Το Φάντασμα του Ανδρέα και ο Αλέξης: Η ειρωνεία της «Νέας Μεταπολίτευσης»

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Η ανακοίνωση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρας με την ονομασία «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.)» και με ρητές αναφορές σε μια «νέα Μεταπολίτευση» δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη προσπάθεια ανασύνθεσης του κατακερματισμένου ελληνικού κεντροαριστερού χώρου. Αυτό που κυρίως προκαλεί ενδιαφέρον δεν είναι ούτε το όνομα ούτε οι επτά δεσμεύσεις ούτε η γνωστή σκηνοθεσία της «επιστροφής». Είναι κάτι βαθύτερο και ίσως ειρωνικότερο: η σχεδόν τελετουργική επανάληψη ενός πολιτικού αρχέτυπου το οποίο η ίδια η ανανεωτική Αριστερά υποτίθεται ότι ήθελε ιστορικά να υπερβεί.

Για δεκαετίες, η ελληνική ανανεωτική Αριστερά συγκροτούσε την ταυτότητά της ως πολιτική παράδοση της κριτικής μνήμης.

Σε αντίθεση με το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ της μεταπολίτευσης, που οικοδομήθηκε πάνω στη χαρισματική ρήξη, στον λαϊκισμό της εθνικής αναγέννησης και στην κάθετη ηγετική συγκρότηση, η ανανεωτική Αριστερά διεκδικούσε για τον εαυτό της μια σχεδόν παιδαγωγική σχέση με την πολιτική: λιγότερη συναισθηματική ταύτιση, περισσότερη θεσμική αυτοσυγκράτηση· λιγότερος αρχηγισμός, περισσότερη συλλογικότητα· λιγότερη ιστορική μυθολογία, περισσότερη αυτοκριτική.

Και όμως, η επιστροφή του Τσίπρα μοιάζει παράδοξα περισσότερο με επιστροφή του Ανδρέα παρά με συνέχεια του ευρωκομμουνισμού. Η χειρονομία είναι σχεδόν κλασικά μεταπολιτευτική: εγκατάλειψη του παλαιού κομματικού σχήματος, επίκληση μιας νέας ιστορικής αρχής, δημιουργία νέου φορέα με “φρέσκα” πρόσωπα, αισθητική πολιτικής επανίδρυσης και κυρίως η υπαινικτική υπόσχεση ότι «η ιστορία αρχίζει ξανά». 

Όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974 δεν επέλεξε να επανενταχθεί στην Ένωση Κέντρου του πατέρα του, αλλά προτίμησε να ιδρύσει ένα νέο πολιτικό κίνημα με δική του ιστορική και ιδεολογική ταυτότητα, έτσι και σήμερα ο Τσίπρας εγκαταλείπει οριστικά τον ΣΥΡΙΖΑ —όχι επειδή απέτυχε οργανωτικά, αλλά επειδή εξάντλησε συμβολικά τη χρησιμότητά του.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη δομική αντίφαση: η Αριστερά των θεσμών και της συλλογικότητας αναγκάζεται σήμερα να επιστρέψει στον απόλυτο αρχηγισμό και τη χαρισματική ηγεσία ως το μοναδικό της όχημα για επιβίωση και συσπείρωση. Η Ιστορία, βεβαίως, δεν επαναλαμβάνεται ποτέ αυτούσια· επαναλαμβάνεται όμως συχνά ως αισθητική.

Αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς από την προσωπική στρατηγική του Τσίπρα. Αφορά βαθύτερα την ίδια την κρίση της ανανεωτικής Αριστεράς στην Ευρώπη. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η παραδοσιακή Αριστερά εγκατέλειψε σταδιακά τη μεγάλη κοινωνική αφήγηση της ιστορικής μεταβολής και μετατράπηκε σε έναν χώρο διαχείρισης θεσμών, δικαιωμάτων και πολιτισμικών συμβολισμών. Η «πρόοδος» έπαψε να είναι υπόσχεση συλλογικής ιστορικής υπέρβασης και έγινε τεχνική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης. Το αποτέλεσμα ήταν παράδοξο: η Αριστερά απέκτησε ηθική ευαισθησία αλλά έχασε τον ιστορικό της ορίζοντα. Έχοντας αποδεχθεί την οικονομική κανονικότητα των αγορών, της απέμεινε κυρίως το μάρκετινγκ της πολιτικής νοσταλγίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ακριβώς το σημείο όπου αυτή η αντίφαση έφτασε στα όριά της. Γεννήθηκε ως άρνηση της μεταπολιτευτικής κανονικότητας αλλά κυβέρνησε τελικά ως τραγικός διαχειριστής της. Το περίφημο δημοψήφισμα του 2015 υπήρξε ίσως η τελευταία μεγάλη στιγμή όπου η ελληνική κοινωνία πίστεψε ότι η πολιτική μπορούσε ακόμη να αναστείλει, έστω προσωρινά, τη λογική της οικονομικής αναγκαιότητας. Η γνωστή κατάληξη εκείνης της περιόδου δεν κατέστρεψε απλώς έναν κυβερνητικό συνασπισμό· αποσύνθεσε ολόκληρη τη φαντασίωση της «ριζοσπαστικής διακυβέρνησης» μέσα στην ευρωπαϊκή κανονικότητα.

