτφση: Γιώργης-Βύρων Δάβος

Πηγή: Τhe Huffington Post (it)- ΑΠΕ ΜΠΕ