Πέμπτη 24 Μάϊου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Υπάρχει «μαύρο μέτωπο»;

Του Νίκου Ξυδάκη

Όσα ζούμε τον τελευταίο καιρό είναι φανερώσεις μιας νεοπαγούς ολιγαρχίας: πιο βιαστικής και ανυπόμονης από την παλαιά, ίσως και πιο άπληστης. Στο παρελθόν ουκ ολίγοι πολιτικοί ηγέτες ήλθαν αντιμέτωποι με ισχυρούς του πλούτου ή των θαλασσοδανείων, κατά τη νομή της εξουσίας, άλλοτε ελισσόμενοι, άλλοτε συγκρουόμενοι υπογείως, άλλοτε συγκρουόμενοι φανερά και κατονομάζοντας τζάκια και νταβατζήδες, κι άλλοτε συμβιβαζόμενοι. Ας θυμηθούμε τις κομητικές τροχιές Κοσκωτά, Βγενόπουλου, Λαυρεντιάδη κ.ά., με διαφορετικά χαρακτηριστικά και απολήξεις σε κάθε περίπτωση, που όλες όμως είχαν πολιτικές ουρές και επιδράσεις.

Η πολυετής κρίση αποδιοργάνωσε το μεταπολεμικό τρίγωνο της διαπλοκής «τράπεζες – μίντια – πολιτική εξουσία», όπως επίσης αναδιέταξε βίαια και την πολιτική γεωγραφία. Οι νέοι ολιγάρχες επενεργούν αδιαμεσολάβητα και καισαρικά στο πολιτικό πεδίο, η πατρωνία τους δεν χρειάζεται καν προσχήματα. Όπλο τους είναι το άοσμο χρήμα και δημόσια εργαλεία ένα ποδοσφαιρικό brand name και μια συστάδα μίντια. Εμπλέκονται ακόμη και πρωτογενώς σε εκλογικές διαδικασίες. Μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι οι νεοφυείς ολιγάρχες δεν χρειάζονται πλέον τους πολιτικούς ως διαμεσολαβητές, πολύ περισσότερο, δεν σέβονται τη διάκριση του οικονομικού από το πολιτικό ή την καθολική ισχύ των δημοκρατικών αξιών.

Πάντως, οι ζημιές από τα σκάνδαλα διαφθοράς και τις αποδείξεις πατρωνίας και πολιτικού χρήματος φορτώνονται στον πολιτικό κόσμο ― άλλωστε αυτοί εκλέγονται.

Πόλωση

Αναπόφευκτα, ο επιβαλλόμενος δημοκρατικός έλεγχος της ολιγαρχίας οδηγεί σε συγκρούσεις. Σε πόλωση. Η αριστερά βέβαια έχει μάλλον πικρή πείρα από καταστάσεις ακραίας πόλωσης, πολύ περισσότερο όταν το πεδίο και οι όροι των αναμετρήσεων καθορίζονται από εξωθεσμικά πρόσωπα και δυνάμεις χωρίς πολιτική νομιμοποίηση. Δεν είμαστε λοιπόν υπέρ της ακραίας πόλωσης. Η χώρα είναι στο κατώφλι μιας νέας εποχής, η δυσχέρεια και η οδύνη στην κοινωνία δεν θα εξαλειφθούν δια μαγείας, απαιτείται συνεννόηση και δέσμευση σε μια ελάχιστη βάση για τις ιστορικές προκλήσεις: ανάταξη της οικονομίας και των όρων υγιούς κοινωνικής αναπαραγωγής, στερέωση της εθνικής ασφάλειας, ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας.

Τα ΜΜΕ συχνά χρησιμοποιούνται όχι μόνο για θεμιτή επιρροή αλλά και για κατασκευή ειδήσεων και χειραγώγηση συνειδήσεων, για νομή εξουσίας και αθέμιτων ωφελημάτων, χωρίς καμιά πολιτική νομιμοποίηση. Τέτοια χρήση συνιστά απειλή για τη δημοκρατία, όχι μόνο για την εκάστοτε κυβέρνηση.

Εντούτοις, ήδη από το 2015, διακρίνουμε μια λύσσα επιστροφής των παραδοσιακών «ιδιοκτητών της εξουσίας», η οποία επιμολύνει το σώμα της καταπονημένης Ελληνικής Δημοκρατίας. Αποτυπώθηκε συμβολικά στη μη παράδοση του πρωθυπουργικού γραφείου από τον κ. Α. Σαμαρά, τον Ιανουάριο του 2015, πράξη εξόχως αντιδημοκρατική και αντιθεσμική. Σημειώνω επιπροσθέτως ότι τουλάχιστον από το 2010 έχουμε κρίση αντιπροσώπευσης και από το 2012 μια δομική ανατροπή των μεταπολιτευτικών συσχετισμών ισχύος, αποτυπωμένη σε κυβερνητικό σχήμα αριστεράς το 2015. Έχουμε πρωθυπουργό ο οποίος για πρώτη φορά σε όλη τη Μεταπολίτευση δεν προέρχεται από παραδοσιακό πολιτικό τζάκι. Έχουμε κάποια νέα πρόσωπα στη διαχείριση της εξουσίας, που δεν ανήκουν στην τυπική ανθρωπολογία των βαρώνων του παρελθόντος.

