Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Τζον ΜακΚέιν: Ο τελευταίος συντηρητικός ρομαντικός

Tου Benjamin Wallace-Wells (*)

Την περασμένη Παρασκευή, η οικογένεια του Τζον ΜακΚέιν ανακοίνωσε ότι ο γερουσιαστής αποφάσισε να σταματήσει τη θεραπεία του για τον καρκίνο. «Η προέλαση της ασθένειας και το προχωρημένο της ηλικίας έχουν εκδώσει την ετυμηγορία τους», έγραψε η οικογένεια. Μια ημέρα αργότερα ο ΜακΚέιν πέθανε. Ηταν 81 ετών.

Η διάγνωση για τον ΜακΚέιν ανακοινώθηκε το περασμένο καλοκαίρι και ο ίδιος ο γερουσιαστής πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στο ράντσο του, στην Κόρνβιλ της Αριζόνα. Ακόμη και πριν αρρωστήσει, όμως, είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την Ουάσινγκτον και τα περίχωρα. Πριν από δύο καλοκαίρια, όταν τα περισσότερα στελέχη του κόμματος βρίσκονταν στην Εθνική Συνδιάσκεψη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για να επικυρώσουν την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ, ο ίδιος και η σύζυγός του ανακατεύονταν με τους τουρίστες στο Γκραν Κάνυον. Στα δέκα χρόνια που ακολούθησαν την ήττα του από τον Μπαράκ Ομπάμα, ο ΜακΚέιν ήταν ο ντε φάκτο πρόεδρος της Συνόδου του Μονάχου για την ασφάλεια, ο υπερασπιστής των διαφωνούντων της Λευκορωσίας και το περιοδεύον σύμβολο τιμής για τους στρατιώτες στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Είδε αυτά που συνέβαιναν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, αλλά προέβαλε μόνο ρητορική αντίσταση.

Το περασμένο φθινόπωρο, έκανε μια δραματική εμφάνιση στη Γερουσία και ματαίωσε με την ψήφο του την προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να καταργήσουν το Oabamacare. Βλέποντάς τον να ψηφίζει, αισθανόταν κανείς ένα μίγμα δέους και ενόχλησης που άφησε τα πράγματα να φτάσουν σε αυτό το σημείο.

Πριν από λίγες εβδομάδες, σε μια προσπάθεια να καταλάβω τι επίπτωση θα έχει ο θάνατος του ΜακΚέιν στην πολιτική της χώρας του, πέρασα ένα απόγευμα με τον Μαρκ Σόλτερ, επί σειρά ετών λογογράφο του. Ο ΜακΚέιν απεχθανόταν όλους αυτούς τους ύμνους προς το πρόσωπό του, μου είπε. Σε ένα κόμμα που έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τον ιδεαλισμό, ήταν ο τελευταίος συντηρητικός ρομαντικός. Τα πιο βαθιά αδελφικά αισθήματα τα επιφύλασσε στους πολιτικούς κρατούμενους, στους διαφωνούντες, στους στρατιώτες – ανθρώπους που είχαν περάσει ό,τι χειρότερο μπορεί να κάνει ο άνθρωπος στον συνάνθρωπό του και είχαν επιβιώσει. Ηταν σαν να πιστεύει ότι «είμαστε οι τύποι που στηριζόμαστε ακόμη στην ελπίδα όταν η ελπίδα είναι αδύνατη», είπε ο Σόλτερ.

Το σώμα του ΜακΚέιν είναι παρόν στην αμερικανική ψυχή εδώ και μισό αιώνα, από τότε που συνελήφθη στο Ανόι μετά την πτώση του αεροπλάνου του το 1967. Είχε σπασμένα πλευρά και για την υπόλοιπη ζωή του δεν μπορούσε να σηκώσει τα χέρια για να χτενίσει τα μαλλιά του. Τον τελευταίο χρόνο, η κατάπτωσή του ήταν εμφανής: είχε αδυνατίσει πολύ, η φωνή του είχε ατονήσει, η ακοή του επίσης. Υπέφερε, αλλά το ότι υπέφερε, και το άντεχε, συνόδευε πάντα την εικόνα του.

Ο ΜακΚέιν που θα τιμηθεί τις επόμενες ημέρες στην Ουάσινγκτον ήταν ένα δημιούργημα όχι μόνο τιμής, αλλά και εγκαρδιότητας. Ηταν πιστός φίλος τόσο Δημοκρατικών όσο και Ρεπουμπλικανών. Σε ταξίδια αντιπροσωπειών στο εξωτερικό, φρόντιζε να τρώνε όλοι οι βουλευτές μαζί. Βοηθούσε ασφαλώς ότι εμφανιζόταν πρόθυμα ευάλωτος, ένα γνώρισμα που μπορούσε να τον οδηγήσει στον αυτοτραυματισμό. «Τον ρωτούσες για το Βιετνάμ και σου έλεγε για την ημέρα που έκλεψε ένα πετσετάκι από τον κρατούμενο του διπλανού κελιού», έγραψε ο Μάικλ Λιούις το 1997. «Τον ρωτούσες για τον πρώτο του γάμο και πήγαινε κατευθείαν στη μοιχεία».

Ο Σόλτερ πέρασε μεγάλο μέρος της περυσινής χρονιάς ετοιμάζοντας ένα βιβλίο μαζί με τον ΜακΚέιν. Ηθελαν να παρουσιάσουν μια άλλη πλευρά του γερουσιαστή: το πόσο μεγάλη ικανοποίηση είχε αντλήσει από τη δημόσια ζωή. «Αυτό που ήθελε να πει ήταν πόσο το είχε απολαύσει», μου είπε ο λογογράφος του.

Ο Τζον ΜακΚέιν έμεινε στο Κονγκρέσο όλο αυτό το διάστημα, παρά τα σκάνδαλα και τους κακούς υπολογισμούς που θα είχαν εύκολα οδηγήσει άλλες πολιτικές καριέρες στο τέλος τους. «Ο ΜακΚέιν έλεγε πάντα ότι `άφησα το Βιετνάμ πίσω μου το δευτερόλεπτο που προσγειώθηκα στο Κλαρκ` – την αεροπορική βάση στις Φιλιππίνες όπου έφτασε μετά την απελευθέρωσή του, το 1973 – και νομίζω ότι το πίστευε», είπε ο Σόλτερ. Η ζωή του ΜακΚέιν έδειξε ότι το μαρτύριο δεν σβήνει την ελπίδα. Μερικές φορές τη μεγαλώνει.

(*) Ο Μπέντζαμιν Γουάλας-Γουελς είναι αρθρογράφος του New Yorker

(Πηγή: New Yorker- ΑΠΕ ΜΠΕ)