
Του Σωκράτη Αργύρη
Η πτώση του Σάχη το 1979 δεν οδήγησε αυτομάτως σε ένα πλήρως διαμορφωμένο θεοκρατικό καθεστώς. Η μετάβαση από μια αυταρχική, φιλοδυτική μοναρχία σε μια Ισλαμική Δημοκρατία υπήρξε διαδικασία σταδιακή, γεμάτη εσωτερικές συγκρούσεις, ιδεολογικούς ανταγωνισμούς και θεσμικούς μετασχηματισμούς. Για να κατανοήσει κανείς πώς το νέο κράτος κατέληξε να αποκτήσει σαφή θεοκρατικό χαρακτήρα, οφείλει να εξετάσει όχι μόνο τις ιδέες που επικράτησαν, αλλά και τις πολιτικές συγκυρίες που τις ευνόησαν.
Στις πρώτες ημέρες μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, η επαναστατική συμμαχία δεν ήταν μονολιθική. Στους δρόμους είχαν συνυπάρξει ισλαμιστές, αριστεροί, εθνικιστές, φιλελεύθεροι και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που διεκδικούσαν πολιτική ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Το κοινό τους σημείο ήταν η απόρριψη της μοναρχίας και της καταστολής. Το ερώτημα που τέθηκε αμέσως μετά ήταν ποια μορφή θα έπαιρνε το νέο κράτος. Η έννοια της «Ισλαμικής Δημοκρατίας» μπορούσε να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους: ως δημοκρατία με ισλαμικές αναφορές ή ως σύστημα στο οποίο η ισλαμική νομοθεσία θα είχε υπεροχή έναντι της λαϊκής βούλησης.
Το δημοψήφισμα του Μαρτίου του 1979 επικύρωσε την εγκαθίδρυση Ισλαμικής Δημοκρατίας, αλλά δεν διευκρίνιζε πλήρως το θεσμικό της βάθος. Η καθοριστική καμπή ήρθε με ένα δεύτερο δημοψήφισμα στις 2-3 Δεκεμβρίου 1979 το οποίο ενέκρινε το νέο Σύνταγμα καθιερώνοντας την απόλυτη εξουσία του Ανώτατου Ηγέτη Velayat-e Faqih (Κηδεμονία του Νομομαθούς) που είναι μια σιιτική ισλαμική θεωρία διακυβέρνησηςπου αναπτύχθηκε από τον Αγιατολάχ Χομεϊνί τη δεκαετία του 1970 υποστηρίζοντας ότι ένας κορυφαίος ισλαμικός νομομαθής (faqih) πρέπει να διοικεί το κράτος εν απουσία του Δωδέκατου Ιμάμη. Αποτελεί το θεμέλιο της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν μετά το 1979 παρέχοντας στον Ανώτατο Ηγέτη (Vali-e Faqih) απόλυτη πολιτική και θρησκευτική εξουσία.
Η ιδέα της ummah, της παγκόσμιας κοινότητας των Μουσουλμάνων, ενίσχυσε την ρητορική της επανάστασης και παρείχε θρησκευτικό έρεισμα για την καθιέρωση της θεοκρατικής ηγεσίας, συνδέοντας την εσωτερική πολιτική με ένα ευρύτερο ισλαμικό πλαίσιο.
Με την ενσωμάτωση της αρχής στο Σύνταγμα του 1979, η θεολογική αυτή σύλληψη απέκτησε συνταγματική ισχύ και διαμόρφωσε ένα υβριδικό καθεστώς, όπου η λαϊκή κυριαρχία τελεί υπό την επιτήρηση ενός υπέρτατου θρησκευτικού θεσμού.
Το δημοψήφισμα αυτό θεωρείται η στιγμή που η ηγεσία της επανάστασης πέρασε οριστικά στους ισλαμιστές παραμερίζοντας τις αριστερές και φιλελεύθερες δυνάμεις που είχαν συμμετάσχει στην ανατροπή του Σάχη.
Μετά τον θάνατό του το 1989, η αναθεώρηση του Συντάγματος ενίσχυσε περαιτέρω τις αρμοδιότητες του Ανώτατου Ηγέτη και χαλάρωσε το κριτήριο της ανώτατης θεολογικής αυθεντίας, διευκολύνοντας την ανάδειξη του Αλί Χαμενεΐ.
Η επιλογή του σηματοδότησε τη μετάβαση από ένα χαρισματικό μοντέλο εξουσίας σε μια πιο θεσμοποιημένη μορφή ηγεσίας, όπου το κύρος δεν εδράζεται αποκλειστικά στη θρησκευτική εμβέλεια αλλά στη θεσμική αρχιτεκτονική που περιβάλλει το αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, το Συμβούλιο των Φρουρών λειτουργεί ως κρίσιμο φίλτρο πολιτικής συμμετοχής, ελέγχοντας τόσο τη συνταγματικότητα της νομοθεσίας όσο και την καταλληλότητα των υποψηφίων για εκλεγμένα αξιώματα, ενώ το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης εξελίχθηκε από επαναστατική πολιτοφυλακή σε πολυσχιδή στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό παράγοντα. Η σύμπραξη αυτών των θεσμών συγκροτεί ένα πλέγμα παράλληλης ισχύος που δεν καταργεί τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά τις πλαισιώνει και τις περιορίζει, διασφαλίζοντας ότι ο στρατηγικός προσανατολισμός του κράτους παραμένει εναρμονισμένος με τον θεοκρατικό πυρήνα του συστήματος.
Παράλληλα, ιδρύθηκαν επαναστατικά δικαστήρια και παρακρατικοί μηχανισμοί ασφάλειας, που λειτούργησαν ως εργαλεία εδραίωσης της νέας εξουσίας. Οι πολιτικοί ανταγωνιστές που είχαν συμβάλει στην πτώση του Σάχη σταδιακά περιθωριοποιήθηκαν ή εκδιώχθηκαν από το πολιτικό πεδίο.
Ο πόλεμος με το Ιράκ (1980–1988) επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία. Η εξωτερική απειλή ενίσχυσε τη ρητορική της επαναστατικής άμυνας και νομιμοποίησε τη συγκέντρωση εξουσιών. Σε συνθήκες πολέμου, η ανάγκη ενότητας και πειθαρχίας προβαλλόταν ως υπέρτατη προτεραιότητα. Η θεοκρατική ηγεσία εμφανίστηκε ως θεματοφύλακας της επιβίωσης του έθνους, ενώ η θρησκευτική γλώσσα περί θυσίας και μαρτυρίου ενσωματώθηκε βαθιά στην κρατική ιδεολογία. Η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας συνοδεύτηκε από θεσμική ενίσχυση των δομών που συνδέονταν με το επαναστατικό καθεστώς.
Μετά τον θάνατο του Χομεϊνί το 1989, η συνταγματική αναθεώρηση ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του Ανώτατου Ηγέτη. Αν και ορισμένες εκτελεστικές αρμοδιότητες ανακατανεμήθηκαν, ο πυρήνας της θεοκρατικής εποπτείας παρέμεινε άθικτος. Η διαδοχή στην κορυφή του συστήματος επιβεβαίωσε ότι το μοντέλο δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από το κύρος ενός χαρισματικού ηγέτη, αλλά είχε μετατραπεί σε θεσμική κανονικότητα.
Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, το ιρανικό πολιτικό σύστημα ανέπτυξε έναν ιδιότυπο διττό χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά, διατηρήθηκαν εκλογικές διαδικασίες και εναλλαγές κυβερνήσεων με διαφορετικές πολιτικές αποχρώσεις. Από την άλλη, ο έλεγχος των στρατηγικών κατευθύνσεων παρέμεινε στα χέρια θεσμών που δεν υπόκεινται σε άμεση λαϊκή λογοδοσία. Αυτή η συνύπαρξη εκλεγμένων οργάνων και θεοκρατικής επιτήρησης επέτρεψε στο καθεστώς να προβάλλεται ως δημοκρατικό, διατηρώντας ταυτόχρονα μηχανισμούς φιλτραρίσματος της πολιτικής βούλησης.
Η κοινωνία, ωστόσο, μεταβαλλόταν. Η εκπαίδευση επεκτάθηκε, η αστικοποίηση εντάθηκε και νέες γενιές με διαφορετικές εμπειρίες ενηλικιώθηκαν.
Η θέση των γυναικών μετά την Επανάσταση του 1979 αποτέλεσε ένα από τα πιο σύνθετα και αντιφατικά πεδία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Από τη μία πλευρά, επιβλήθηκαν περιορισμοί όπως η υποχρεωτική μαντίλα, η αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου και η ενίσχυση πατριαρχικών ερμηνειών της σαρία· από την άλλη, η πρόσβαση των γυναικών στην εκπαίδευση και στα πανεπιστήμια διευρύνθηκε εντυπωσιακά, δημιουργώντας μια μορφωμένη γενιά με αυξημένες κοινωνικές προσδοκίες.
Η ένταση ανάμεσα στη θεσμική επιτήρηση και την κοινωνική κινητικότητα έγινε ιδιαίτερα ορατή κατά την προεδρία του Μοχάμεντ Χαταμί, όταν αναδύθηκε ένα μεταρρυθμιστικό ρεύμα που προωθούσε μεγαλύτερη ελευθερία λόγου, ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών και μερική χαλάρωση των πολιτισμικών περιορισμών. Ωστόσο, οι θεσμοί όπως το Συμβούλιο των Φρουρών και το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης μπλόκαραν νομοθετικές πρωτοβουλίες και υποψηφιότητες που θεωρούσαν αντίθετες με τον θεοκρατικό πυρήνα, περιορίζοντας σημαντικά το πεδίο δράσης των μεταρρυθμιστών.
Η περίοδος εκείνη καλλιέργησε μια πολιτική κουλτούρα διεκδίκησης όμως που δεν εξαφανίστηκε.
Την τελευταία δεκαετία, οι κοινωνικές εντάσεις επανεμφανίστηκαν με μαζικές διαμαρτυρίες — από το «Πράσινο Κίνημα» το 2009 που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τις αμφισβητούμενες εκλογές (μεταρρυθμιστικό κίνημα) ζητώντας διαφάνεια και μεταρρυθμίσεις εντός του συστήματος, έως τις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν τον θάνατο της Μαχσά Αμινί το 2022 — αναδεικνύοντας το ζήτημα της γυναικείας αυτονομίας ως ευρύτερο αίτημα πολιτικής αξιοπρέπειας και λογοδοσίας. Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι η κοινωνική μεταβολή στο Ιράν δεν εξελίσσεται γραμμικά, αλλά μέσα από διαρκείς κύκλους περιορισμού και διεκδίκησης, όπου οι γυναίκες βρίσκονται συχνά στην πρωτοπορία της πολιτικής αλλαγής.
Οι περίοδοι σχετικής μεταρρύθμισης κατέδειξαν ότι υπάρχει εσωτερική ζήτηση για μεγαλύτερο άνοιγμα. Παρ’ όλα αυτά, κάθε απόπειρα ουσιαστικής αναθεώρησης του θεοκρατικού πυρήνα συνάντησε τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα. Το αποτέλεσμα ήταν μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στην κοινωνική δυναμική και τη θεσμική ακαμψία.
Η σταδιακή μετατροπή του επαναστατικού καθεστώτος σε εδραιωμένη θεοκρατία δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας απόφασης, αλλά αλληλουχίας βημάτων: συνταγματική κατοχύρωση, θεσμική οργάνωση, εξουδετέρωση αντιπάλων, διαχείριση εξωτερικών κρίσεων και αναπαραγωγή της ιδεολογίας μέσω της εκπαίδευσης και των κρατικών μηχανισμών. Κάθε στάδιο εδραίωνε το προηγούμενο, καθιστώντας ολοένα δυσκολότερη την ανατροπή του μοντέλου.
Και τώρα, σχεδόν μισό αιώνα μετά την ανατροπή του Σάχη, η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιο άμεση εξωτερική πρόκληση της ύστερης ιστορίας της. Η στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ εναντίον του ιρανικού εδάφους δεν στρέφεται απλώς κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων· πλήττει τον ίδιο τον ιδεολογικό πυρήνα ενός καθεστώτος που οικοδομήθηκε στην υπόσχεση της αντίστασης απέναντι στην εξωτερική επιβολή. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι εμφανής: ένα σύστημα που νομιμοποιήθηκε ως απάντηση στην ξένη επιρροή καλείται τώρα να αποδείξει την ανθεκτικότητά του απέναντι σε μια νέα, ωμή μορφή εξωτερικής πίεσης.
Η επέμβαση αυτή ενδέχεται να λειτουργήσει διττά. Από τη μία, μπορεί να ενισχύσει τα πιο σκληρά χαρακτηριστικά της θεοκρατικής εξουσίας, προσφέροντας στο καθεστώς το επιχείρημα της εθνικής συσπείρωσης και της «υπαρξιακής απειλής». Σε συνθήκες βομβαρδισμών, η ρητορική περί άμυνας της πατρίδας και της πίστης αποκτά άμεση, σχεδόν απτή ισχύ. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι εξωτερικές επιθέσεις συχνά συσπειρώνουν ακόμη και επικριτικά στρώματα γύρω από το κράτος, τουλάχιστον προσωρινά. Από την άλλη πλευρά, η κλιμάκωση της σύγκρουσης μπορεί να επιταχύνει τις εσωτερικές ρωγμές, ιδίως αν το κόστος σε ανθρώπινες ζωές και οικονομική καταστροφή καταστεί δυσβάσταχτο. Τότε, το ερώτημα της πολιτικής λογοδοσίας θα επανέλθει με μεγαλύτερη ένταση.
Το θεοκρατικό μοντέλο του Ιράν γεννήθηκε μέσα από επανάσταση και εδραιώθηκε μέσα από πόλεμο. Η σημερινή στρατιωτική αντιπαράθεση επαναφέρει το καθεστώς στο αρχικό του αφήγημα: την αντίσταση απέναντι στην ξένη κυριαρχία. Ωστόσο, η κοινωνία του 2026 δεν είναι η κοινωνία του 1979. Είναι πιο μορφωμένη, πιο διασυνδεδεμένη, πιο απαιτητική. Αν το καθεστώς επιλέξει να απαντήσει στην εξωτερική πίεση με περαιτέρω εσωτερική σκλήρυνση, ενδέχεται να διασφαλίσει τη βραχυπρόθεσμη επιβίωσή του, αλλά να υπονομεύσει τη μακροπρόθεσμη κοινωνική του βάση. Αν, αντίθετα, επιχειρήσει έναν ελεγχόμενο μετασχηματισμό, θα ρισκάρει την ίδια τη δομή που το στηρίζει.
Η επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι καταλύτης ιστορικής επιτάχυνσης. Θέτει το ερώτημα αν η θεοκρατική αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε μετά την πτώση του Σάχη μπορεί να αντέξει μια νέα φάση πολεμικής πίεσης χωρίς να μετασχηματιστεί ριζικά. Στο τέλος, η τύχη του ιρανικού μοντέλου δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών ή στα διπλωματικά παρασκήνια, αλλά στην ικανότητά του να πείσει την ίδια του την κοινωνία ότι αποτελεί ακόμη φορέα κυριαρχίας, αξιοπρέπειας και προοπτικής. Η ιστορία του Ιράν απέδειξε ότι οι εξωτερικές επεμβάσεις συχνά αναδιατάσσουν, αλλά σπάνια επιβάλλουν, το εσωτερικό πολιτικό μέλλον μιας χώρας. Το αν αυτή τη φορά θα συμβεί κάτι διαφορετικό παραμένει το ανοιχτό, δραματικό ερώτημα της εποχής.

