
Του Ελευθερίου Τζιόλα
Τα μεγάλα διλήμματα των εκλογών της Άνοιξης του 2027 και των μετεκλογικών εξελίξεων: για τις κυβερνήσεις συνεργασίας, τη συμμετοχή και το ρόλο των κομμάτων και ηγετικών προσωπικοτήτων.
Σε προηγούμενο (χθεσινό) άρθρο μας είχαμε παρουσιάσει το νέο σκηνικό μετά την δημιουργία των ‘’νέων κομμάτων’’ και είχαμε προβεί στην αναλυτική εκτίμηση ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την ‘Άνοιξη 2027 (με πιθανότερο, το τέλος Μαρτίου).
Οκτώ (8) καυτοί πολιτικοί μήνες.
Στην Κεντροδεξιά: Α. Σαμαράς-‘’κόμμα Σαμαρά’’ και Κ. Καραμανλής: τι μπορούν να πετύχουν;
Η περίοδος στην οποία η δημόσια -πολιτική και κοινωνική- ζωή εισέρχεται από τον προσεχή Σεπτέμβριο μέχρι το τέλος Μαρτίου 2027 θα είναι εξαιρετικά πυκνή με τις εξελίξεις έντονα πιεστικές, καυτές για τα κόμματα.
Καθοριστικό στοιχείο για τις εξελίξεις στον ευρύ Κεντροδεξιό χώρο -αλλά όχι μόνο- θα είναι η δημιουργία του ‘’κόμματος Σαμαρά’’ την ίδρυση του οποίου είχαμε προεκτιμήσει, αναλύσει εδώ και δύο χρόνια.
Η δημιουργία ‘’κόμματος Σαμαρά’’, παρά τις τρέχουσες, συνήθως επιφανειακές και κλισαρισμένες, προσεγγίσεις πρόκειται να προκαλέσει σοβαρές ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό. Με σοβαρότερες, ασφαλώς, εκείνες στο χώρο της ‘’ΝΔ’’-κεντροδεξιάς και όλου του συντηρητικού φάσματος, περιλαμβανόμενων των σχημάτων ‘’Ελπίδα’’(τμήματά της), ‘’Ελληνική Λύση’’, ‘’κόμμα της Λατινοπούλου’’ κλπ, αλλά και οριζόντια στην πολιτική χωροταξία σε ομάδες ευαίσθητες κυρίως σε εθνικά θέματα και στην αντι-woke ατζέντα.
Ανακατατάξεις, που μάλλον τις θεωρεί αναγκαίες και ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος σταθμισμένα αποτελεί, και θα αποτελέσει, ενεργό παρασκηνιακό παράγοντα απέναντι στην παρακμιακή (δια)φθορά Μητσοτάκη, με σκοπό την ανασυγκρότηση του Κεντροδεξιού χώρου στη βάση των αρχών του «καραμανλισμού». Στα πλαίσια, μάλιστα, των μετεκλογικών εξελίξεων για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω, δεν αποκλείεται ενεργότερος, για την ακρίβεια κεντρικός-ηγετικός ρόλος του Κώστα Καραμανλή στη διαμόρφωση και σύνθεση λύσεων κυβέρνησης συνεργασίας εθνικής συνεννόησης.
Ο Α. Σαμαράς του 2026 δεν είναι ο Σαμαράς του 1992
Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να διαφεύγει της ανάλυσης και της προσοχής, ότι ο Α. Σαμαράς του 2026 -μετά μάλιστα την πρωθυπουργία του με κυβέρνηση συνεργασίας (με ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, Ιούνιος 2012-Ιανουάριος 2015) και την αρχηγία στην ίδια τη ‘’ΝΔ’’ (2009 -2015)- δεν είναι ο Σαμαράς του 1992- 93.
