
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Στη φιλοσοφία, το παράδοξο δεν είναι απλώς μια διασκεδαστική άσκηση νου ή ένα λεκτικό παιχνίδι∙ είναι μια ρωγμή στον τρόπο που οργανώνουμε τον κόσμο. Από τον Ζήνωνα τον Ελεάτη, που μας υπενθύμιζε ότι ο Αχιλλέας δεν θα έφθανε ποτέ τη χελώνα, μέχρι τον Βολταίρο, που με ένα μόνο χαμόγελο μπορούσε να ανατρέψει μια αυτοκρατορία πεποιθήσεων, τα παράδοξα λειτουργούν σαν καθρέφτες: φανερώνουν τα όρια της λογικής μας και την ευκολία με την οποία παραδινόμαστε σε ψευδαισθήσεις συνέπειας.
Στην πολιτική, όμως, τα παράδοξα αποκτούν άλλη διάσταση. Δεν είναι πλέον θεωρητικά προβλήματα, αλλά πρακτικές αμηχανίες. Το παράδοξο δεν διατυπώνεται∙ βιώνεται. Το ζούμε όταν ένας πολιτικός εμφανίζεται να περπατά σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα, ή όταν μια ομάδα ανθρώπων αυτοπροσδιορίζεται με όρους που αναιρούνται από τις ίδιες τους τις πράξεις. Είναι μια κατάσταση όπου το βέλος της πολιτικής κίνησης μοιάζει να αιωρείται σε ένα διάστημα που δεν είναι ούτε μπροστά ούτε πίσω — ένα μετέωρο βήμα του Αχιλλέα πριν από μια χελώνα που πια δεν υπάρχει.
Κάπως έτσι φτάνουμε στο παράδοξο Τσίπρα, ένα πολιτικό φαινόμενο που θα μπορούσε να διδάσκεται σε μεταπτυχιακά προγράμματα πολιτικής φιλοσοφίας, αν όχι και σε εργαστήρια αρχαίας μηχανικής. Γιατί ορισμένοι παλιοί σύντροφοί του —όσοι επιμένουν να αυτοαποκαλούνται «γνήσια Αριστερά»— τον ακολουθούν με θρησκευτική προσήλωση, ακόμη κι όταν ο ίδιος αποφεύγει επιμελώς να δηλώσει προς τα πού δείχνει η πυξίδα του. Και το κάνουν με την ίδια αφοσίωση που θα επέδειξε ίσως κάποτε ο ανώνυμος τεχνίτης των Αντικυθήρων στον μηχανισμό του: χωρίς να ξέρει αν ο μηχανισμός δείχνει ουράνια σώματα ή τις φάσεις μιας πολιτικής έκλειψης.
Στη σύγχρονη Ελλάδα, η λέξη «κατεύθυνση» έχει γίνει σχεδόν μεταφυσική. Τα κόμματα τη χρησιμοποιούν συχνά, αλλά σπάνια με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, όμως, η ασάφεια αυτή έχει μετατραπεί σε εργαλείο υψηλής πολιτικής μηχανικής. Ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται ως μια πολιτική πυξίδα χωρίς μαγνητικό βορρά, ή μάλλον, σαν μια πυξίδα που γυρίζει διαρκώς, ώστε κανείς να μην μπορεί να την κατηγορήσει ότι δείχνει λάθος κατεύθυνση.
Είναι μια στρατηγική που θυμίζει το παράδοξο του Ζήνωνα: για να μην κάνει λάθος, δεν κάνει βήμα. Και όσο δεν κινείται, κανείς δεν μπορεί να τον φτάσει. Η στασιμότητα ως κίνηση∙ η ακινησία ως πολιτικό τακτ.
Κι όμως, ενώ ο ίδιος πλέει σε μια θάλασσα όπου τα σημεία του ορίζοντα είναι περισσότερο ποιητικές φαντασιώσεις παρά γεωγραφικές συντεταγμένες, οι παλιοί του σύντροφοι δηλώνουν ότι ακολουθούν τον «δρόμο της Αριστεράς». Ποιον ακριβώς; Σαν να αρμενίζουν με ναυτικό χάρτη του 19ου αιώνα πάνω σε GPS του 21ου. Από κάπου πρέπει να πάει το καράβι∙ η κατεύθυνση είναι ένα μεταβλητό μέγεθος.
Η μετα-ΣΥΡΙΖΑ εποχή μοιάζει με μια παράξενη φιλοσοφική άσκηση όπου η έννοια της συλλογικότητας υφίσταται χωρίς το αντικείμενό της. Σαν μια Αριστερά χωρίς αριστερό πρόσημο, ένα σύλλογο φίλων χωρίς φίλο ή, για να παραμείνουμε στη φιλοσοφική αυστηρότητα, μια ουσία χωρίς υποκείμενο.
Οι πρώην σύντροφοι του Τσίπρα δηλώνουν, σχεδόν με ευλάβεια, ότι τον ακολουθούν «όχι ως πρόσωπο, αλλά ως ιδέα». Η εικόνα παραπέμπει σε ένα πολιτικό Ευαγγέλιο όπου ο ηγέτης δεν χρειάζεται να μιλήσει για να ακουστεί. Αρκεί η προσδοκία της φωνής του, η υπόσχεση μιας μελλοντικής δήλωσης, ενός προσανατολισμού που θα έρθει «όταν ωριμάσουν οι συνθήκες», όπως λένε όσοι δεν θέλουν να δεσμευτούν σε τίποτα.
Και το αστείο —ή το τραγικό, ανάλογα με το πώς το βλέπει κανείς— είναι πως αυτοί που δηλώνουν πιο θορυβωδώς ότι ανήκουν στην Αριστερά, μοιάζουν να βασίζονται σε έναν ηγέτη που αποφεύγει τεχνηέντως να καθορίσει αν βρίσκεται ακόμη σε εκείνο τον ιδεολογικό χώρο. Είναι σαν να δηλώνεις ότι είσαι μαθητής ενός δασκάλου που έχει αποσυρθεί στη σιωπή∙ κι εσύ συνεχίζεις να επαναλαμβάνεις τα μαθήματα, ελπίζοντας ότι κάποτε θα εμφανιστεί να σου πει αν τα λες σωστά.
Έτσι δημιουργείται μια παράξενη τροχιά: οι ακόλουθοι τον ακολουθούν, ενώ ο ίδιος δεν κινείται. Σαν τους δορυφόρους του Δία, οι οποίοι περιφέρονται σε καθορισμένες τροχιές, αδιαφορώντας για το αν ο πλανήτης έχει αλλάξει σύνθεση ή χρώμα.
Αν ο αρχαίος μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίζει τις κινήσεις των άστρων και τις εκλείψεις, ο σύγχρονος πολιτικός μηχανισμός που έχει δημιουργηθεί γύρω από τον Τσίπρα μοιάζει να λειτουργεί ανάποδα: αντί να προβλέπει την πορεία, την αποκρύπτει. Όσο περισσότερο οι μηχανές περιστρέφονται, τόσο λιγότερο βλέπεις τα γρανάζια.
Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα θαύμα ακρίβειας∙ ο μηχανισμός της πολιτικής ομάδας Τσίπρα είναι ένα θαύμα αοριστίας. Στον πρώτο, κάθε γρανάζι είχε συγκεκριμένη λειτουργία∙ στον δεύτερο, τα γρανάζια γυρίζουν κυρίως για να μην καταλάβεις τι κάνουν.
Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια ανασκαφή στο μέλλον, όπου κάποιοι ιστορικοί θα βρουν τα πρακτικά συνεδριάσεων και τις δημόσιες δηλώσεις αυτής της περιόδου και θα προσπαθήσουν να συναρμολογήσουν την πολιτική μηχανική της. Όμως, αντί για μεταλλικά μέρη, θα έχουν στα χέρια τους μια συλλογή από υπαινιγμούς, μισές φράσεις και υποσχέσεις για «κάτι που θα φανεί όταν έρθει η στιγμή».
Κι όταν οι ιστορικοί θα αναρωτηθούν «ποιο ήταν το πρόγραμμα;», θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια μαθηματική ανωμαλία: ένα πολιτικό ρολόι χωρίς χρόνο.
Η εικόνα του σκάφους είναι αναπόφευκτη. Ένα πλοίο που επιπλέει στο Αιγαίο, με πανιά ανοιχτά αλλά χωρίς άνεμο, κι ένα πλήρωμα που κοιτάζει τον ουρανό περιμένοντας την επόμενη κίνηση της πυξίδας. Η πυξίδα, όμως, μοιάζει να έχει προγραμματιστεί ώστε να δείχνει όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Ή —για να είμαστε δίκαιοι— καμία.
Είναι η πολιτική εκδοχή του κινούμενου στόχου: ο Τσίπρας εμφανίζεται διαδοχικά αριστερός, κεντροαριστερός, ανεξάρτητος, επιφυλακτικός και εν δυνάμει όλα τα παραπάνω, ανάλογα με το ποιος τον κοιτάζει και τι θέλει να δει. Η πραγματική του θέση θα γίνει σαφής μόνο όταν αποφασίσει να μιλήσει με καθαρό λόγο — και προς το παρόν η πιθανότητα αυτού του γεγονότος θυμίζει τους σπάνιους εκείνους μετεωρολογικούς συνδυασμούς που κάνουν τους ναυτικούς να μιλούν για «καιρό θαυμαστόν», αλλά που συμβαίνουν μία φορά κάθε πολλές δεκαετίες.
Το πλήρωμα, εν τω μεταξύ, επιμένει ότι ταξιδεύει. Προς τα πού; Σημασία έχει ότι «το ταξίδι συνεχίζεται». Όπως σε εκείνα τα ποιήματα που γράφονται όταν ο ποιητής δεν έχει τίποτα να πει, αλλά το λέει υπέροχα.
Ο Βολταίρος, αν βρισκόταν μπροστά σε αυτή την πολιτική κωμωδία —ή τραγωδία, ή ό,τι άλλο προτιμά κανείς— θα γελούσε γλυκά και θα σχολίαζε: «Είναι σημαντικό οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι έχουν έναν ηγέτη, ακόμη κι όταν δεν έχουν. Διότι η ιδέα της καθοδήγησης αρκεί για να κινεί τον κόσμο». Κι ύστερα θα πρόσθετε: «Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο σταθερό από την αστάθεια. Υπόσχεται τα πάντα, αλλά δεσμεύεται σε τίποτα».
Ο Τσίπρας, με τη σιωπηλή του παρουσία, μοιάζει να έχει ενστερνιστεί το βολταιρικό πνεύμα: τίποτα δεν προκαλεί περισσότερη αφοσίωση από μια υπόσχεση που δεν ειπώθηκε ποτέ.Ίσως, στο τέλος, το παράδοξο να είναι απλούστερο απ’ όσο φαίνεται.
Ίσως οι παλιοί του σύντροφοι να μην ακολουθούν την κατεύθυνση που θα τους δείξει∙ ίσως ακολουθούν την προσδοκία ότι κάποτε θα μιλήσει. Ίσως αυτό το «θα δούμε» να αποτελεί μια ιδιότυπη πολιτική βαρύτητα που τους κρατά σε τροχιά.
Και ίσως —το πιο ειρωνικό απ’ όλα— ο ίδιος να έχει καταλάβει ότι σε μια εποχή όπου όλοι έχουν γνώμη για όλα, η μεγαλύτερη δύναμη είναι η αμφισημία. Όχι γιατί κρύβει κάτι, αλλά επειδή αφήνει τους άλλους να προβάλλουν πάνω της τις δικές τους επιθυμίες.
Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων υπολόγιζε τον χρόνο των εκλείψεων. Ο μηχανισμός του Τσίπρα υπολογίζει τον χρόνο της σιωπής.
Και μέχρι να αποφασίσει να περιστρέψει τον δείκτη προς έναν πολιτικό βορρά, οι δορυφόροι του θα συνεχίσουν να κινούνται, με εντυπωσιακή πειθαρχία, σε μια τροχιά που ίσως μόνο ο ίδιος γνωρίζει — ή ίσως κανείς.
Αλλά αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο: η πολιτική δεν χρειάζεται πάντα κατεύθυνση για να συνεχίσει να κινείται. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς έναν ηγέτη που δεν λέει πού πάει.

