Το “θα” που κρύβεται στην Ιθάκη

Του Σωκράτη Αργύρη 

Αν θελήσουμε να προσεγγίσουμε σημειωτικά  την επιλογή του τίτλου της Ιθάκης, μπορούμε εύλογα να υποψιαστούμε ότι δεν πρόκειται για μια απλή πράξη ονοματοδοσίας, αλλά για μια λεπτή γλωσσο-πολιτική στρατηγική, σχεδόν ένα σημειωτικό τέχνασμα. 

Είναι σαν ο συγγραφέας να αναζητούσε έναν τίτλο που να περιέχει το «θα» χωρίς να φαίνεται ότι περιέχει το «θα», έναν τίτλο που να μιλά για το μέλλον χωρίς να μιλά ως μέλλον.

Όπως θα έλεγε ο Έκο, «ο συγγραφέας είναι πάντοτε πιο πονηρός από τον αναγνώστη του· ο τίτλος είναι η πρώτη του παγίδα». Και πράγματι, ήδη από τον τίτλο, η παγίδα έχει στηθεί με μαεστρία.

Το «θα» στη σύγχρονη ελληνική πολιτική σκηνή δεν είναι απλώς ένα μόριο. Είναι σχεδόν μεταφυσική υπόσταση, ένα είδος πολιτικού φαντάσματος που πλανάται πάνω από δεκαετίες υποσχέσεων, προθέσεων, προσδοκιών, απογοητεύσεων και αναβολών. 

Το «θα» είναι και ιστορία και μνήμη· είναι ένας ηχητικός δείκτης που ενεργοποιεί συλλογικές μνήμες, ίσως περισσότερο απ’ όσο θα ήθελαν πολλοί πολιτικοί. 

Η παρουσία του στον τίτλο ενός βιβλίου είναι, συνεπώς, επικίνδυνη: δείχνει, υπαινίσσεται, ανακαλεί. Ένας ευθύς τίτλος όπως «Τα θα της ζωής μου» ή «Πώς είπα τα θα» θα λειτουργούσε ως αυτοϋπονόμευση. Ο αναγνώστης θα έβλεπε το «θα» και αμέσως θα το συνέδεε με το παρελθόν του ομιλητή, με την ιστορική φόρτιση του όρου. Άρα, ο δημιουργός του τίτλου χρειάζεται μια διαφορετική στρατηγική: να τοποθετήσει το «θα» έτσι ώστε να υπάρχει, να δρα, να σημαίνει, αλλά να μην φαίνεται τόσο εμφανώς. Κάτι ανάμεσα σε φανερό και αόρατο, μια μορφή σημειωτικού καμουφλάζ.

Κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό γλωσσικό παιχνίδι. Πώς μπορεί κανείς να ενσωματώσει το «θα» χωρίς να το εμφανίσει ως «θα»; Μία λύση είναι να το κρύψει μέσα σε λέξεις που περιέχουν τη συλλαβή χωρίς να τη χρησιμοποιούν ως μόριο: θαύμα, θάλασσα, θαλπωρή, θάμνος, Θάλεια… Όλες λέξεις που φέρουν το «θα» ενσωματωμένο, αφομοιωμένο.

Αλλά καμία από αυτές δεν διαθέτει το συμβολικό βάρος που απαιτεί ένας τίτλος που θέλει να συνδέσει το μέλλον με την περιπέτεια, την προσδοκία με την αφήγηση, την υπόσχεση με το ταξίδι. Και τότε εμφανίζεται η πιο απλή, η πιο παλιά, η πιο μυθολογικά φορτισμένη λύση:

η Ι-ΘΑ-κη.

Η Ιθάκη περιέχει το «θα» με τρόπο τόσο οργανικά ενσωματωμένο, ώστε μοιάζει να είναι εκεί από πάντα — από την ομηρική εποχή. Το «θα» βρίσκεται μέσα στη λέξη χωρίς να ανήκει στο πολιτικό του παρελθόν, χωρίς να φέρει το βάρος της υπόσχεσης, χωρίς να δηλώνει τίποτε πέρα από την καθαρή υλικότητα της συλλαβής. Κι όμως, η σημειωτική λειτουργία του δεν ακυρώνεται: μετατίθεται. 

Το «θα» της λέξης δεν είναι το «θα» του μέλλοντος, αλλά μπορεί εύκολα να γίνει το «θα» της προσδοκίας. Αυτή η μετάθεση είναι το πρώτο κλειδί του παιχνιδιού. 

Η Ιθάκη, ήδη φορτισμένη με τον συμβολισμό της επιστροφής, της δικαίωσης, του τέλους του ταξιδιού, γίνεται το ιδανικό καταφύγιο για ένα μόριο που, σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, θα ήταν επικίνδυνο. 

Η λέξη λειτουργεί σαν γλωσσική κρύπτη: το «θα» υπάρχει εκεί, είναι αδύνατο να αφαιρεθεί, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον συγγραφέα ότι το έβαλε επίτηδες· βρίσκεται εκεί προαιώνια.