Επίσης, πρέπει να επισημανθεί το στελεχιακό δυναμικό, όχι μόνον το προερχόμενο από τις τάξεις της ‘’ΝΔ’’ (νυν και πρώην βουλευτές, κυβερνητικά και κομματικά στελέχη κεντρικά και περιφερειακά) αλλά ευρύτερα από τον πανεπιστημιακό, επιχειρηματικό, δημοσιογραφικό χώρο το οποίο έχει μιλήσει για την ανάγκη «επανεκκίνησης με πατριωτικό όραμα και νέο σχέδιο» (π.χ., η «κίνηση των 91» του Ιουλίου 2025), δυναμικό που δείχνει καθαρά -για τις παρούσες συνθήκες- υποστηρικτική διάθεση και θετικό προσανατολισμό προς ένα «σχήμα Σαμαρά» με ανάλογες προδιαγραφές.
Σύγκριση με προηγούμενες περιόδους (1992-1997) και ανάλογα εγχειρήματα (‘’Πολιτική Άνοιξη’’) δεν μπορεί να έχει -και δεν έχει- σχέση με τις σημερινές συνθήκες, τα αποτελέσματα της επταετούς ασκούμενης κυβερνητική πολιτικής, τους σημερινούς πρωταγωνιστές και την «πολιτεία τους», καθώς και τα ζητούμενα της εθνικής και κοινωνικής ζωής.
Κ. Μητσοτάκης: τέλος (μετά τις εκλογές της Άνοιξης 2027)!
Μεταξύ των ζητούμενων, ως κεντρικό, προβάλλει το θέμα της ήττας και της ακύρωσης της όποιας φιλοδοξίας του Κ. Μητσοτάκη για τρίτη πρωθυπουργική θητεία. Το θέμα αυτό -δηλαδή, ήττα Μητσοτάκη και ακύρωση της φιλοδοξίας του για τρίτη πρωθυπουργική θητεία- το είναι φανερό ότι αποτελεί τον πρώτο στόχο και καίριο στοίχημα για τον Α. Σαμαρά.
Αν η έκβαση αυτή είναι θετική, αν δηλαδή οι άμεσοι-τακτικοί αυτοί στόχοι επιτευχθούν στις επόμενες εκλογές, αυτό θα αποτελέσει βάση/έδραση για την εκτύλιξη του παραπέρα σχεδίου Σαμαρά (με τις συνασπισμένες δυνάμεις) στο χώρο κυρίως της Κεντροδεξιάς, επηρεάζοντας ευρύτερα και το πολιτικό σκηνικό.
Μπορούμε, λοιπόν, να διαβλέψουμε, ότι η πρωτοβουλία Σαμαρά, που κωδικοποιείται πρόχειρα και σχηματικά -και επομένως, αναντίστοιχα με τις πραγματικές της επιδιώξεις- ως ‘’κόμμα Σαμαρά’’ αποτελεί μια συνολικότερη στρατηγική αναμόρφωσης του Κεντροδεξιού πολιτικού φάσματος κι όχι ως μια οριακή «πολιτική κίνηση» αξιοπρεπούς εκλογικής καταγραφής και «χτυπήματος» μέχρι ήττας του Κ. Μητσοτάκη.
Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής δεν μπορεί, ασφαλώς, να προεξοφληθεί. ‘Όμως το πρώτο αποφασιστικό της βήμα -η ήττα του Κ. Μητσοτάκη και η ακύρωση ενδεχόμενης τρίτης πρωθυπουργίας του- ο Αντώνης Σαμαράς (με την πρωτοβουλία ίδρυσης του ‘’κόμματος’’ και καθόδου στις εκλογές) μπορεί να την μετατρέψει σε βεβαιότητα, μπορεί να την κλειδώσει, αξιοποιώντας τη διάχυτη κοινωνική αντίδραση, εκφράζοντας και την πλειοψηφική απόρριψη, καθώς και επικυρώνοντας τον πολύπλευρο αντικυβερνητικό-αντιμητσοτακικό αγώνα των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Η ήττα Μητσοτάκη (και της ‘’ΝΔ’’) την πρώτη Κυριακή θα είναι καθοριστική.