 Πιθανότατα η πολιτική αναμέτρηση εφεξής να λάβει πολύ σκληρά χαρακτηριστικά, ελπίζω όχι στα όρια του διχασμού και της εξόντωσης του σμιτιανού Εχθρού, αλλά στα όρια των αναζωογονητικών συγκρούσεων υπέρ της δημοκρατίας. Δυστυχώς πολλά πρόσωπα των λεγόμενων ηγετικών ελίτ έχουν συνηθίσει να ζουν μόνο μες στο κουκούλι της εξουσίας, με την εξουσία και για την εξουσία, δεν έχουν αίσθηση ιστορίας ούτε σέβονται τη δημοκρατική εναλλαγή: Ιδού ο συναγερμός και το διαρκές αντιπαράδειγμα για αριστερούς και δημοκράτες.

Εν πάση περιπτώσει, η πολυετής κρίση αναδεικνύει νέους κοινωνικούς σχηματισμούς, με διαφορετικές προσδοκίες και ανάγκες. Αυτή η επώδυνη αναδιάταξη στην κοινωνία απαιτεί ανάλογες πολιτικές εκφράσεις, ευρείες προοδευτικές συμμαχίες στη βάση αρχών και δεσμεύσεων. Δεν θα έχουμε καμιά εύκολη δικαιολογία απέναντι στα παιδιά μας, αν δεν αφουγκραστούμε τα πλησιάζοντα και τα συμβαίνοντα, αν επικρατήσουν ο αριβισμός, η εξουσιολαγνία, η εργαλειοποίηση των θεσμών, όλα όσα πληγώνουν τη δημοκρατία. Ας μη λησμονούμε: η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητο, την αρνούνται και την μάχονται ήδη οι νεοναζί, την αμφισβητούν ακόμη και εντός του κοινοβουλίου.

Ο ρόλος των ΜΜΕ

Σε αυτό το σταυροδρόμι, ανάμεσα στον πολωτικό διχασμό και τη δημιουργική ανασύνθεση, καίριος είναι ο ρόλος των ΜΜΕ, συμβατικών, καινοφανών ή νεο-ολιγαρχικών. Επί της αρχής, αταλάντευτα: Ο Τύπος πρέπει να ασκεί κριτική απέναντι σε κάθε εξουσία. Η ελευθερία έκφρασης βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατίας και την διαχωρίζει από αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ωστόσο, τα ΜΜΕ συχνά χρησιμοποιούνται όχι μόνο για θεμιτή επιρροή αλλά και για κατασκευή ειδήσεων και χειραγώγηση συνειδήσεων, για νομή εξουσίας και αθέμιτων ωφελημάτων, χωρίς καμιά πολιτική νομιμοποίηση. Τέτοια χρήση συνιστά απειλή για τη δημοκρατία, όχι μόνο για την εκάστοτε κυβέρνηση.

Εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε τους δημοσιογράφους από τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ: τα συμφέροντα και οι πρακτικές τους δεν ταυτίζονται, πόσο μάλλον οι ιδέες τους. Οι εξαιρέσεις είναι ορατές και περιφρονητέες, μα ευτυχώς ευάριθμες, ακόμη και στην παρούσα φάση που οι όροι επαγγελματικής αναπαραγωγής είναι εξαιρετικά δυσμενείς.

Μπορούν τα ΜΜΕ να «ρίξουν» μια κυβέρνηση; Το έκαναν στο παρελθόν. Τώρα; Εκτιμώ ότι η πολιτική παντοδυναμία των ΜΜΕ έδειξε τα δόντια της το 1989 και έφτασε στα όριά της στις αρχές της δεκαετίας 2000. Μετά το 2004 η επιρροή τους βαίνει μειούμενη, στα δε χρόνια της Μεγάλης Υφεσης έπιασαν το ναδίρ. Βρισκόμαστε πια στην εποχή των fake news και της χειραγώγησης με άλλα μιντιακά εργαλεία.

Πάντως, αν έλθουμε στη σημερινή συγκυρία, μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου του 1989-91, δεν θυμάμαι άλλον πρωθυπουργό να είχε απέναντί του τη διαρκή κακοπιστία τόσων πολλών ΜΜΕ, έστω εξασθενημένων, όπως ο Αλέξης Τσίπρας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