Του Απόστολου Λουλουδάκη
Η σημειολογία της πολιτικής υπόσχεσης στην Ευρώπη των κρίσεων ακολουθεί μια παράδοξη γεωμετρία: όσο πιο πολύπλοκα γίνονται τα δομικά αδιέξοδα του ύστερου καπιταλισμού, τόσο πιο απλές, σχεδόν παιδικές, γίνονται οι μεταφορές που επιστρατεύονται για τη διαχείρισή τους. Από το βήμα της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να εισαγάγει στο εγχώριο αφήγημα μια φιγούρα που μοιάζει βγαλμένη από τα εγχειρίδια της σύγχρονης δυτικής σοσιαλδημοκρατικής φιλανθρωπίας: τον μεταμελημένο υπερπλούσιο.
Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, οι αρχιτέκτονες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής ισχύος δεν οχυρώνονται πλέον πίσω από τους φορολογικούς τους παραδείσους, αλλά, υπό το βάρος μιας ξαφνικής υπαρξιακής ή κοινωνικής ενοχής, εκλιπαρούν τα κράτη να τους αφαιρέσουν ένα μέρος από το βάρος της χρυσής τους μοναξιάς.
Αυτή η εικόνα των κροκοδείλιων δακρύων της παγκόσμιας ελίτ δεν είναι ούτε νέα ούτε αυθόρμητη. Αντιθέτως, συνομιλεί υπόγεια και ειρωνικά με μια παλιά, κλασική ιστορία πολιτικής επιβίωσης από τους δρόμους της Φρανκφούρτης του 19ου αιώνα. Όταν οι εξεγερμένοι του 1848 απείλησαν τα θησαυροφυλάκια του οίκου των Ρότσιλντ, ο πατριάρχης της δυναστείας δεν επιστράτευσε μισθοφόρους, αλλά μια αφοπλιστική μαθηματική προβοκάτσια. Προσφέρθηκε να μοιράσει την περιουσία του στους εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης, αποδεικνύοντας με το μολύβι στο χέρι ότι το μερίδιο που αναλογούσε στον καθένα δεν ξεπερνούσε μερικά ευτελή σελίνια. Μέσα από αυτή την επίδειξη «γενναιοδωρίας», ο βαρώνος κατάφερε να μετατρέψει το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη σε ένα γελοίο ανέκδοτο λιανικής. Το πλήθος υποχώρησε, οι τρεις-τέσσερις περαστικοί που πήραν τα σελίνια τους έφυγαν ικανοποιημένοι, και η δομή που γεννούσε την ανισότητα παρέμεινε ακέραιη, προστατευμένη πίσω από το πέπλο της αριθμητικής φάρσας.
Η σύγχρονη εκδοχή αυτού του θεάτρου, όπως αναπαράχθηκε στη Θεσσαλονίκη, αντικαθιστά τα σελίνια του Ρότσιλντ με το «πατριωτικό 1%» επί του πλουσιότερου στρώματος της κοινωνίας. Η γοητεία αυτής της πρότασης έγκειται στην απλότητά της: παρουσιάζει τη φορολόγηση όχι ως μια δυναμική διαδικασία σύγκρουσης και αναδιάρθρωσης των παραγωγικών σχέσεων, αλλά ως μια πράξη διοικητικής ευγένειας. Τοποθετώντας στο προσκήνιο τους «υπερπλούσιους που ζητούν να φορολογηθούν», η πολιτική ρητορική της αριστερής διαχείρισης μετακινεί το πρόβλημα από το πεδίο της οικονομικής δομής στο πεδίο της ηθικής προίκας. Οι υποθέσεις εργασίας γίνονται ξαφνικά προσωπικές, και η ιστορική δυναμική της ανισότητας υποβιβάζεται σε ένα ζήτημα καλής ή κακής θέλησης των διαχειριστών του κεφαλαίου.
Το σκωπτικό στοιχείο αυτής της σύγκλισης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη πολιτική ηγεσία παγιδεύεται στην ίδια πλάνη που έστησε ο Ρότσιλντ πριν από δύο αιώνες. Ο βαρώνος γνώριζε καλά ότι ο πλούτος του δεν βρισκόταν στα χαρτονομίσματα ή στα κέρματα που μπορούσε να μοιράσει στους περαστικούς, αλλά στο δίκτυο των προνομίων, των τίτλων ιδιοκτησίας και των κρατικών ομολόγων που του επέτρεπαν να ελέγχει τις ζωές των άλλων. Όταν ο Τσίπρας επικαλείται τις διεθνείς εκκλήσεις των σύγχρονων κροίσων για υψηλότερους φόρους, παραβλέπει το γεγονός ότι αυτή η ξαφνική «αριστερή» ευαισθησία των δισεκατομμυριούχων αποτελεί την απόλυτη γραμμή άμυνάς τους. Η ελίτ του 21ου αιώνα δεν ζητά να φορολογηθεί επειδή ανακάλυψε την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά επειδή αντιλαμβάνεται ότι η υπερσυσσώρευση πλούτου έχει φτάσει σε ένα σημείο τόσο προκλητικό, που απειλεί να ανατινάξει το ίδιο το οικοδόμημα της καταναλωτικής πίστης και της κοινωνικής ειρήνης.
