Σήμα κινδύνου! Η ΙΧ εξωτερική πολιτική Μητσοτάκη, το «σύνδρομο Βενιζέλου», οι διπλωματικές ήττες και η άμεση αμφισβήτηση κυριαρχίας με απειλές απόβασης από τον Ερντογάν – Οι ξένοι Πόντιοι Πιλάτοι, η σιωπή Τσίπρα και ο Καραμανλής ως -μόνος- πόλος εθνικής συσπείρωσης

Του Γ. Λακόπουλου

Κάτι δεν πάει καλά με την Τουρκία και η κυβέρνηση το κρύβει. Για να κρύψει τις ευθύνες της για τη διαχείριση που έκανε ως τώρα και γι’ αυτό που -δεν μπορεί να μην το αντιλαμβάνεται- έρχεται.

Μόλις τον περασμένο Μάρτιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μας διαβεβαίωσε ότι κάνει «νέα αρχή» με τη γειτονική χώρα -μετά την ακατανόητη κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Ερντογάν.

Λέγεται ότι για το περιεχόμενο αυτής της συνάντησης, δεν ενημερώθηκαν ούτε καν -οι άβουλοι- υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας. Και πάντως όχι το υπουργικό Συμβούλιο, η Βουλή και ο ελληνικός λαός.

Ωστόσο εξελίσσεται σε τομή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μετά την επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ- με την οποία σχετίζεται, αλλά δεν είναι σαφές με ποιο τρόπο. Απλώς η κυβέρνηση την εμφανίζει ως «επιτυχία» του Πρωθυπουργού που έγινε αιτία της απότομης επιθετικότητας του Ερντογάν. 

Ο Τούρκος πρόεδρος τα συνδέει με το δικό του τρόπο- και λέει πράγματα που δεν διαψεύδει κατηγορηματικά ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Μιλάει για συμφωνία -σε επίπεδο δύο ανδρών- να λύσουν «διαφορές» των χωρών τους,  «χωρίς ανάμειξη τρίτων». 

Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τον πιστέψουμε. Αλλά θα διευκόλυνε αν ο ημέτερος Πρωθυπουργός έλεγε ότι δεν υπήρξε τέτοια συζήτηση. Αντί ακόμη και τώρα να μιλάει για «συνεργασία» με την Τουρκία και να επιδεικνύει …μεγαλοψυχία: «Δεν κρατάω κακία».

Το κρίσιμο ερώτημα είναι: γιατί μετά από αυτή τη συνάντηση η Τουρκία ζητάει κάτι περισσότερο από τον «αναθεωρητισμό» για τη Συνθήκη της Λωζάνης, που της προσάπτει ο Μητσοτάκης. Για πρώτη φορά απειλεί ευθέως με απόβαση σε ελληνικά νησιά-και δείχνει μάλιστα να την προετοιμάζει.

Τι κρύβει ο Μητσοτάκης;

Για όσους δεν κατάλαβαν, τα νέα δεδομένα αλλάζουν δραματικά την τη σχέση των δύο χωρών: τώρα δεν αμφισβητούνται ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά κυριαρχία. Για πρώτη φορά τόσο καθαρά και τόσο άμεσα.

Για όσους δεν κρύβονται πίσω από το δάκτυλο τους, αυτό όχι μόνο δεν είναι άσχετο, αλλά είναι το αποτέλεσμα των χειρισμών που έκανε ως τώρα ο Πρωθυπουργός, ασκώντας κυριολεκτικά προσωπική εξωτερική πολιτική- εγκαταλείποντας την πάγια εθνική γραμμή -με τρόπο που παραπέμπει στον Κ. Σημίτη και τον Γ. Παπανδρέου.

Από την αρχική συνάντησή τους τον αντιμετώπισε  τον Ερντογάν κατευναστικά. Έδειξε ανοχή, υποχωρητικότητα και διάθεση για συμβιβασμούς.

Ακόμη και τώρα που ο Ερντογάν δείχνει  έτοιμος να περάσει την κόκκινη γραμμή, η πρωθυπουργική αντίδραση είναι περί διαγραμμάτου. Κρύβει την ουσία των εξελίξεων και τους κινδύνους που περιέχουν στο συνηθισμένο επικοινωνιακό περιτύλιγμα.

