Το πρόγραμμα της ΝΔ, το «πείραμα Μητσοτάκη» και οι αντιφάσεις ενός «εν αναμονή» πρωθυπουργού

Του Νίκου Λακόπουλου

«Νέα Δημοκρατία ίσον νέες δουλειές». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Θεσσαλονίκη ανέπτυξε το πρόγραμμά του πάνω στον άξονα λιγότερο-κράτος, λιγότεροι φόροι -μυστικό της ανάπτυξης, του πλούτου, αλλά για ποιους;

Λιγότερο κράτος- χωρίς τελικά απολύσεις, όπως είπε- σημαίνει λιγότερες παροχές. Όχι γεύμα γι΄όλους. Λιγότερη φορολογία- για όλους. κι όχι για τους φτωχούς- σημαίνει περισσότερα κέρδη για τους πλούσιους. Αυτό είναι το πρόγραμμά του.

Η βασική του άποψη είναι πως αφού οι επιχειρήσεις θάχουν περισσότερο κέρδη, άρα θα ωφεληθούν και οι εργαζόμενοι- θα το προτείνει κι ίδιος. Φαίνεται πως ο κόσμος αυτός είναι αγγελικά πλασμένος, καλή διάθεση να υπάρχει:

«Ένα μεγάλο κομμάτι του προγράμματός μας είναι αυστηρότατα κοστολογημένο. Και από κει και πέρα, ναι, υπάρχει και ένα κομμάτι του προγράμματος το οποίο στηρίζεται στη λογική ότι θα μπορέσουμε να πείσουμε τους εταίρους μας».

Προφανώς όλα συνέβησαν επειδή δεν ήταν ο Κυριάκος πρωθυπουργός- ο οποίος μεταξύ των άλλων θα χτυπήσει και το …πελατειακό κράτος- που έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι βεβαιότητες- ή αυταπάτες- του Μητσοτάκη διαπερνούν όλα τα επίπεδα:

«Είμαι απολύτως πεπεισμένος -επαναλαμβάνω αυτό το οποίο είπα πριν- ότι θα υπάρχει προεδρική πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή». Ο νόμος για την απλή αναλογική θα αλλάξει- και η κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι μόνο θα υπάρξει, αλλά θα εξαντλήσει την τετραετία, προσφέροντας αυτή τη φορά όχι 600, αλλά 700.000 εργασίας.

Ο Αλέξης Τσίπρας πιο μετρημένος έχει βάλει στόχο τις 500.000 θέσεις σε μια πενταετία, ο Κυριάκος ανέβασε τον πήχη στις 700.000 με την λογική «δάνεια χαρίζω, οικόπεδα χαρίζω- ψηφίστε με». Μόλις δυο χρόνια πριν ωστόσο μιλώντας στο Σκάι είχε πει καθαρά πως τάσσεται υπέρ της περικοπής των συντάξεων -γιατί μιλάει τη «γλώσσα της αλήθειας».

Πρακτικά λιγότερη φορολογία για όλους σημαίνει λιγότερο κράτος πρόνοιας κι ιδιωτική ασφάλιση, ιδιωτική παιδεία- όπως την εννοεί ο Μητσοτάκης- σημαίνει ‘δεν υπάρχει γεύμα για όλους» όπως έλεγε κάποτε ο πατέρας του νεοφιλελευθερισμού Μίλτον Φρίντμαν. Πρακτικά λιγότεροι συμβασιούχοι- λιγότεροι δημόσιοι υπάλληλοι σημαίνει λιγότεροι γιατροί στα νοσοκομεία και λιγότεροι καθηγητές στα σχολεία. Δεν υπάρχει άλλο.

Όσοι μιλούν για το ασφαλιστικό σύστημα του Πινοσέτ στη Νέα Δημοκρατία, δεν κάνουν λάθος. Ο Μίλτον Φρίντμαν πέρασε πολύ καιρό συζητώντας με τον δικτάτορα της Χιλής -και καρδιακό φίλο της Θάτσερ- για την «οικονομική ελευθερία», το περίφημο «δόγμα του σοκ» που περιελάμβανε και την απελευθέρωση των απολύσεων εργαζομένων.

Την περίοδο εκείνη στην Χιλή πράγματι αυξήθηκαν οι επενδύσεις, αλλά σχεδόν απαγορεύτηκαν οι απεργίες- όπως υπαινίσσεται και ο Μητσοτάκης όταν λέει καθαρά -τον Μάρτιο του 2017- ότι «χρειάζεται αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου. Καμία απεργία χωρίς το 50%+1 των εργαζομένων. Να μπει τέλος στην ασυδοσία των συνδικαλιστών».

«Τώρα, επιτέλους, η Χιλή έχει και τα τρία: πολιτική ελευθερία, ανθρώπινη ελευθερία και οικονομική ελευθερία. Η Χιλή θα εξακολουθήσει να είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα για να παρατηρούμε να δούμε εάν θα μπορέσει να διατηρήσει και τα τρία ή εάν, τώρα που έχει πολιτική ελευθερία, η πολιτική αυτή ελευθερία θα χρησιμοποιηθεί για να καταστρέψει ή να μειώσει την οικονομική ελευθερία» είχε πει ο Φρίντμαν.

Το ενδιαφέρον αυτό πείραμα που στηρίζεται στην«θεωρία του δόγματος του σοκ» – η ιδέα ότι μια οικονομική κρίση μπορεί να είναι η ευκαιρία για μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις- προφανώς εμπνέει τον Κυριάκο Μητσοτάκη- που φλέγεται για τη συνταγματική αναθεώρηση για ιδιωτικά πανεπιστήμια και δειλά- δειλά παρουσιάζει την λύση του στο ασφαλιστικό πρόβλημα- με τον περίφημο πυλώνα της ιδιωτικοποίησης.

Το πείραμα της Χιλής πάντως οδήγησε σε συρρίκνωση του ΑΕΠ, ανεργία και εξαθλίωση. Η κρίση της Αργεντινής σε ένα άλλο πείραμα πιθανόν να οφείλεται στο ότι ιδιωτικοποίησε όλη την κρατική περιουσία. Οι δυο χώρες επέστρεψαν στα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία, όταν οι ασφαλιστικές εταιρείες έδιναν συντάξεις πείνας.

Οι ιδιωτικοποιήσεις από καιρό είναι μέρος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Η σύγχρονη Αριστερά αποδέχεται τη δημοκρατική λειτουργία της αγοράς -σε μια «μεικτή οικονομία»- και τα Παιδιά του Σικάγου, όπως και τα σοβιετικά μοντέλα ανήκουν στον περασμένο αιώνα -μαζί με τις ξεπερασμένες «συνταγές» τους. Η θεραπεία του Μητσοτάκη, αφορά άλλον ασθενή.

Η επιτυχία του «πειράματος Μητσοτάκη» είναι ακόμα υπόθεση που δεν στηρίζεται πουθενά, ότι δηλαδή οι νέες θέσεις εργασίας θα λύσουν το ασφαλιστικό πρόβλημα- πράγμα που ισχύει για κάθε σύστημα. Η υπουργός εργασίας Έφη Αχτσιόγλου θα κατηγορήσει ευθέως τον Μητσοτάκη ως «πλασιέ ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών». 

Μετά την ανέμελη Αριστερά, έχουμε χάρη στον ξεθυμασμένο νεοφιλελευθερισμό και μια ανέμελη δεξιά. Η λογική του λιγότερου κράτους οδηγεί στη μείωση των συντάξεων, όπως δεχόταν ο Μητσοτάκης, αλλά σήμερα ‘λαϊκίζει» και στο θέμα αυτό όπως και στο Μακεδονικό -για να αποδείξει πως στην Ελλάδα τίποτα από όσα λέμε δεν τα εννούμε.

Αφού άλλαξε την θέση του κόμματός του ο πρόεδρος της ΝΔ- ανεβάζοντας τον πήχη για την κυβέρνηση, έπεσε στην παγίδα που ο ίδιος έστησε. Τώρα ελπίζει να ψηφίσει την Συμφωνία η Βουλή με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να την αποδεχθεί ως κυρωμένη. Αλλιώς δεν βγαίνει άκρη με τις θέσεις του για το Μακεδονικό.

«Η Νέα Δημοκρατία θα καταψηφίσει αυτήν τη συμφωνία. Είτε τώρα είτε στην επόμενη Βουλή» είπε στη Θεσσαλονίκη, αλλά «αν τελικά η συμφωνία που υπέγραψε ο ΣΥΡΙΖΑ καταψηφιστεί από την ελληνική Βουλή τότε θα πρέπει η άλλη πλευρά να γνωρίζει ότι η διαπραγμάτευση ξεκινά από την αρχή».