Η πρόταση για φορολόγηση του 1% των πλουσιότερων λειτουργεί ουσιαστικά ως ένα ασφάλιστρο κινδύνου. Είναι το τίμημα που οι σύγχρονοι Ρότσιλντ είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν στο κράτος-διαιτητή για να εξασφαλίσουν ότι η υπόλοιπη περιουσία τους, καθώς και οι μηχανισμοί που την παράγουν, θα παραμείνουν στο απυρόβλητο. Η θεσμική αριστερά, υιοθετώντας αυτό το αφήγημα, μετατρέπεται από φορέα ανατροπής σε έναν ιδιότυπο εισπράκτορα αυτής της παγκόσμιας συνδρομής σταθερότητας. Η ρητορική της ΔΕΘ δεν απειλεί τις αγορές, αλλά τις καθησυχάζει, προσφέροντάς τους μια διέξοδο από την ίδια τους την απληστία, μια μέθοδο για να συνεχίσουν να υπάρχουν χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουν τίποτα στην πραγματική βάση της ισχύος τους.
Επιπλέον, η εστίαση στη ρευστοποίηση ή τη φορολόγηση του χρήματος ως αυτοτελούς μεγέθους συσκοτίζει την πραγματική φύση της οικονομικής κυριαρχίας. Το χρήμα, όπως αποδείχθηκε τόσο στην περίπτωση της Φρανκφούρτης όσο και στις σύγχρονες ναυαρχίδες του real estate και της ψηφιακής οικονομίας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύμβολο εξουσίας πάνω στην ανθρώπινη εργασία. Ακόμη και αν το κράτος κατάφερνε να αποσπάσει αυτό το περιβόητο 1%, η ασύμμετρη σχέση ανάμεσα σε αυτόν που κατέχει τα μέσα παραγωγής και σε αυτόν που διαθέτει μόνο την εργατική του δύναμη παραμένει ανέπαφη. Ο σύγχρονος εργαζόμενος, που καλείται να χειροκροτήσει τη φορολογική συμμόρφωση των ελίτ, παραμένει εγκλωβισμένος σε μια καθημερινότητα όπου το κόστος διαβίωσης, η στέγαση και η πρόσβαση στα βασικά αγαθά καθορίζονται από τις ορέξεις των ίδιων «μεταμελημένων» επενδυτών.
Η ειρωνεία κορυφώνεται όταν εξετάσει κανείς τη γεωγραφική και ιστορική μετατόπιση των ρόλων. Στον 19ο αιώνα, η απάντηση του Ρότσιλντ ήταν μια αμυντική αντίδραση απέναντι στον τρόμο της επικείμενης απαλλοτρίωσης. Στον 21ο αιώνα, η αναφορά του Τσίπρα στη φορολόγηση των πλουσίων παρουσιάζεται ως μια επιθετική, σχεδόν ριζοσπαστική μεταρρύθμιση. Αυτό που κάποτε αποτελούσε το ελάχιστο τέχνασμα ενός τραπεζίτη για να αποφύγει την οργή του δρόμου, σήμερα βαφτίζεται προοδευτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. Η πολιτική φαντασία φαίνεται να έχει υποστεί μια τέτοια καθίζηση, που αδυνατεί να συλλάβει οποιαδήποτε εναλλακτική πέρα από τη διαχείριση των ψίχουλων που περισσεύουν από το τραπέζι της παγκόσμιας ολιγαρχίας.
Η σύνδεση αυτών των δύο στιγμών αναδεικνύει μια βαθύτερη αλήθεια για τη φύση του πολιτικού συμβιβασμού. Όταν η αριστερά εγκαταλείπει το όραμα της ριζικής αναδιοργάνωσης της παραγωγής και περιορίζεται στον ρόλο του δίκαιου διανομέα του υπάρχοντος πλούτου, καταδικάζεται να παίζει στο γήπεδο που σχεδίασαν οι αντίπαλοί της. Η ιστορία του Ρότσιλντ και η δήλωση του Τσίπρα στη ΔΕΘ αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: από τη μία πλευρά, η ελίτ που προσφέρει οικειοθελώς ένα ελάχιστο μέρος της ισχύος της για να διασώσει το όλον, και από την άλλη, η πολιτική ηγεσία που πανηγυρίζει για αυτή την προσφορά, θεωρώντας την ως νίκη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Στο τέλος της ημέρας, ο βαρώνος της Φρανκφούρτης μπορεί να χαμογελάει από το παρελθόν, βλέποντας ότι η μέθοδός του όχι μόνο επιβίωσε, αλλά ενσωματώθηκε πλήρως στη στρατηγική εκείνων που υποτίθεται ότι θα τον αμφισβητούσαν.