Και εδώ έρχεται η πιο ευφυής ανατροπή: ο συγγραφέας όχι μόνο τακτοποιεί το «θα» μέσα στην Ιθάκη ως συλλαβική κρυψώνα, αλλά το μετατρέπει στο θέμα του τίτλου. Δεν αρκείται στο ότι το «θα» είναι παρόν· το ονομάζει: ως Ιθάκη. 

Δηλαδή, το μόριο που είναι κρυμμένο μέσα στη λέξη γίνεται αντικείμενο ανάλυσης, ανάδειξης, σχεδόν πρωταγωνιστής. Πρόκειται για ένα είδος μεταγλωσσικής αναδίπλωσης, ένα αυτοαναφορικό σχόλιο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως υπαινιγμός και ως σχόλιο πάνω στον ίδιο τον υπαινιγμό. 

Είναι σαν να λέει: «Θα μιλήσω για το θα· αλλά το θα που θα σχολιάσω είναι ήδη κρυμμένο στον τίτλο, έτσι ώστε να μη φανεί ότι το έβαλα επίτηδες». Αυτό που σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί βάρος, εδώ γίνεται πλεονέκτημα: το «θα» μετατρέπεται από κατηγορία σε θέμα, από μομφή σε εργαλείο αφήγησης.

Και το παιχνίδι συνεχίζεται. Ο συγγραφέας μπορεί τώρα να μιλήσει για την εποχή των υποσχέσεων, να αναστοχαστεί το πολιτικό φορτίο του «θα», να εξετάσει πώς το μέλλον γίνεται ρητορικό πεδίο — χωρίς να φαίνεται ότι αμύνεται απέναντι σε αυτό. 

Το «θα» αυτοσαρκάζεται, εξουδετερώνει τον εαυτό του μέσω της οικειότητας με τη μυθολογική λέξη που το περιέχει. Πρόκειται για μια μορφή σημειωτικής ειρωνείας, ανάλογη με αυτή που αγαπούσε ο Eco: ο αναγνώστης βλέπει ένα φαινομενικά απλό κείμενο, αλλά μέσα του κρύβεται ένα δεύτερο, και πίσω από αυτό ένα τρίτο. 

Το ευρύ κοινό βλέπει μια αναφορά στην Ιθάκη· ο πιο προσεκτικός αναγνώστης βλέπει ότι η λέξη έχει ήδη μέσα της το «θα»· ο σημειολόγος υποψιάζεται ότι ο συγγραφέας την επέλεξε ακριβώς για αυτό· και ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι όλα αυτά είναι ταυτόχρονα αλήθεια και παιχνίδι.

Έτσι, ο τίτλος λειτουργεί ως παλίμψηστο: ένας χώρος όπου συνυπάρχουν η μυθολογία του νόστου, η πολιτική μνήμη του «θα», η γλωσσική τυχαιότητα της συλλαβής και η σημειωτική πρόθεση του συγγραφέα. Το «θα» που κάποτε λειτουργούσε ως δείκτης μελλοντικών υποσχέσεων, εδώ λειτουργεί ως δείκτης μιας άλλης επιστροφής: της επιστροφής του στοχασμού πάνω στον ίδιο τον λόγο.

Η Ιθάκη δεν είναι πια ο τελικός στόχος, αλλά το πλαίσιο που επιτρέπει μια νέα ανάγνωση του μέλλοντος. Το «θα» γίνεται ο τρόπος με τον οποίο η Ιθάκη αποκτά πολιτική διάσταση, ενώ ταυτόχρονα η Ιθάκη προσφέρει στο «θα» έναν χώρο απολύτως ασφαλή, όπου μπορεί να υπάρξει χωρίς να κατηγορηθεί.

Και αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε ότι ο Τσίπρας χρειαζόταν έναν τίτλο που να σχολιάζει το «θα», να περιέχει το «θα», να μην φαίνεται ότι σχολιάζει το «θα», να μην φαίνεται ότι περιέχει το «θα», και επιπλέον να είναι πολιτισμικά φορτισμένος. 

Η Ιθάκη συγκεντρώνει όλες αυτές τις προϋποθέσεις. Γι’ αυτό και ο τίτλος λειτουργεί ως λεξιλογική παγίδα, πολιτικός καθρέφτης, μυθολογική μεταφορά και γλωσσική φάρσα ταυτόχρονα. 

Και στο τέλος, το πιο φορτισμένο μόριο της ελληνικής πολιτικής γλώσσας βρίσκει καταφύγιο στη λέξη ενός νησιού που κουβαλά πάντοτε την υπόσχεση μιας άφιξης. 

Μιας άφιξης όμως που, όπως θα έλεγε ένας αφηγητής, «αναβάλλεται διαρκώς για να παραμείνει επιθυμητή».

Aπό το newshub.gr