Δηλαδή: αν ψηφιστεί, θα την σεβαστεί, όπως έχει πει, αλλά αν καταψηφιστεί θα την επαναδιαπραγματευτεί, αλλά για ποιο λόγο, αφού δεν θα ισχύσει; Πότε θα αρχίσει και πότε θα τελειώσει η επαναδιαπραγμάτευση και τι θα σημαίνει αυτό για την αξιοπιστία της Ελλάδας; O Kυριάκος αντιμετωπίζει ένα θέμα εθνικό με την ίδια ανεμελιά -που θα φέρει νέες θέσεις, εργασίας, επενδύσεις και πλούτο. Γιατί; Γιατί έτσι. Νέα Δημοκρατία=νέες θέσεις εργασίας. Τι δεν καταλαβαίνουμε;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πέφτει σε λάθη κι αντιφάσεις που εξηγούν και τα συμπεράσματα των πρώτων φθινοπωρινών δημοσκοπήσεων που επιβεβαιώνουν τις παλιότερες: υπάρχει δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση -που κλείνει την ψαλίδα, όσο μιλάει ο Μητσοτάκης-, αλλά υπάρχει απογοήτευση και για την αντιπολίτευση. Ο Κυριάκος δεν πείθει.

Η απάντηση που έδωσε στη συνέντευξη τύπου στη Θεσσαλονίκη δείχνει πως ο «εν αναμονή» πρωθυπουργός σε ένα εθνικό θέμα -από το οποίο εξαρτάται η αξιοπιστία του- τελεί εν πονηρά συγχύσει:

«Αυτή η συμφωνία δημιουργεί προηγούμενα και τετελεσμένα.  Η πορεία των Σκοπίων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια πορεία η οποία προς το παρόν προδιαγράφεται μακρά. Θα εξετάσουμε, την επόμενη μέρα όλες τις δυνατότητες που έχουμε στη διάθεσή μας». Θα δούμε, δεν ξέρουμε ακόμα.

«Προφανώς και δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς Έλληνας ο οποίος να ήθελε να υπάρχει το όνομα «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους. Αλλά θέλω να είμαι ρεαλιστής:  Παρ’ ότι αυτό είναι κάτι το οποίο δεν μου αρέσει καθόλου -η σύνθετη ονομασία νομίζω ότι συναισθηματικά ενοχλεί τους πιο πολλούς Έλληνες- το βασικό πρόβλημα σήμερα στη συμφωνία είναι στη γλώσσα και την εθνότητα, όπως σας είπα».

Δηλαδή αποδέχεται τελικά τη σύνθετη ονομασία και τον ενδιαφέρει το θέμα της γλώσσας και της εθνότητας- αλλά ποιες είναι οι θέσεις του; H συνέχεια της απάντησης επιτείνει τη σύγχυση- κοινώς «τα μασάει»:

«Άρα, την επόμενη μέρα, εφόσον έχουμε τη δυνατότητα, το τονίζω, -αυτό το οποίο είπα είναι υπό την αίρεση ότι δεν θα κυρωθεί η συμφωνία- η μεγάλη μάχη -γιατί θα πρέπει να ξέρουμε πόσες μάχες μπορούμε να δώσουμε ταυτόχρονα- θα πρέπει να δοθεί για τη γλώσσα και την εθνότητα. Και να σας πω γιατί: Διότι το όνομα θα ξεχαστεί πολύ γρήγορα την επόμενη μέρα από τη στιγμή που έχουμε αναγνώριση «μακεδονικής» γλώσσας και «μακεδονικής» εθνότητας. Είναι ζήτημα χρόνου μόνο, τελικά η χώρα αυτή να αποκαλείται «Μακεδονία» σκέτο. Εκεί, λοιπόν, είναι η ουσία του προβλήματος και εκεί εντοπίζω εγώ και το πραγματικό πρόβλημα που έχει να κάνει με τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων.

Eκεί είναι η ουσία, αλλά πού; Πιθανόν, στη φράση που σε όλους θυμίζει κάτι από το παρελθόν: πως το όνομα θα ξεχαστεί γρήγορα. Ο παλιός καλός Μητσοτάκης, όχι. Ο Κυριάκος όλο και πιο πολύ γίνεται Μητσοτάκης.