Συνταγματική αναθεώρηση και συναινέσεις

Του Μελέτη Ρεντούμη

Το πρόσφατο διάγγελμα του πρωθυπουργού σηματοδοτεί την επίσημη εκκίνηση της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, επαναφέροντας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης θεμελιώδη ζητήματα θεσμών, λογοδοσίας και λειτουργίας του κράτους.

Η επιλογή του χρόνου, αλλά και το εύρος των προτεινόμενων αλλαγών, δείχνουν ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να ανοίξει μια συζήτηση με σαφή πολιτικό και ιδεολογικό αποτύπωμα, γνωρίζοντας ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι απλώς μια νομική διαδικασία, αλλά ένας καθρέφτης των συσχετισμών και των αντοχών του πολιτικού συστήματος.

Πιο συγκεκριμένα, στον πυρήνα των προτάσεων βρίσκεται η αναθεώρηση του άρθρου 86, που αφορά την ποινική ευθύνη των υπουργών. Πρόκειται για μια διάταξη που επί δεκαετίες έχει ταυτιστεί στη συλλογική συνείδηση με την έννοια της ατιμωρησίας και της πολιτικής αυτοπροστασίας.

Η άρση ή ουσιαστική μεταρρύθμισή της, επιχειρεί να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικής εξουσίας, στέλνοντας το μήνυμα ότι τα μέλη της κυβέρνησης υπόκεινται στους ίδιους κανόνες λογοδοσίας με όλους τους πολίτες. Για την κυβέρνηση, η συγκεκριμένη αλλαγή λειτουργεί και ως συμβολική επένδυση πολιτικού κεφαλαίου, καθώς δύσκολα μπορεί να βρεθεί κόμμα που να υπερασπιστεί δημόσια το υφιστάμενο καθεστώς.

Εξίσου βαρύνουσα είναι η πρόθεση αναθεώρησης του άρθρου 16 και η άρση του κρατικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών ή και ιδιωτικών πανεπιστημίων. Το ζήτημα αυτό αγγίζει βαθιές ιδεολογικές γραμμές, καθώς για ένα μεγάλο τμήμα του πολιτικού φάσματος συνδέεται με την ταυτότητα του κοινωνικού κράτους και τον φόβο εμπορευματοποίησης της γνώσης.

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση επιχειρεί να το εντάξει σε ένα αφήγημα εκσυγχρονισμού, διεθνοποίησης και ανάσχεσης της φυγής νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Σε αντίθεση με το άρθρο 86, εδώ οι συναινέσεις δεν είναι δεδομένες και η συζήτηση αναμένεται να είναι έντονη και πολωτική.

Επιπρόσθετα, η πρόταση για καθιέρωση μίας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κινείται σε μια διαφορετική λογική, λιγότερο συγκρουσιακή και περισσότερο θεσμική.

Στόχος της είναι να ενισχυθεί ο υπερκομματικός χαρακτήρας του ανώτατου πολιτειακού θεσμού και να αποσυνδεθεί από τακτικές πολιτικών ισορροπιών και επανεκλογικών υπολογισμών. Πρόκειται για μια αλλαγή που, αν και δεν προκαλεί έντονες αντιδράσεις, απαιτεί ευρεία συναίνεση και ώριμη θεσμική συζήτηση.

Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η πρόβλεψη για συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Η πρόταση αυτή αγγίζει τον ευαίσθητο πυρήνα της διάκρισης των εξουσιών και επιχειρεί να ενισχύσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, περιορίζοντας την εκάστοτε κυβερνητική επιρροή. Ωστόσο, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις για το αν ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να δημιουργήσει εσωτερικές ισορροπίες ή κλειστά συστήματα εντός του δικαστικού σώματος.

Παράλληλα, ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα έχει και η αναφορά του πρωθυπουργού, στην καθολική αξιολόγηση στο Δημόσιο και στον επανακαθορισμό της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.

Αν και δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί αν και πώς αυτές οι προθέσεις θα αποκτήσουν συνταγματικό χαρακτήρα, η αναφορά τους σηματοδοτεί μια στρατηγική επιλογή σύγκρουσης με χρόνιες παθογένειες αλλά και με ισχυρά κοινωνικά και συνδικαλιστικά αντανακλαστικά, που αφορούν την μονιμότητα στο δημόσιο.

Σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, η πρωτοβουλία αυτή δοκιμάζει τις δυνατότητες συνεννόησης σε μια περίοδο όπου η πόλωση παραμένει ισχυρή. Η συνταγματική αναθεώρηση, βάσει του ίδιου του Συντάγματος, απαιτεί διαδοχικές πλειοψηφίες σε δύο εκλεγμένα σώματα της Βουλής, γεγονός που καθιστά τις ευρείες συναινέσεις όχι απλώς επιθυμητές αλλά αναγκαίες.

Ορισμένα άρθρα, όπως το 86 ή η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, έχουν αυξημένες πιθανότητες να συγκεντρώσουν ευρύτερη αποδοχή. Αντίθετα, το άρθρο 16 και τα ζητήματα Δημοσίου αναμένεται να αποτελέσουν πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης και θα κριθούν σε μεγάλο βαθμό από τη σύνθεση και τους συσχετισμούς της επόμενης Βουλής.

Συμπερασματικά, το διάγγελμα για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια ουδέτερη θεσμική κίνηση, αλλά μια πολιτική πρωτοβουλία με σαφή στρατηγική στόχευση. Για την κυβέρνηση αποτελεί ευκαιρία να χαράξει μεταρρυθμιστικό αποτύπωμα, για το πολιτικό σύστημα αποτελεί μια δοκιμασία ωριμότητας ενώ  για τη δημοκρατία είναι σίγουρα ένα κρίσιμο τεστ εμπιστοσύνης και συναίνεσης.

Με βάση τα παραπάνω, το αν η διαδικασία θα οδηγήσει σε ουσιαστικές θεσμικές τομές ή θα χαθεί μέσα σε ιδεολογικές συγκρούσεις θα κριθεί από την ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να υπερβούν το στενό κομματικό συμφέρον και να ανταποκριθούν στο αίτημα της κοινωνίας που ζητά αλλαγές με βάθος και διάρκεια.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός