Σάββατο 21 Ιουλίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Τέσσερις Έλληνες οικονομολόγοι στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για το επερχόμενο Eurogroup

Τις προσδοκίες τους αναφορικά με το επικείμενο Eurogroup της 21ης Ιουνίου, στη διάρκεια του οποίου «κλείνει» η τέταρτη αξιολόγηση και αναμένεται να εξεταστεί και το ζήτημα του ελληνικού δημόσιου χρέους αποτυπώνουν με δηλώσεις του στο ΑΠΕ – ΜΠΕ οι καθηγητές κκ Διονύσης Χιόνης, Παναγιώτης Πετράκης, Κώστας Μελάς και Θοδωρής Πελαγίδης

Διονύσης Χιόνης

Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Διονύσης Χιόνης, Καθηγητής Οικονομικών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης «το eurogroup του Ιουνίου του 2018 θα βάλει τη σφραγίδα του τέλους των μνημονίων και των πολιτικών της λιτότητας».

Σύμφωνα με τον κ. Χιόνη, «από το eurogroup του Ιουνίου του 2018 ξεκινά μια διαδικασία εξόδου από τα μνημόνια που δίνει στην ελληνική οικονομία τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει πολλούς και μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας για να μπορέσει να υλοποιήσει την αναπτυξιακή της πολιτική. Θέλω να ελπίζω ότι όλα αυτά θα συνοδευτούν από μια αναπτυξιακή πολιτική η οποία θα έχει αφήσει στο μακρινό παρελθόν όλα τα στοιχεία των μνημονιακών πολιτικών της τελευταίας οκταετίας».

«Η Ελλάδα την 21η Αυγούστου βγαίνει στις αγορές» τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χιόνης και συνεχίζει: «Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να καλύπτει τα τοκοχρεολύσιά της με τη δυνατότητά της να αντλεί πόρους από διεθνείς χρηματαγορές. Επίσης, θα πρέπει να βρει επενδυτές τους οποίους θα πείσει για τη βιωσιμότητα του χρέους της και τη βιωσιμότητα του στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης που θα έχει».

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Χιόνης εκτιμά ότι στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου θα πρέπει να καταλήξουν σε μια βιώσιμη πρόταση για το ελληνικό χρέος. «Διαφορετικά δεν θα είναι αποτυχία της Ελλάδας αλλά αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΟΝΕ η οποία έχει επενδύσει τόσα πολλά πράγματα στο ελληνικό θέμα. Η αδυναμία άντλησης πόρων και κάλυψης των τοκοχρεολυσίων από τον Αύγουστο του 2018 από την ελληνική οικονομία δεν θα είναι αποτυχία της ελληνικής οικονομίας αλλά αποτυχία των ευρωπαϊκών οργάνων άρα πρέπει να καταλήξει σε μια πρόταση ή σε κάποιες εγγυήσεις που θα στηρίζουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους».

Ο καθηγητής του ΑΠΘ εκτιμά ότι «η ελληνική οικονομία, η οποία έχει κλείσει ένα κύκλο μεταρρυθμίσεων, δημοσιονομικών προσαρμογών και ουσιαστικών παρεμβάσεων προκειμένου να ανταποκριθεί σε όλα αυτά τα οποία δίνονταν από τις αξιολογήσεις, θέλει να έχει ένα πλάνο παρεμβάσεων στο χρέος από το 2018 και εντεύθεν που θα της επιτρέπουν να το χρηματοδοτεί με βιώσιμα επιτόκια. Μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους είναι δημόσιο χρέος, επομένως η αναχρηματοδότησή του και η εξυπηρέτησή του εξαρτάται εν πολλοίς και από την σχέση της Ελλάδας με τους δανειστές και το πρόγραμμα εγγυήσεων που έχουν οι ίδιοι δανειστές, ο ESM δηλαδή, προς την Ελλάδα αλλά και προς αυτούς που έχουν δανείσει την ελληνική οικονομία. Αυτή η ιδιορρυθμία δίνει μια εξαιρετική διάσταση στο θέμα της αξιολόγησης του χρέους το οποίο μπορεί με αυστηρά χρηματοοικονομικά κριτήρια να απέχει από την έννοια της βιωσιμότητας ωστόσο, όσο το μεγαλύτερο μέρος του χρέους (το 80%) παραμένει σε δημόσιους φορείς και ειδικά στα χέρια και στα χαρτοφυλάκια των ευρωπαίων εταίρων αυτή η αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνεται με αυστηρούς χρηματοοικονομικούς όρους».

Παναγιώτης Πετράκης

«Στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου πρέπει να οριστικοποιήσουμε το κλείσιμο της τέταρτης αξιολόγησης, να κλείσουν όλες οι εκκρεμότητες» τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Παναγιώτης Πετράκης, καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Επίσης πρέπει, σύμφωνα με τον κ. Πετράκη, «να περιγραφηθούν ορισμένα βήματα για τη μεταμνημονιακή περίοδο και να συγκεκριμενοποιηθεί το πλαίσιο για τη ρύθμιση του χρέους. Το πρώτο θέμα θα κλείσει ενώ ενώ για τα δύο τελευταία θέματα αν δεν υπάρξει απόλυτη συγκεκριμενοποίηση να έχουμε πολλές και ικανές ενδείξεις για τη κατεύθυνση των πραγμάτων. Αυτό περιμένουμε και πιστεύω ότι θα είναι ένα πολύ μεγάλο βήμα για να πάμε παρακάτω».

Ο κ. Πετράκης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ επισημαίνει ότι «στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου θα έχουμε ενδείξεις και ενδεχομένως αποφάσεις και στα τρία θέματα. Προσωπικά, και σαν επιστήμονας αλλά και σαν πολίτης της χώρας, οι προσδοκίες μου είναι ρεαλιστικά τοποθετημένες σε θετική κατεύθυνση για τα ελληνικά πράγματα αλλά ο πήχης ο προσωπικός που έχω δεν είναι αρκετά υψηλά. Πιστεύω ότι θα έχουμε ενδείξεις και αποφάσεις που θα βρίσκονται στο πλαίσιο μιας ρεαλιστικής προσδοκίας για τις εκκρεμότητες τις οποίες έχουμε».

«Το πρώτο που προσδοκάμε όλοι από το Eurogroup της 21ης Ιουνίου είναι να τελειώσει η τέταρτη αξιολόγηση» αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κώστας Μελάς, καθηγητής διεθνών χρηματοοικονομικών και τραπεζικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνεχίζει: «Το δεύτερο και πιο σοβαρό είναι πως θα εξελιχθεί η κατάσταση για τα μέτρα για το ελληνικό δημόσιο χρέος».

Αναφορικά με τον χρόνο επιμήκυνσης των δανείων του δευτέρου προγράμματος του EFSM, ύψους 131 δισ. ευρώ, ο κ. Μελάς αναφέρει ότι «υπάρχει μια ασυμφωνία μεταξύ Γερμανίας που επιθυμεί επιμήκυνση τρια με πέντε χρόνια και από την άλλη το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι η επέκταση πρέπει να γίνει για 15 χρόνια. Έχω την εντύπωση ότι θα υπάρξει ένας συμβιβασμός και θα πάει από το 2023 μέχρι το 2030 περίπου, υπολογίζω στα επτά χρόνια».

Όσον αφορά στην αποδέσμευση των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα τα οποία είναι περίπου 4 δισ. ευρώ και τον τρόπο που θα δοθούν πίσω αυτά τα χρήματα, ο κ. Μελάς εκτιμά ότι «το πιο πιθανό είναι να δοθούν σε δόσεις την περίοδο 2018- 2023. Υπάρχει ομοφωνία σε αυτή την άποψη και θα δούμε αν συνδυαστεί με ορισμένα μέτρα, δηλαδή με την επίτευξη ορισμένων στόχων».