Αν το ποσοστό της ‘’ΝΔ’’ βρεθεί κάτω από 25%, εκτός από την απώλεια του ενισχυτικού βουλευτικού ‘’μπόνους’’, ακόμα και με «πρωτιά» της, η ‘’ΝΔ’’ και ο Κ. Μητσοτάκης θα έχουν υποστεί στρατηγική ήττα! Από τις προηγούμενες εκλογές του 2023 θα έχει απωλέσει περισσότερο από 15% της εκλογικής της δύναμης (εκλογές 2023 -ΝΔ: 40,56%)! Η προσφυγή σε δεύτερη Κυριακή εκλογών, ενώ θα φαίνεται μονόδρομος, δεν θα συγκεντρώνει για τη ‘’ΝΔ’’ πιθανότητες επιτυχίας και μάλιστα με αρχηγό έναν βαριά ηττημένο Μητσοτάκη και έναν Σαμαρά να έχει καταγραφεί ως αποφασιστικός ρυθμιστής για οποιοδήποτε μετεκλογικό σενάριο! Και αυτά, ανεξάρτητα από την πίεση που θα ασκείται και την όποια δυναμική θα εκδηλωθεί από τις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς με την ήττα Μητσοτάκη και ‘’ΝΔ’’. Η οποία ωστόσο (πίεση και δυναμική) στο συνολικό πολιτικό πλαίσιο θα δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για τον Κ. Μητσοτάκη.
Σε τέτοιες συνθήκες, η προσφυγή σε δεύτερη Κυριακή -με ηγεσία Κ. Μητσοτάκη- θα δείχνει αυτοχειριασμός, παρά τα όποια επιστρατευμένα εκβιαστικά διλλήματα… Η αντικατάστασή του στη θέση της αρχηγίας -και η προσφυγή σε δεύτερη Κυριακή- με νέο, άλλο αρχηγό στη ‘’ΝΔ’’ (π.χ., Ν. Δένδιας) θα είναι το πιθανότερο σενάριο, με τον Σαμαρά πάντα σε θέση ρυθμιστή και με πιθανότερο εκλογικό αποτέλεσμα τη στασιμότητα της ‘’ΝΔ’’ στα ίδια περίπου ποσοστά.
Άλλως, με Κ. Μητσοτάκη στην αρχηγία, η ‘’ΝΔ’’, έχοντας την πρώτη Κυριακή ποσοστό κάτω από το 25%, θα καταγράψει νέα ήττα και από πιο δεινή θέση -δύο φορές ηττημένη!- θα επιδιώκει μοιρολατρικά κυβέρνηση συνεργασίας.
Χωρίς αυτοδυναμία – «κυβέρνηση συνεργασίας»: ποιοι και πως;
Και στις δύο περιπτώσεις, είτε με νέον αρχηγό είτε με τον Κ. Μητσοτάκη, αν η ‘’ΝΔ’’ καταγράψει ποσοστό κοντά ή κάτω από 25%, η μόνη της λύση είναι «κυβερνήσεις συνεργασίας». Στην προοπτική αυτή, ο διπλά ηττημένος Κ. Μητσοτάκης, με την βεβαρυμμένη επταετή «πρωθυπουργική πολιτεία» του δεν θα γίνει αποδεκτός ως πρωθυπουργός από καμία υποψήφια προς κυβερνητική συνεργασία πολιτική δύναμη, με τον Α. Σαμαρά πρώτον που θα θέσει το ζήτημα αυτό, εξάλλου ήδη διαφαίνεται καθαρά αυτή η δέσμευση του. Στις εξελίξεις που θα επακολουθήσουν για τη διαμόρφωση των κυβερνητικών (και άλλων ) λύσεων, ο Α. Σαμαράς θα διεκδικήσει και θα αποτελέσει κρίσιμο παίκτη…
Επομένως, με την ‘’Ν.Δ.’’, κοντά η κάτω από 25%, ο Κ. Μητσοτάκης κλείνει τον πολιτικό του κύκλο, οπωσδήποτε στη ‘’ΝΔ’’ και την Ελλάδα.
