
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Υπάρχουν δυο “αν” μπροστά: αν ο Μητσοτάκης ξαναγίνει Πρωθυπουργός και αν ξαναβάλει στο υπουργείο Πολιτισμού τη Λίνα Μενδώνη.
Το πρώτο θα είναι πρόβλημα -ακόμη και για όσους το διαλέξουν. Με το δεύτερο θα ξεπεράσει η θητεία της το ρεκόρ της Μερκούρη. Και αυτό από μόνο του θα είναι ύβρις: και χίλια χρόνια να μείνει υπουργός Μελίνα δεν θα γίνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι το ενδεχόμενο να παραμείνει η Μενδώνη είναι από μόνο του αρκετό για να μην παραμείνει ο Μητσοτάκης. Αλλά αυτά πάνε πακέτο. Για δυο λόγους, από τους οποίους ο ένας προηγείται των εκλογών του 2019.
Το βράδυ που ανακοινώθηκε ότι η κυβέρνηση περιέρχεται στην οικογένεια του ιστορικού αντιπάλου του ΠΑΣΟΚ- η Μενδώνη βρισκόταν στη Χαρ. Τρικούπη. Δίπλα στη Φώφη Γεννήματα, ως κομματικό στέλεχος. Την επομένη ανακοινώθηκε υπουργός του Μητσοτάκη.
Το σοκ στο κόμμα που την είχε κάνει γενική γραμματέα και η πισώπλατη μαχαιριά στην πολιτική ηθική ερμηνεύθηκαν λίγο αργότερα.
Ο νέος Πρωθυπουργός αποκάλυψε ότι από καιρό η υπουργός του το πρωί ήταν ΠΑΣΟΚ και το βράδυ σύμβουλος της οικογένειας Μητσοτάκη. Στη Χαρ. Τρικούπη είχαν μεσάνυχτα και δεν υποψιάσθηκαν ούτε καν τις παρέες της.
Έκτοτε,υπηρετώντας έναν πολιτικό με μοναδική ιδεολογία το δόγμα “ιδιωτικοποιώ, άρα υπάρχω στην κυβέρνηση” αφαιρεί την πολιτιστική κληρονομιά από τον δημόσιο τομέα και την αφήνει στην κερδοσκοπική βουλιμία του ιδιωτικού.
Εντελώς συμβατό με την οικογενειακή παράδοση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου έλεγε για τον πατέρα Μητσοτάκη: είναι ικανός, όχι μόνο να πουλήσει την Ακρόπολη, αλλά και να τη δώσει μισοτιμής. Που να έβλεπε και τον γιο…
Η ασέβεια Μενδώνη στο πολιτισμό ως έργο των απελθόντων συνδυάζεται με προσβολές επί των ζώντων. Πχ: από τη μια η τοποθέτηση του Λιγνάδη σε έναν κρατικό πολιτιστικό θεσμό και από την άλλη η διαβόητη γκριμάτσα για τον Σταύρο Ξαρχάκο.
Μετά από διαδοχικά επιμέρους δείγματα γραφής η συγκαλυμμένη ιδιωτικοποίηση των διαχρονικών μνημείων του ελληνικού πολιτισμού στο σύνολό του,είναι το “αριστούργημά” της.
Προφανώς κατ’ ανάθεση. Μια εξωκοινοβουλευτική υπουργός, με όχι και τόσο καλή φήμη, δεν θα τολμούσε να μετατρέψει την πολιτιστική κληρονομία σε εμπόρευμα , με τον κυνισμό: έτσι θα βγαίνουν περισσότερα λεφτά.
Απέναντι στην καθολική αποδοκιμασία της για το “αναπτυξιακό” και “κερδοφόρο” ανοσιούργημα αντιπαρέθεσε ,στη Βουλή, κάτι που το έκανε χειρότερο:
“Η ελληνική κοινωνία έχει επιλέξει τη διακυβέρνηση της από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, άρα και την εφαρμογή των πολιτικών μας και η διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και του πολιτισμού, απηχεί την ιδεολογική μας τοποθέτηση”.
Αναιδέστερο επιχείρημα δεν μπορούσαν να βρουν οι σύμβουλοι της. Η ιδεολογία είναι για τις συζητήσεις και την κομματική αντιπαράθεση. Οι κυβερνήσεις απολογούνται για όσα πράττουν. Και αυτό που πράττει η ίδια στον διεθνή χώρο την εκθέτει σε όσους δεν πιστεύουν ότι ο Παρθενώνας προσφέρεται για business as usual.
Στην πράξη υλοποιεί ένα ακομη business plan της “Μαξίμου ΑΕ” που θα έλεγε η Φώφη. Γι’αυτό προς υποστήριξή της, βγήκε από τη σκιά -που τον προστατεύει από την οργή των βουλευτών της ΝΔ- ο, επίσης εξωκοινοβουλευτικός, υπουργός Σκέρτσος. Και δίκην “αυτοφοράκια” παρουσίασε το νόμο Μενδώνη ως τέλειο έγκλημα.
Απαντώντας σε δέκα ερωτήσεις, που ο ίδιος υπέβαλε στον εαυτό του, κατέληξε στο σόφισμα, ότι η μεταφορά της “αξιοποίησης” των πολιτιστικών μνημείων, σε ΝΠΙΔ δεν οδηγεί σε ιδιωτικοποίηση. Γιατί δεν μεταφέρεται η κυριότητα και στα υπόλοιπα τον τελευταίο λόγο θα έχει η κυβέρνηση. Μα αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα -με άλλη κυβέρνηση θα ήταν ίσως συζητήσιμο..
Με τη ισοπεδωτική λογική της “οικονομικής απόδοσης”, την αδιαφάνεια και την απομάκρυνση του δημοσίου από τη διαχείριση της κληρονομιάς του έθνους, η ύβρις συναντάει τον εμπαιγμό.