Κώστας Μελάς

Για το θέμα της επαναγοράς των δανείων του ΔΝΤ, τα χρήματα που περισσεύουν από το τρίτο μνημόνιο πως τον τρόπο που αυτά θα αξιοποιηθούν ο κ. Μελάς τονίζει ότι «θα δοθούν, όπως είναι γνωστό, για να δημιουργηθεί ένα ‘μαξιλάρι’ το οποίο θα φτάσει τα 20 δισ. ευρώ για να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της χώρας μέχρι το 2020. Για τα υπόλοιπα υπάρχει μια σκέψη να διατεθούν για την επαναγορά των δανείων του ΔΝΤ (ύψους 10,4 δισ. ευρώ) από τον ESM. θα δούμε τι θα αποφασιστεί να γίνει τελικά».

Τέλος, σύμφωνα με τον κ. Μελά, υπάρχει ο μηχανισμός για τις αποπληρωμές που θα συνδέονται με την ανάπτυξη ο οποίος υποστηρίζεται από τους περισσότερους συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένου και του ΔΝΤ. «Αυτό είναι αναγκαίο για να διατηρήσει την ελαστικότητα που χρειάζεται ώστε να αντιμετωπιστούν νέες μακροοικονομικές αβεβαιότητες στο μέλλον ενώ δίνει και ένα αξιόπιστο όργανο αποπληρωμής. Αυτό το όργανο υποστηρίζεται από του Γάλλους και έχει λάβει τη στήριξη όλων εκτός της Γερμανίας. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι αυτός ο μηχανισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτόματα και το δικαιολογεί με την ανάγκη να υπάρχει ετήσια επανέγκριση» αναφέρει.

Θοδωρής Πελαγίδης

«Όλα δείχνουν ότι θα πάμε στην προαναγγελθείσα ρύθμιση των δανείων που αφορούν μόνο τον EFSF, δηλαδή τα αρχικά δάνεια που έχουμε πάρει, τον μηχανισμό δηλαδή τον οποίο διαδέχτηκε ο ESM. Πρόκειται τόσο για τα δάνεια όσο και για τους τόκους των χρημάτων αυτών. Αυτό σημαίνει ότι η κατάσταση τα επόμενα χρόνια, μετά το 2022, μπορεί να συνεχίσει να είναι βιώσιμη» επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Θοδωρής Πελαγίδης, καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και ερευνητικός εταίρος του Ινστιτούτου Brookings και συνεχίζει: «Αυτό συνάδει και με τις περισσότερες αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους οι οποίες εκτιμούν ότι μόνο μετά το 2030 θα υπάρχει πρόβλημα οπότε και μαζεύονται πολλά δάνεια για αποπληρωμή. Θα υπάρξει λοιπόν η απόφαση η οποία θα καθορίζει ότι για τα επόμενα 15 χρόνια η Ελλάδα δεν θα έχει σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους. Θα μπορεί να εξυπηρετεί σε κάποιο βαθμό, υπό συνθήκες σχετικής κανονικότητας θα έλεγε κανείς, τις υποχρεώσεις που έχει. Άρα το βασικό ζήτημα είναι αυτό».

Επίσης ο κ. Πελαγίδης, εκτιμά ότι «θα υπάρχει ενισχυμένη εποπτεία. Τα χρήματα που θα μπουν στην άκρη, τα χρήματα του τρίτου μνημονίου έχουν πολύ καλό επιτόκιο, είναι φτηνά και θα υπάρξει ρύθμιση για να αποπληρώσουν κάποιο μέρος δανείων που εν τω μεταξύ λήγουν στο μεσοδιάστημα, πολύ πιθανώς του ΔΝΤ, δάνεια τα οποία είναι πιο ‘ακριβά’. Με το – καρότο – των 4 δισ. ευρώ που είναι τα κέρδη των ομολόγων που κατέχει η κεντρική τράπεζα και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών, δηλαδή περίπου ένα δισ. ευρώ κάθε χρόνο μέχρι το 2022, οι δανειστές θα ζητούν μεταρρυθμίσεις. Θα ζητούν τις ουρές των μεταρρυθμίσεων που δεν έχουν γίνει και είναι πολλές. Γιατί λείπουν πράγματα από το τρίτο μνημόνιο που δεν έχουν ολοκληρωθεί από τα 88 προαπαιτούμενα. Άρα, υπάρχει στην πραγματικότητα μια συνέχεια, κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Στην πορεία θα υπάρχουν και καινούργια πράγματα όπως για παράδειγμα συμπληρώματα στη λίστα των ιδιωτικοποιήσεων που ήδη υπάρχουν. Θα είναι ένα μνημόνιο 3 plus, ή μια συνέχεια με κίνητρο την εκταμίευση των χρημάτων των κερδών των ομολόγων που σας είπα, τα οποία είναι περίπου 1 δισ. το χρόνο. Αυτά είναι και τα μοναδικά ‘νέα’ χρήματα εφεξής, τα οποία όμως μπορεί να πει κανείς, ότι δικαιωματικά μας οφείλονται».

