Υπόθεση Γιωτόπουλου: Ο λαβύρινθος των ενδείξεων – Η σύνδεση και η απόδειξη

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Είχα παρακολουθήσει από κοντά τη Δίκη της «17Ν». Και φυσικά είχα μιλήσει με πολλούς νομικούς που έθεταν το ζήτημα επιστημονικά, κοινωνικά αλλά και πολιτικά. Οι απόψεις κάποιων εξ αυτών που μπορούν να χαρακτηριστούν έως και Δικαιοματιστές, έθεταν από τότε ερωτήματα για την απόδειξη των κατηγοριών γύρω από το ρόλο του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.

Το θέμα επανήλθε μετά την αποφυλάκιση του αποκαλούμενου αρχηγού της ένοπλης οργάνωσης και την αναίρεση της αρχικής απόφασης.

Να υπενθυμίσω ότι ο Γιωτόπουλος ενδεχομένως και από λόγους ιδεολογικής απόρριψης  της Αστικής Δικαιοσύνης, ουδέποτε αποδέχτηκε τις κατηγορίες και μάλιστα μετά την καταδίκη του με ποινή 17 φορές ισόβια και επιπλέον κάθειρξη για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες, εκρήξεις, ληστείες και για συμμετοχή στην οργάνωση «17 Νοέμβρη», ουδέποτε ζήτησε χάρη.

Αυτό που έκανε κατά καιρούς ήταν να υποβάλει αιτήσεις υφ’ όρων απόλυσης (αποφυλάκισης), επικαλούμενος τις διατάξεις του νόμου για πολυϊσοβίτες, την ηλικία του και τον χρόνο που είχε ήδη εκτίσει στη φυλακή. Μάλιστα, σε σχετική επιστολή του είχε δηλώσει ότι ζητούσε την εφαρμογή του νόμου και όχι κάποια ειδική μεταχείριση ή χάρη…

Η αποφυλάκιση του και αμέσως μετά η επανεξέταση της απόφασης, συνθέτουν ένα σπάνιο και έντονα φορτισμένο νομικό και συμβολικό σενάριο.

Ανάλογα χαρακτηριστικά είχε και η δίκη. Στην υπόθεση του Αλέξανδρου  Γιωτόπουλου και της 17 Νοέμβρη, το ενδιαφέρον είχε εστιαστεί στη μετάβαση από το αποδεικτικό υλικό προς τη δικαστική βεβαίωση.

Κατά τους νομικούς, η  έννοια της απόδειξης αποκτά κεντρικό βάρος μέσα σε ένα τρίπτυχο:

-παρατήρηση δεδομένων,

– ερμηνευτική σύνδεση,

-δικαστική κρίση.

Στο πρώτο επίπεδο εντάσσονται μαρτυρίες, έγγραφα και υλικά στοιχεία. Στο δεύτερο τα δεδομένα αποκτούν νόημα μέσω συσχετισμών. Στο τρίτο το δικαστήριο αποδίδει σε αυτά νομική ισχύ.

Η κατηγορούσα αρχή είχε συγκροτήσει ένα πλέγμα ενδείξεων που ένωσε σε ενιαία αφήγηση. Οι μαρτυρίες συγκατηγορουμένων παρουσίασαν ιεραρχική εικόνα με κεντρικό πρόσωπο τον «Λάμπρο». Η ταύτιση αυτού του προσώπου με τον Γιωτόπουλο, αποτέλεσε κομβικό σημείο της αποδεικτικής κατασκευής. Η αφήγηση ενισχύθηκε από αναφορές σε ρόλους καθοδήγησης, συντονισμού και ιδεολογικής κατεύθυνσης.

Η γλωσσική ανάλυση κειμένων προσέθεσε ακόμη ένα επίπεδο συσχέτισης. Χειρόγραφα, σημειώσεις και προκηρύξεις εξετάστηκαν ως τεκμήρια  ύφους και δομής. Η γλώσσα αντιμετωπίστηκε ως στοιχείο ταυτότητας, με αξιολόγηση ρυθμού, λεξιλογίου και ιδεολογικών μοτίβων.

Παράλληλα, κοινωνικές διασυνδέσεις και πολιτικές γνωριμίες εντάχθηκαν στο σύνολο των δεδομένων ως στοιχεία εγγύτητας.