Και θα δούμε αν έχει -και τι έχει- προετοιμάσει στο εξωτερικό (ΕΕ, ΝΑΤΟ κλπ).
Και το σημαντικότερο πως έχει σχεδιάσει την αποφυγή των κυρώσεων σε βάρος του από τα σκάνδαλα που τον εμπλέκουν και βρίσκονται σε δικαστική διερεύνηση, σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Αν η ‘’ΝΔ’’ κατορθώσει ένα εκλογικό ποσοστό στην περιοχή του 30%, γεγονός προς το οποίο το Μαξίμου με το διαταγμένο δυναμικό του σε μίντια και εταιρείες δημοσκοπήσεων επιδιώκει να εθίσει το (εκλογικό) κοινό, τότε και πάλι η ήττα της θα είναι μεγάλη (- 10,56% από τις εκλογές του 2023!). Αλλά οι ελπίδες ανάταξης την δεύτερη Κυριακή θα κρατηθούν με κάθε τρόπο ζωντανές και θα επιδιωχθεί μια καλύτερη εκλογική επίδοση την δεύτερη Κυριακή. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, όταν υπάρχει στην κοινωνία σταθερά ένα ποσοστό επανειλημμένης απόρριψης της κυβέρνησης 65- 70%, να επιτύχει ο Κ. Μητσοτάκης και η ‘’ΝΔ’’ το ποθούμενο, δηλαδή, καλύτερη εκλογική επίδοση. Τέτοια μάλιστα που θα του επιτρέπει με την κλιμάκωση απόδοσης του ‘’μπόνους’’ των εδρών να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Η «μεταμνημονιακή» εποχή είναι μια άλλη πολιτική περίοδος, μετάβασης: σε τί και για τί;
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, με μεγάλη βεβαιότητα, μετεκλογικά τα πράγματα οδηγούνται σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Αυτό είναι ένα αναπόδραστο ενδεχόμενο, μια καθαρή νέα συνθήκη (κυβερνήσεις συνεργασίας)! Κι από δω, μετεκλογικά και για τη νέα σημαντική χρονική-πολιτική περίοδο, ξεκινούν όλα!
Αναδύεται και πρέπει να υπογραμμισθεί μια γενικότερη νέα συνθήκη, Αυτή ορίζεται, σκιαγραφείται ως εξής: η αδυναμία της ‘’ΝΔ’’ υπό σταθερό πολιτικό περιβάλλον (μεταμνημονιακό), η ‘’ΝΔ’’ και επίσης το ΠΑΣΟΚ (άλλοτε πόλοι του δικομματικού συστήματος) μέσα σ΄αυτό το περιβάλλον αδυνατούν να δημιουργήσουν αυτοδύναμες κυβερνήσεων, ενώ την ίδια στιγμή στο περιβάλλον αυτό υπάρχουν και δρουν δύο σημαντικές δυνάμεις αξιώσεων, μία στο χώρο της Κεντροδεξιάς (‘’κόμμα Α. Σαμαρά’’) και μία στο χώρο της Κεντροαριστεράς (‘’ΕΛΑΣ’’ -κόμμα Α. Τσίπρα). Η τρίτη δύναμη η ‘’Ελπίδα’’, παρά τις αρχικές τάσεις και τις όποιες φιλοδοξίες -κυρίως για λόγους υποκειμενικούς και παράδοσης- να μην μπορεί να δημιουργήσει υπερβατικό ρήγμα. Αυτή, την γενικότερη νέα συνθήκη, την νέα πολιτική πραγματικότητα ορισμένοι την ονόμασαν-χωρίς να είναι -νέα μεταπολίτευση. Οι αντοχές της συνθήκης αυτής -μέσω και των νέων δυνάμεων του- θα είναι διαφορετικές και χρονικά και πολιτικά. Πάντως, βαθύτερες εν συγκρίσει με τα εφήμερα, ευκαιριακά σχήματα της περιόδου της μνημονιακής κρίσης, Το σημαντικότερο, το οποίο της προσδίδει τα χαρακτηριστικά της κρισιμότητας, είναι ότι: θα η περίοδος αυτή θα πρέπει να εννοηθεί -και θα είναι- ως η μεταβατική περίοδος με τελικό επίδικο την τελική σύνθεση-κρυστάλλωση των δύο μεγάλων πόλων στις δύο περιοχές του πολιτικού χάρτη: της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς. Εξάλλου, και η αποκρυπτογράφηση των προθέσεων και βαθύτερων φιλοδοξιών των δυνάμεων που κινούνται πρωταγωνιστικά σ΄αυτούς τους χώρους (‘’ΝΔ’’- ‘’κόμμα Σαμαρά’’ στην Κεντροδεξιά, και ΠΑΣΟΚ –‘’ΕΛΑΣ’’ του Τσίπρα στην Κεντροαριστερά) σε αυτό στοχεύουν στην ηγεμόνευση και ανασύνθεση ενός εκάστου χώρου.