Η ανάδυση κινημάτων όπως το Millionaires for Humanity ή το Proud to Pay More δεν αποτελεί μια αυθόρμητη εκδήλωση ταξικής αυτογνωσίας, αλλά μια προσεκτικά σχεδιασμένη άσκηση πολιτικής επικοινωνίας. Σε μια εποχή όπου οι δείκτες Gini της ανισότητας θυμίζουν τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης, μια μερίδα της παγκόσμιας ελίτ αποφάσισε να αντικαταστήσει την παραδοσιακή αλαζονεία του πλούτου με μια βιτρίνα ηθικής αγωνίας. Αυτοί οι «πατρίκιοι με κοινωνική συνείδηση» δεν κρύβονται πλέον στα σαλέ του Νταβός· αντίθετα, καταλαμβάνουν τα πρωτοσέλιδα των οικονομικών εφημερίδων κρατώντας μανιφέστα που ζητούν την ίδια τους τη φορολογική τιμωρία. Πρόκειται για μια ιδιότυπη «φιλανθρωπία της αγχόνης», όπου ο μελλοθάνατος προθυμοποιείται να αγοράσει ο ίδιος το σχοινί, υπό τον όρο ότι θα του επιτραπεί να καθορίσει το πάχος του και, κυρίως, το ύψος της πτώσης.
Αυτό το φαινόμενο βρίσκει τον ιδανικό του σύμμαχο στη σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η οποία, έχοντας υποστεί έναν πλήρη ιδεολογικό ακρωτηριασμό μετά την κρίση του 2008, αναζητά απεγνωσμένα ένα αφήγημα που να μοιάζει ριζοσπαστικό χωρίς να ενοχλεί τις αγορές. Για τους ηγέτες της θεσμικής αριστεράς, οι μεταμελημένοι κροίσοι είναι ένα θείο δώρο. Επιτρέπουν στην πολιτική ηγεσία να ισχυριστεί ότι η αναδιανομή του πλούτου δεν είναι προϊόν σκληρής ταξικής σύγκρουσης ή μονομερών κρατικών εξαναγκασμών, αλλά το αποτέλεσμα μιας ορθολογικής, σχεδόν φιλικής συμφωνίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Η πολιτική έτσι μετατρέπεται από πεδίο μάχης σε μια κοσμική δεξίωση, όπου ο οικοδεσπότης συμφωνεί να αφήσει ένα μεγαλύτερο φιλοδώρημα στο προσωπικό για να αποφύγει τις φασαρίες στην κουζίνα.
Η δομική απάτη αυτής της σύγκλισης κρύβεται στις λεπτομέρειες των αιτημάτων αυτών των κινημάτων. Όταν οι «εκατομμυριούχοι για την ανθρωπότητα» ζητούν ένα πρόσθετο φόρο 1% στα εισοδήματά τους, γνωρίζουν πολύ καλά ότι η πραγματική τους ισχύς δεν βρίσκεται στα δηλωθέντα εισοδήματα που υπόκεινται σε φόρο φυσικών προσώπων. Βρίσκεται στους δαιδαλώδεις μηχανισμούς των εταιρειών χαρτοφυλακίου (holding companies), στα αδιαφανή τραστ, στις offshore δικαιοδοσίες και στα χρηματοπιστωτικά παράγωγα που παραμένουν συστηματικά στο απυρόβλητο οποιασδήποτε εθνικής νομοθεσίας. Η πρόσκληση για φορολόγηση είναι στην πραγματικότητα μια πρόσκληση για νομιμοποίηση. Πληρώνοντας ένα συμβολικό τίμημα στην επίσημη κρατική σκηνή, η ελίτ αγοράζει την απόλυτη ασυλία για το τεράστιο, αόρατο σώμα της περιουσίας της που κινείται στα παρασκήνια της παγκόσμιας οικονομίας.