Η κατηγορούσα αρχή προσέγγισε το υλικό ως ενιαίο σύστημα, όπου κάθε ένδειξη αντλεί ισχύ από τη θέση της μέσα στο σύνολο. Η επανάληψη και η σύγκλιση των στοιχείων δημιούργησαν εικόνα συνοχής, η οποία αξιολογήθηκε ως βάση δικαστικής βεβαίωσης.

Στο αντίπαλο πεδίο αναπτύχθηκε προβληματισμός για το όριο ανάμεσα σε ένδειξη και απόδειξη. Οι μαρτυρίες εξετάστηκαν ως ανθρώπινες αφηγήσεις με μεταβλητή αξιοπιστία.

Οι συσχετισμοί αντιμετωπίστηκαν ως ερμηνευτικές κατασκευές. Η έννοια της εικασίας προέκυψε μέσα από  κενά που καλύπτονταν με λογικά άλματα.

Σε αυτό το σημείο εντάσσεται και η εικόνα της δημόσιας διάστασης της υπόθεσης. Η επιστροφή με ταξί, όπως καταγράφεται στη δημόσια αφήγηση, αποκτά χαρακτήρα συμβολικής σκηνής. Ένα όχημα καθημερινότητας μεταφέρει ένα πρόσωπο που έχει συνδεθεί με μια από τις πιο ταραχώδεις και αιματοβαμμένες  υποθέσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Το αστικό περιβάλλον, οι δρόμοι, τα φανάρια και η κίνηση της πόλης, συνθέτουν μια στιγμή που αποτυπώνεται περισσότερο ως συμβολισμός παρά ως νομικό γεγονός.

Η στάση άρνησης των κατηγοριών εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο. Η επιμονή στη μη αποδοχή της ενοχής διαμορφώνει αφήγηση αντίστασης απέναντι στο τελικό συμπέρασμα του δικαστηρίου.

Η άρνηση αυτή αποκτά κοινωνική διάσταση, ανεξάρτητα από τη νομική της αξιολόγηση, καθώς εισέρχεται στον δημόσιο χώρο ως στάση απέναντι στην καταδίκη.

Η συζήτηση για το αν ένα δικαστήριο αποδίδει ευθύνη βάσει βεβαιότητας ή ένεκα  κοινωνικής πίεσης αγγίζει τον πυρήνα της ποινικής δικαιοσύνης. Το δικαστήριο (οφείλει να ) λειτουργεί θεσμικά μέσα από αποδεικτικά δεδομένα και αιτιολογημένη κρίση. Η κοινωνική συνείδηση πλάθεται  μέσα από εικόνες, αφηγήσεις και ερμηνείες.

Η διάκριση ανάμεσα σε εικασία, σύνδεση και απόδειξη καθορίζει το κέντρο της ανάλυσης. Η εικασία προκύπτει από αποσπασματικά δεδομένα. Η σύνδεση απορρέει  από τη συσχέτιση πολλαπλών στοιχείων. Η απόδειξη όμως που συγκροτείται ως δικαστική βεβαίωση  οφείλει να  στηρίζεται σε αιτιολογημένη συλλογιστική. Ακόμη και σε ακραίες περιπτώσεις.

Η υπόθεση της 17Ν παραμένει ακόμη και σήμερα πεδίο μελέτης για τη λειτουργία της ποινικής απόδειξης. Η μετατροπή ενδείξεων σε δικαστικό συμπέρασμα, η χρήση γλωσσικών και κοινωνικών συσχετισμών και η διαχείριση της έννοιας της βεβαιότητας,  συνθέτουν ένα πλαίσιο ερμηνείας  που ακροβατεί στα όρια ανάμεσα σε δίκαιο, λογική και δημόσια αντίληψη της ενοχής.

Προσωπικά και μετά από πολλά χρόνια δημοσιογραφικής έρευνας δεν έχω αμφιβολίες για το ρόλο Γιωτόπουλου ως επικεφαλής της 17Ν. Γνωρίζω επίσης ότι η Αντιτρομοκρατική καιρό πριν τη σύλληψή του, ήταν σε μόνιμη βάση κάτω από το σπίτι του. Προφανώς, και ο ίδιος  γνώριζε ότι παρακολουθούνταν στενά.

Αλλά- όπως λένε κάποιοι ιδιόρρυθμοι φίλοι μου νομικοί- το ζήτημα δεν είναι τι θεωρούμε, αλλά τι αποδεικνύεται…