Ο περιβάλλον αστερισμός των άλλων σχημάτων, έχει σημασία περισσότερο στο μέρος δεξιά-ακροδεξιά απ΄όπου η μητρική Δεξιά θα αναζητά πρόσκαιρες και ευκαιριακά σωστικές λύσεις. Ενώ το άλλο τμήμα: αριστερά & εκτός βουλής αριστερά αποτελείται από περισσότερο δύσκαμπτες ιδεολογικά δυνάμεις, δύσκολες σε συμμαχίες και συνθέσεις, παρά τα αντιθέτως προβαλλόμενα.
«Κυβέρνηση συνεργασίας»: ο Α. Σαμαράς ρυθμιστής;
Επιστρέφοντας στις κυβερνήσεις συνεργασίας.
Αρχικά, πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν είναι πλήρως ορθή η άποψη ότι στην Ελλάδα οι «κυβερνήσεις συνεργασίας -και οι συνεργασίες γενικότερα- δεν αποτελούν στοιχείο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας». Το διαψεύδουν οι συνεργασίες του 1989 -1991 και του 2012- 2015, ενώ στου κοινωνικούς/επαγγελματικούς χώρους και την αυτοδιοίκηση το διαψεύδουν σχεδόν ολοκληρωτικά. Εκεί (κοινωνικοί χώροι και αυτοδιοίκηση), το ζήτημα δεν είναι οι ίδιες οι «συνεργασίες» αλλά η ποιότητά τους και κυρίως οι «κοινές συνεργατικές πρακτικές» διαφθοράς και διαπλοκής!
Είναι φανερό, ότι μετεκλογικά (και μετά την δεύτερη Κυριακή) θα αναζητηθούν «κυβερνήσεις συνεργασίας» και οι πιέσεις επ΄αυτού θα είναι πολλές και ισχυρές. Στις κρίσιμες φάσεις αναμένεται να πάρουν μέρος και οι δυνάμεις της πραγματικής οικονομικής ισχύος, εκπρόσωποι ισχυρών συμφερόντων (ενέργειας, κατασκευαστικού τομέα, βιομηχανίας, τραπεζών, ολιγοπωλίων αγοράς ) που συνήθως βρίσκονται στις αθέατες πίσω γραμμές για να δρουν με ασφάλεια, πιο αποφασιστικά.
Ήδη έχουμε αναφέρει ότι το πρώτο ζήτημα που θα λυθεί είναι η μη συμμετοχή του Κ. Μητσοτάκη στη θέση του πρωθυπουργού.
Ο Α. Σαμαράς θα αποτελέσει τον πρώτο -λόγω πολιτικής συγγένειας, και τον αναγκαίο -λόγω διαμόρφωσης/ασφαλούς συνάθροισης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ρυθμιστή. Αλλά, επιπλέον λόγω του γεγονότος ότι και ο ίδιος θα θελήσει να βάλει τη σφραγίδα του σε μια κυβέρνηση που θα συμμετέχει το ‘’κόμμα’’ του θα είναι ένας καθόλα αναγνωρίσιμος και απαιτητικός εταίρος. Αν μάλιστα επιτύχει ένα εκλογικό ποσοστό της τάξεως του 8-9% το κύρος του στο χώρο της Κεντροδεξιάς θα είναι αδιαμφισβήτητο.