Στην κατανοητή προβολή της ενίσχυσης της αμυντικής ικανότητας της χώρας -με αμφιλεγόμενης διαφάνειας εξοπλισμούς-  κάποιοι ισχυρίζονται ότι κρύβεται  -δίκην συνδρόμου- ανομολόγητη επιδίωξή του να αναδειχθεί σε… Ελευθέριο Βενιζέλο του 21ου αιώνα.  

Άλλοι απλώς  διακρίνουν… εκλογικό χειρισμό, με τη προσδοκία ότι η ένταση, του φέρνει ψήφους, από δεξιά κυρίως.

Το χειρότερο είναι ότι φέρεται πεπεισμένος ότι μια ένοπλη σύγκρουση, έστω ολίγων ωρών, με την Τουρκία θα αποβεί υπέρ της Ελλάδας. Αν αληθεύει, τα πράγματα είναι σοβαρά: κανείς πόλεμος δεν ωφελεί τη σημερινή Ελλάδα. Ούτε οι πόλεμοι των αλλων. 

Τι επιδιώκει ο Ερντογάν

Στον  Πρωθυπουργό αποδίδεται η βεβαιότητα  -δεν το κρύβει άλλωστε- ότι -υπέρ της χώρας μας θα προστρέξουν το ΝΑΤΟ, οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι.  Λόγω συμβατικών υποχρεώσεών  στις οποίες προσθέτει και την αφέλεια της…. ανταπόδοσης όσων προφέρει, με προθυμία, στην Ουκρανία του Ζελένσκι,- απομακρυνόμενος, πέραν του αναγκαίου, από τη Ρωσία.

Σ’ αυτό μάλλον είναι μακριά νυχτωμένος, αν λάβουμε υπόψη την προϊστορία: τη συμπεριφορά τους στην Κύπρο το 1974 και τη στάση τους στις κατά καιρούς  ελληνο-τουρκικές εντάσεις. Όπως τις προκαλεί η παραβατικότητα της Άγκυρας στο Αιγαίο και η προκλητική αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, που τώρα αναβαθμίζεται σε επιβουλή εδαφών. 

Μόνο με την νοοτροπία του Τσάμπερλεν μπροστά στη χιτλερική απειλή μπορεί να συγκριθεί η ανεκτικότητα  προς την Τουρκία, σε συνδυασμό με προσδοκίες για εταιρική και συμμαχική συνδρομή. 

Όπως του επισημαίνουν πολλοί– μεταξύ των οποίων ο Αλέξης Τσίπρας και η Ντόρα Μπακογιάννη, – σε περίπτωση σύρραξης θα είμαστε μόνοι. Οι ξένοι θα αναλάβουν το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου, όπως και τώρα: «Βρείτε τα».

Αυτό είναι στρατηγικό πλεονέκτημα, αν όχι και κίνητρο του Ερντογάν: με δεδομένη μια απόβαση σε δυο μικρά ελληνικά νησιά, να σύρει την Ελλάδα σε τραπέζι διαπραγματεύσεων στο οποίο θα βάλει τα πάντα.  Κερδισμένη η χώρα δεν θα βγει. Όπως δεν βγήκε από την συμπεριφορά του Κ. Σημίτη σε κάτι λιγότερο επώδυνο, το 1996 στα Ίμια.

Το ΝΑΤΟ και η Τουρκία

Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του δημοσιογράφου Βαγγέλη Γεωργίου με πρόλογο του Αντώνη Παπαγιαννίδη με τίτλο «Ελλάδα-ΕΟΚ: εμπιστευτικό» -εκδόσεις Ποιότητα- που τεκμηριώνει, με αρχεία δεκαετιών,  ότι «είναι, μέγα ψέμα ότι η Ευρώπη θα εγγυηθεί την ασφάλειά μας».

Αν όχι ψέμα σίγουρα αφέλεια είναι και αυτό που πλασάρει ο πρωθυπουργός: ότι θα μας καλύψει το ΝΑΤΟ, οι εταίροι και οι Σύμμαχοι. Μεγαλύτερη παραπλάνηση από αυτή δεν υπάρχει.

 Οι Αμερικανοί δεν πρόκειται να εμπλακούν σε μια σύρραξη – αντίθετα πρακτικά θα διευκολύνουν την Τουρκία που θα καταδικάζουν κατά τα λοιπά.

Τα μέλη του ΝΑΤΟ θα συστήσουν ψυχραιμία και διαπραγμάτευση– καθώς το περίφημο άρθρο 5  της Συμμαχίας, προβλέπουν εμπλοκή τους μόνο αν υπάρξει επίθεση από τρίτη χώρα. 

Η Τουρκία είναι περισσότερο από μέλος, όπως ανέδειξε ακόμη και πριν από λίγα 24ωρα ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας Στόλτεμνπεργκ, προτιμώντας την ταπείνωση την Σουηδίας και  της  Φιλανδίας,  με την αποδοχή των όρων της για να γίνουν μέλη. Το ΝΑΤΟ ποτέ δεν θα ρισκάρει σύγκρουση με την Τουρκία.

Από μόνη της η σημερινή κατάσταση με αιχμή την ωμή απειλή των Τούρκων συνιστά διπλωματική αποτυχία, αν όχι ήττα, της τριετούς διαχείρισης εκ μέρους του  Πρωθυπουργού και μακάρι να είναι μόνο αυτό. Ήδη έχουν  προηγηθεί αποτυχίες και ήττες που εμφανίστηκαν ως προσωπικές «επιτυχίες» του.

Η πιο χαρακτηριστική είναι το τουρκο-λυβικό σύμφωνο. Η κυβέρνηση από τη μια το χαρακτήριζε παράνομο και από την άλλη καταπίνει την εφαρμογή του. Αν δεν την επικυρώνει κιόλας με τη γνωστή δήλωση Γεραπετρίτη για το όριο  των έξι μιλίων- πέρα από το οποίο οι Τούρκοι αλωνίζουν. Η Ελλάδα δεν καλείται καν στις διεθνείς συναντήσεις για τη Λιβύη.

Μια άλλη διπλωματική ήττα για την Ελλάδα είναι ότι η κυβέρνηση της στη πράξη ανέχεται να διακινείται η ιδέα της αποστρατιωτικοποίησης. Την απορρίπτει βεβαίως και υπεραμύνεται των λόγων που επιβάλουν στα νησιά να προστατεύονται ως απειλούμενα

Αλλά δικός της φιλοξενούμενος -και προσωπικός της οικογένειας Μητσοτάκη στα Χανιά- ήταν ο προηγούμενος Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μαρκ Πομπέο που μιλούσε για «μείωση τους στρατιωτικού αποτυπώματος στην περιοχή» και δεν πήρε απάντηση.

Ήττα συνιστά ότι στον διεθνή χώρο ότι η Ελλάδα δεν έχει πολιτική  για τα μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης. Ούτε καν έχουν ενημερωθεί φορείς που παίζουν ρόλο στις τοποθετήσεις κρατών και κυβερνήσεων. Ακόμη και οι χάρτες που απεστάλησαν πρόσφατα στον ΟΗΕ έχουν κενά, όπως σημειώνεται σε έγκυρα δημοσιεύματα.

Όλα αυτά υποδηλώνουν ο παραγκωνισμός των υπηρεσιών του υπουργείου Εξωτερικών, οδήγησε σε έλλειψη επεξεργασμένης στρατηγικής, σε κακή εκτίμηση του διεθνούς παράγοντα και ενδεχομένως υποτίμηση της τουρκικής απειλής. 

Σε κάθε περίπτωση όμως μετά από τρία χρόνια διακυβέρνησης έχει στη ούγια το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Πού θα οδηγήσει τελικά μένει να το δούμε. Αλλά αυτές τις μέρες υπάρχουν κάποιες περίεργες παρεμβάσεις στα ελληνοτουρκικά. Από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ – χωρίς να αίρεται το «βρείτε τα» -εκφράζεται υποστήριξη  στην Ελλάδα, σαν να προσπαθούν να πουν στην Άγκυρα να μην κάνει κάτι που θα τους φέρει σε  δύσκολη θέση.