Από εκεί και πέρα, η ανανεωτική Αριστερά άρχισε να μοιάζει με αυτό που ο Giambattista Vico θα περιέγραφε ως ιστορική κυκλικότητα χωρίς πραγματική αναγέννηση. Ο Vico αντιλαμβανόταν την ιστορία ως μια διαδοχή κύκλων, όπου οι κοινωνίες περνούν από τη γέννηση στην ακμή και από εκεί στην παρακμή και την ανασύνθεση.

Όμως στη σημερινή ευρωπαϊκή κεντροαριστερά, αυτή η «ανακύκλωση» μοιάζει ολοένα περισσότερο με μηχανική αναπαραγωγή φθαρμένων πολιτικών μορφών. Δεν πρόκειται για μια σπειροειδή ιστορική επιστροφή προς τα εμπρός με μια νέα δημιουργική σύνθεση, αλλά για μια κουρασμένη διαχείριση της πολιτικής μνήμης, όπου ανακυκλώνονται τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια συνθήματα με την ελπίδα ενός διαφορετικού αποτελέσματος.

Έτσι, η νέα προσπάθεια Τσίπρα εμφανίζεται ταυτόχρονα ως ρήξη και ως νοσταλγία. Η επίκληση της «νέας Μεταπολίτευσης» δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ή την κόπωση του σημερινού πολιτικού συστήματος. Αφορά κυρίως τη βαθύτερη ανάγκη επανενεργοποίησης μιας ιστορικής συγκίνησης που η μεταμνημονιακή Ελλάδα έχει χάσει.

Το δομικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι κοινωνίες δεν επιστρέφουν εύκολα στις μεγάλες ιδρυτικές αφηγήσεις τους όταν λείπουν οι υλικές προϋποθέσεις. Η Μεταπολίτευση του 1974 υπήρξε το αποτέλεσμα μιας πραγματικής ιστορικής τομής: της πτώσης της δικτατορίας, μιας κοινωνίας σε δημογραφική έκρηξη, της θεαματικής ανόδου των μικρομεσαίων στρωμάτων, της προσδοκίας πλουτισμού, της ένταξης στην Ευρώπη και της επέκτασης του κοινωνικού κράτους. 

Σήμερα, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται στον ακριβώς αντίστροφο πόλο. Χαρακτηρίζεται από δημογραφική γήρανση, οικονομική στενότητα, εργασιακή επισφάλεια και, κυρίως, από μια γενικευμένη ιδιώτευση, κυνισμό και βαθιά δυσπιστία προς κάθε συλλογική υπόσχεση —μια δυσπιστία που κληρονομήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις διαψεύσεις της προηγούμενης δεκαετίας. Το να καλείς αυτή την κοινωνία σε μια «νέα Μεταπολίτευση» μοιάζει σαν να ζητάς από έναν εξαντλημένο δρομέα να ξεκινήσει έναν νέο μαραθώνιο.

Γι’ αυτό και η ειρωνεία γίνεται σχεδόν υπαρξιακή. Η ανανεωτική Αριστερά, που κάποτε ήθελε να απομυθοποιήσει τη μεταπολιτευτική «πολιτική θρησκεία» του παπανδρεϊσμού, καταλήγει σήμερα να αναζητεί σωτηρία ακριβώς μέσα στις παλιές μορφές της πολιτικής μυθολογίας: νέο κόμμα, νέα αρχή, νέα γενιά, νέα Μεταπολίτευση. Σαν να μην μπορεί πλέον να παραγάγει πολιτική ενέργεια χωρίς να δανειστεί συμβολικά σχήματα από εκείνον ακριβώς τον κόσμο που υποτίθεται ότι είχε ιστορικά υπερβεί.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο πρόβλημα της σύγχρονης ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς: όχι ότι απέτυχε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά ότι έχασε την ικανότητα να φαντάζεται πραγματικά κάτι νέο. Όταν αδυνατείς να εφεύρεις το αύριο, αναγκάζεσαι να σκηνοθετήσεις το χθες. Και τότε η πολιτική μετατρέπεται σε αυτό που ήδη υποψιαζόταν ο Vico: όχι σε μια ζωντανή επιστροφή της ιστορίας, αλλά σε μια κουρασμένη, μηχανική επανάληψη των συμβόλων της σε ένα θέατρο όπου οι θεατές έχουν προ πολλού αποχωρήσει.