«Το ερώτημα είναι αν όλα αυτά θα μας οδηγήσουν στις αγορές» επισημαίνει ο κ. Πελαγίδης. Όπως αναφέρει: «Οι αγορές είναι σήμερα κλειστές. Ίσως θα μπορούσαμε να δούμε ένα καλύτερο επιτόκιο αύριο, λίγο χαμηλότερο. Η γνώμη μου είναι ότι υπάρχουν γενικότερες συνθήκες διεθνώς που δεν θα μας δώσουν πολύ καλύτερα επιτόκια. Και αν τα επιτόκια στο δεκαετές είναι μακριά από τα επιτόκια που πληρώνει για παράδειγμα η Πορτογαλία ή και άλλες χώρες που βρίσκονται κοντά στα δικά μας προβλήματα όσον αφορά στο χρέος όπως είναι η Ιταλία, φοβάμαι ότι ένας εκτεταμένος δανεισμός από τις αγορές θα μας οδηγήσει ξανά σε αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του χρέους γιατί καθώς θα επιδεινώνεται η εικόνα αποπληρωμών για το μέλλον, οι αγορές θα γίνονται όλο και πιο επιφυλακτικές και το κόστος επισφάλειας θα ανέρχεται. Αυτά μένει βέβαια να τα δούμε όλα στην πράξη αν και φοβούμαι ότι οι αγορές ήδη έχουν προεξοφλήσει τα όποια νέα -αφού η επέκταση δανείων και τόκων του EFSF είναι δεδομένη και υπεσχημένη άλλωστε από το παρελθόν».

Η εκτίμηση του κ. Πελαγίδη είναι ότι «δεν θα υπάρξει οριστικό τέλος στο πρόβλημα της αναχρηματοδότησης του χρέους και είναι λογικό γιατί ακόμα και οι προβλέψεις των περισσοτέρων οργανισμών αλλά και της κυβέρνησης είναι για ρυθμούς ανάπτυξης που θα τους χαρακτήριζα υπό τις συνθήκες αυτές πολύ μέτριους. Επομένως, έχοντας οι αγορές προεξοφλήσει όλα αυτά που σας λέω και βλέποντας και τις προβλέψεις της οικονομικής μεγέθυνσης δεν εκτιμώ ότι θα έχουμε πράγματα τα οποία είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που ξέρουμε. Ωστόσο, όσες ρυθμίσεις και να γίνουν στο χρέος, όσες ανάσες και να δοθούν, οι χώρες που είναι κοντά στο βιοτικό μας επίπεδο ή ήταν κοντά μας, συνεχώς κάνουν πράγματα σε διάφορους τομείς προσπαθώντας να επιβιώσουν στο πολύ δύσκολο διεθνές οικονομικό ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η χώρα μας, επομένως, πρέπει να ‘τρέξει’ σε ζητήματα δύσκολα. Να κάνει αλλαγές στη παιδεία, την υγεία, τη δημόσια διοίκηση, τα δικαστήρια. Σε μερικά από αυτά έχουν γίνει πράγματα, αλλά πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα. Περιμένω να υπάρχει ένας διάλογος για αυτά κάποια στιγμή, αλλά και οι πιστωτές να ενδιαφερθούν για ζητήματα πιο μακροχρόνια και δύσκολα όπως η ποιότητα του ανθρωπίνου κεφαλαίου και τα σχολεία».