Ο ρόλος του Κώστα Καραμανλ΄ή

Ενώ ο Ερντογάν ξιφουλκεί προσωπικά κατά του Πρωθυπουργού και υπόσχεται… δράση σε βάση της Ελλάδας, ο Μητσοτάκης δείχνει… κατανόηση.  

Σ’ αυτό το σκηνικό αποκτά άλλο χαρακτήρα η πρόσφατη παρέμβαση του πρώην Πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή-  με κεντρικό μήνυμα «με υποχωρήσεις δεν εξασφαλίζεις την ειρήνη».

Διαθέτει πολιτικό κριτήριο, γνωρίζει τις παραμέτρους των ελληνοτουρκικών σε βάθος, ξέρει τον Ερντογάν καλά και έχει συνομιλητές με επαρκή κρίση γι’ αυτά τα θέματα. Οπότε καθόλου τυχαία δεν πήρε θέση στις εξελίξεις τη συγκεκριμένη στιγμή. 

Φοβάται κάτι ο Καραμανλής και μίλησε με τόση σαφήνεια, παραλείποντας οποιαδήποτε αναφορά στον Πρωθυπουργό και του χειρισμούς του; 

Διακρίνει ότι υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης με όρους που θα φέρουν στη δύσκολη θέση την Ελλάδα, αν αιφνιδίως με κάποια αφορμή οι Τούρκοι κάνουν κάτι περισσότερο από τα Ιμια;   

Ποιος θα αξιολογήσει πού σταματάς και μέχρι που φτάνεις σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Ειδικά αν η αποστολή τουρκικού στρατού σε ελληνικό έδαφος θα φέρει τη χώρα στο δίλημμα: γενικευμένος με την Τουρκία ή διαπραγμάτευση με τετελεσμένα; 

Πάντως μόνο μια κυβέρνηση που βρίσκεται σε αμηχανία, ή αεροβατεί, θα απέφευγε να ενημερώσει τουλάχιστον την αξιωματική αντιπολίτευση–  αρκούμενη με το μιντιακό σύστημα που την υποστηρίζει να «σηκώνει» υπερβολικά ακόμη και περιθωριακές δηλώσεις Τούρκων -ως ένδειξη ότι στη γειτονική χώρα φοβούνται….  

Μόνο απερίσκεπτος υπουργός  Άμυνας,  μετά την απειλή Τούρκων «θα έλθουμε κάποια νύχτα», θα επέτρεπε στον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, να απαντάει «προσέξτε να μην έλθουμε εμείς«.

Και βέβαια μόνο αδύναμος Πρωθυπουργός θα άφηνε έναν φαφλατά υπουργό να κοκορεύεται σε κανάλια ότι «αν μας επιτεθούν, θα τους κάνουν σκόνη τα Ραφάλ μας».

Λόγω της απολύτως προσωπικής διαχείρισης της κρίσης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη το σκοτάδι στο οποίο βρίσκεται η αντιπολίτευση γίνεται πιο πυκνό.

Αλλά από την άλλη πλευρά η παρατεταμένη σιωπή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης  Τσίπρα– πέρα από την καταγγελία για τη ΙΧ πολιτική Μητσοτάκη-  στερεί την εθνική ομοψυχία που απαιτείται σ’ αυτές τις περιπτώσεις- με δεδομένη και την προσωπικη αδυναμία  της Προέδρου της Δημοκρατίας να εμπνεύσει τον πληθυσμό στο πεδίο  της ενότητας.

Καταγράφοντας τις συμπεριφορές των κεντρικών πολιτικών παραγόντων με φόντο τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά η παρέμβαση Καραμανλή τον καθιστά τον μόνο ίσως πόλο εθνικής συσπείρωσης,- αν ο μη γένοιτο- επιδεινωθεί η κατάσταση στο Αιγαίο. 

Όχι μόνο για όσα στέρεα και διαυγή είπε- και με τα οποία συμφωνεί ιστορικά η πλειοψηφία- αλλά και γιατί στην πολωμένη πολιτική σκηνή δεν υπάρχει άλλος με οριζόντια απήχηση στο πολιτικό φάσμα και την κοινωνία.