Η αναζήτηση του τρίτου πιθανού εταίρου, πέραν της ‘’ΝΔ’’ και του Α. Σαμαρά (‘’κόμματος Σαμαρά’’) θα αποτελέσει καίριο ζήτημα πολλαπλών επιπτώσεων. Η στροφή προς την ακροδεξιά, την ‘’Ελληνική Λύση’’ του Κ. Βελόπουλο θα αποτελέσει έσχατη επιλογή, κι όχι επιλογή προτίμησης.
Α. Τσίπρας και η ‘’ΕΛΑΣ’’: θα τους βγει ο στόχος;
Με τον Α. Τσίπρα και την ‘’ΕΛΑΣ’’ να έχουν αποφασίσει την στρατηγική κυριάρχησης/ηγεμόνευσης στον χώρο της Κεντροαριστεράς, διαχωριζόμενοι από κάθε κατάσταση κυβερνητικής διαχείρισης, η απόφασή τους θα είναι: Αντιπολίτευση – Πόλος αντιπολίτευσης. Η απόφαση αυτή του Α. Τσίπρα-ΕΛΑΣ, όπως και στο προηγούμενο άρθρο μας αναλύσαμε, σχετίζεται με την ιδρυτική -και αρχηγική- φιλοδοξία και την πρωταρχική προτεραιότητα (έναντι όποιας άλλης) για σταδιακή κάλυψη και κυριάρχηση στο χώρο της Κεντροαριστεράς, ιδιαίτερα απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Αυτή η απόφαση, σύμφωνα με την στρατηγική τους, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί -θα βρίσκεται, μάλιστα, σε αντινομία- με συμμετοχή σε «κυβερνήσεις συνεργασίας» όπου η ‘’ΝΔ’’, ακόμα και χωρίς τον βεβαρημένο Κ. Μητσοτάκη, θα αποτελεί τον βασικό εταίρο. Πιθανή δε συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ σε «κυβέρνηση συνεργασίας» με τη ‘’ΝΔ’’ θα καθιστά -από τα πράγματα- μόνη αντιπολίτευση, μόνο ισχυρό, αναγνωρίσιμο πόλο αντιπολίτευσης τον Α. Τσίπρα και την ‘’ΕΛΑΣ’’, δεδομένου του περιορισμένου εκτοπίσματος των άλλων αντιπολιτευτικών κομμάτων χαμηλών. Εξέλιξη που θα επιθυμούσε, σαν «βούτυρο στο ψωμί του», ο Α. Τσίπρας.
Το ΠΑΣΟΚ και η «κυβέρνηση συνεργασίας»: συμμετοχή ή όχι;
Θα τεθεί, λοιπόν, σύμφωνα και με την παραπάνω ροή της ανάλυσης -και ήδη τίθεται- το ζήτημα της συμμετοχής του ΠΑΣΟΚ σε «κυβέρνηση συνεργασίας» με εταίρους την ‘’ΝΔ’’ (βασικός εταίρος) και το ‘’κόμμα Σαμαρά’’.
Το πραγματικό δίλλημα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αν θα συμμετάσχει σε μια «κυβέρνηση με τη ‘’ΝΔ’’ με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη», αλλά αν θα συμμετάσχει σε μια «κυβέρνηση με τη ‘’ΝΔ’’ με άλλον πρωθυπουργό από τη ‘’ΝΔ’’». Και τούτο διότι, όπως αναλύσαμε, μετά τις εκλογές της Άνοιξης, σε κάθε περίπτωση, ο Κ. Μητσοτάκης δεν θα είναι πρωθυπουργός -δεν θα μπορεί να είναι λόγω συσχετισμών και αρνητικής απέναντί του πλειοψηφικής θέλησης, καθώς και απόρριψής του από τον Α. Σαμαρά (=εταίρο στην «κυβέρνηση συνεργασίας»). Ενώ είναι ζητούμενο αν μπορεί και να είναι και κεντρικός, αποφασιστικός παράγοντας στην ίδια τη ‘’ΝΔ’’…
Aς ακολουθήσουμε έναν λογικό δρόμο συναγωγών. Το συγκεκριμένο δίλλημα για το ΠΑΣΟΚ θα είναι: μπορεί να συμμετάσχει σε «κυβέρνηση συνεργασίας με την ‘’ΝΔ’’, όπου πρωθυπουργός -λόγω πρώτου κόμματος της ‘’ΝΔ’’- θα είναι ο Ν. Δένδιας ή ο Κ. Πιερρακάκης»; Ας σημειωθεί ότι ο Κ. Πιερρακάκης, ως επικεφαλής του Eurogroup θα είχε και την «θετική ψήφο» ευρωπαϊκών συντηρητικών κυβερνήσεων και ευρωπαϊκών κέντρων στις Βρυξέλλες, μαζί με την σχετική παρασκηνιακή τους ενθάρρυνση, θα κρατούσε ζωντανές κάποιες τελευταίες ελπίδες του Κ. Μητσοτάκη που τον επέλεξε και τον υπουργοποίησε, ενώ και η προέλευσή του από το ΠΑΣΟΚ της βενιζελικής περιόδου θα ήταν μια πρόταση με φιλοδοξία και σκοπιμότητα αποδοχής από μερίδα του ΠΑΣΟΚ.
Οι εξελίξεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, σε μια τέτοια περίπτωση, διαπραγματεύσεων και τελικά συμμετοχής σε «κυβέρνηση συνεργασίας με τη ‘’ΝΔ’’» ακόμα και με τα «ήπια» αυτά χαρακτηριστικά, όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται, δεν μπορεί να εκτιμηθούν, από τώρα -και από τη θέση αυτή- με βεβαιότητα. Πάντως, θα είναι πολύ σοβαρές, εξαιρετικά ανησυχητικές…
Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε, στο σημείο αυτό, ότι η άρνηση συμμετοχής του ΠΑΣΟΚ μπορεί να στρέψει την ηγεσία της ‘’ΝΔ’’ στην αναζήτηση έσχατης λύσης μέσω της ‘’Ελληνικής Λύσης’’ είτε συνολικά με το συγκεκριμένο σχήμα, είτε με αυτονομήσεις βουλευτών της.
Τα διλήμματα αυτά σχετικά με την «κυβέρνηση συνεργασίας» θα γίνουν ασφυκτικά στο ΠΑΣΟΚ, αν το ΠΑΣΟΚ καταταχθεί στην τρίτη θέση.
Ενώ, ποιοτικά, ολότελα διαφορετικά θα είναι τα πράγματα αν καταταγεί στη δεύτερη θέση. Η πρώτη θέση για τις μετεκλογικές εξελίξεις, που εξετάζουμε εδώ, έχει τις δικές της προδιαγραφές και αποτελεί άλλο κεφάλαιο.
Κι αν το ΠΑΣΟΚ δεν είναι τρίτο;
Η κατάταξη του ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη θέση το καθιστά -με εντολή του Λαού- αξιωματική αντιπολίτευση. Αξιωματική αντιπολίτευση και κυρίαρχη δύναμη στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Γεγονός, στο οποίο πρέπει και οφείλει να ανταποκριθεί: επιτελώντας χωρίς ταλαντεύσεις και φιλοεξουσιαστικές ροπές και τα δύο υψηλά καθήκοντα (αξιωματική αντιπολίτευση + ανασύνθεση της κεντροαριστεράς με κορμό το ΠΑΣΟΚ). Να παίξει με αξιώσεις και αποτελεσματικότητα τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης με στόχο την νίκη στις επόμενες εκλογές και τη δρομολόγηση εφαρμογής ενός προγράμματος Αναγέννησης, Κοινωνικής και Περιφερειακής Αλλαγής. Και, ταυτόχρονα, ως κορμός και κυρίαρχη δύναμη στο χώρο της Κεντροαριστεράς να ανασυνθέσει συνολικά, ενωτικά και πλειοψηφικά τον προοδευτικό χώρο κλείνοντας δημιουργικά και υπερβατικά μια μακρά ιστορική εκκρεμότητα που χρονίζει από το 2009, αντιμετωπίζοντας συγκεκριμένα και ακυρώνοντας θετικά και τις ανάλογες έωλες, αρχηγίστικες «φιλοδοξίες Τσίπρα».
Αυτή η εξέλιξη, ήδη περιγράφει μια ανατροπή στους κυρίαρχους σχεδιασμούς -και για το λόγο αυτό έχει ιδιαίτερη αξία.
Το πλάνο που οι «συστημικές δυνάμεις» σχεδιάζουν και προωθούν -έχοντας κι ένα σχετικό αδρό περίγραμμα ρόλων- στις βασικές του διαστάσεις είναι το εξής: πρώτη ‘’ΝΔ’’ -κυβέρνηση συνεργασίας με «ήπιο» πρωθυπουργό αποδοχής- δεύτερο κόμμα Α.Τσίπρας/ΕΛΑΣ – τρίτο κόμμα (και ‘’κυβερνητικός εταίρος’’) ΠΑΣΟΚ- εξαιρετικά αδύναμο Α.Σαμαρά/’’κόμμα Σαμαρά’’ – χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για τις άλλες δυνάμεις. Στο πλάνο αυτό, η αλλαγή θέσεων -στην μετεκλογική πραγματικότητα- μεταξύ του ‘’τρίτου’’ και του ‘’δεύτερου’’ μοιάζει με ρουά-μάτ στο σκάκι.
Και το ενδεχόμενο της «κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης»
Τέλος, κρίνουμε αναγκαίο να σημειώσουμε μια ιδιαίτερη εκδοχή των εξελίξεων.
Το παρακάτω τοπίο θα υπερτονιστεί και θα περιγράφεται ως εξής: η ‘’ΝΔ’’ μετά την ήττα της και τη δρομολόγηση διαδικασιών για νέα ηγεσία στη θέση του ηττηθέντος Κ. Μητσοτάκη θα αναζητά τα σημεία ενότητας και νέας ισορροπίας της, ο Α. Σαμαράς θα έχει λόγο και ρόλο ρυθμιστικό, το ΠΑΣΟΚ θα αρνείται ή θα επιφυλάσσεται να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση-διάδοχο εκείνης των σκανδάλων και της ίδιας που οδήγησε την χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, ο Α. Τσίπρας θα αναζητά πεδίο αντιπολίτευσης για την επιβεβαίωση της ιδρυτικής κομματικής του πρωτοβουλίας -και αυτά, εν όψει της ευρωπαϊκής προεδρίας του 2ου εξαμήνου 2027, τις εξ ανατολών τουρκικές απειλές, το Κυπριακό σε νέα κινητικότητα από τον ΟΗΕ, την αναθεώρηση του Συντάγματος ανοιχτή, τις υποθέσεις σκανδάλων σε δικαστική διερεύνηση (ευρωπαϊκή και ελληνική), την Ευρώπη σε κρίση μετάβασης… Σ΄αυτό το υπερτονισμένο τοπίο, μπορεί να διατυπωθεί ως λύση μια μεταβατική «κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης» ορισμένης χρονικής διάρκειας που πολλοί θα την ονομάσουν «ειδικού σκοπού/αποστολής» και άλλοι «εθνικής ενότητας» κλπ. Σε μια τέτοια κυβερνητική λύση –όλα δείχνουν- ότι ο Κ. Καραμανλής, ο Ε. Βενιζέλος, ο Α. Σαμαράς, και με στάθμιση των συσχετισμών ηγετικά στελέχη όλων των κομμάτων (‘’ΝΔ’’, ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ, κ.α.), καθώς και προσωπικότητες κύρους θα κληθούν να συμμετάσχουν.
Θεσσαλονίκη, 6 Αυγούστου 2026