Από την πλευρά της, η σοσιαλδημοκρατία χρησιμοποιεί αυτές τις εκκλήσεις για να δικαιολογήσει τη δική της απραξία απέναντι στις μεγάλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αντί να συζητά για την κοινωνικοποίηση των δικτύων ενέργειας, για τον εργατικό έλεγχο στις ψηφιακές πλατφόρμες-μονοπώλια ή για την κατάργηση των πατεντών στα κοινωνικά αγαθά, περιορίζει το όραμά της σε μια λογιστική διαχείριση των πλεονασμάτων. Το πολιτικό πρόγραμμα εξαντλείται στην ερώτηση: «πόσα ψίχουλα μπορούμε να μαζέψουμε από το τραπέζι;» και όχι «πώς θα αλλάξουμε τη διάταξη του τραπεζιού». Αυτή η διολίσθηση μετατρέπει την προοδευτική πολιτική σε έναν τροχονόμο του καπιταλισμού, ο οποίος απλώς φροντίζει ώστε η κυκλοφορία του χρήματος να μην προκαλεί υπερβολική συμφόρηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνικά ατυχήματα.
Το σκωπτικό μεγαλείο αυτής της σύγχρονης φάρσας ολοκληρώνεται όταν εξετάσει κανείς τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που εφαρμόστηκαν παρόμοιοι «φόροι πολυτελείας» ή εισφορές αλληλεγγύης στην Ευρώπη, τα έσοδα αποδείχθηκαν πενιχρά, καθώς η κινητικότητα του κεφαλαίου ξεπερνά πάντα τη γραφειοκρατική ταχύτητα του κράτους. Ωστόσο, το επικοινωνιακό κέρδος για την ελίτ παραμένει τεράστιο: έχουν πλέον το δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται «κοινωνικοί χρηματοδότες», μετατρέποντας τη φορολογική τους υποχρέωση σε μια πράξη εθνικής ευεργεσίας. Το κράτος, από εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας, υποβιβάζεται σε έναν οργανισμό διαχείρισης δωρεών, και η δημοκρατία σε ένα real estate φιλανθρωπίας, όπου οι κανόνες του παιχνιδιού γράφονται από εκείνους που έχουν την πολυτέλεια να αγοράζουν την κοινωνική ειρήνη με το αζημίωτο.
Όταν οι παραδοσιακοί θεματοφύλακες της ορθοδοξίας, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα, υιοθετούν ξαφνικά τη ρητορική της προοδευτικής φορολόγησης και των έκτακτων εισφορών στον πλούτο, η ιστορία δεν καταγράφει μια ιδεολογική μεταστροφή, αλλά μια άσκηση συστημικής αυτοσυντήρησης. Αυτοί οι αρχιτέκτονες των προγραμμάτων δομικής προσαρμογής, που επί δεκαετίες επέβαλαν τη λιτότητα ως μοναδικό οικονομικό δόγμα, δεν ανακάλυψαν όψιμα τον κοινωνικό δαρβινισμό της ανισότητας από ανθρωπιστικό ενδιαφέρον. Αντιθέτως, αντιλαμβάνονται ότι το εκκρεμές της παγκόσμιας συσσώρευσης πλούτου έχει φτάσει σε ένα τόσο ακραίο σημείο, που απειλεί να σπάσει τον ίδιο τον μηχανισμό του ρολογιού.
Η ξαφνική «αριστερή» στροφή στη ρητορική των τεχνοκρατών της Ουάσιγκτον λειτουργεί πρωτίστως ως ένα προληπτικό αλεξικέραυνο απέναντι στην κοινωνική έκρηξη. Μετά από αλλεπάλληλες κρίσεις —από την πανδημία και τις πληθωριστικές πιέσεις μέχρι τα ενεργειακά σοκ και τους γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς— το κοινωνικό συμβόλαιο στη Δύση βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης. Οι διεθνείς οργανισμοί γνωρίζουν ότι αν οι μάζες αντιληφθούν τη φορολόγηση ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου οι φτωχοί χρηματοδοτούν τις διασώσεις των τραπεζών μέσω των έμμεσων φόρων, η πολιτική σταθερότητα που απαιτούν οι αγορές θα καταρρεύσει. Η εισήγηση για έναν «φόρο αλληλεγγύης» στους υπερπλούσιους δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα πολιτικό αναισθητικό: μια ελάχιστη παραχώρηση στην κοινή γνώμη για να καταπραϋνθεί η οργή, χωρίς να θιγούν οι δομές της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη ειρωνεία κρύβεται στο χάσμα μεταξύ των δημόσιων διακηρύξεων και της καθημερινής πρακτικής αυτών των οργανισμών, όπως αποκαλύπτουν οι αναλύσεις διεθνών παρατηρητών όπως η Oxfam. Ενώ στις κεντρικές τους εκθέσεις και στα πάνελ του Νταβός το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα υμνούν τη σημασία της φορολογικής δικαιοσύνης για τις ανεπτυγμένες οικονομίες, η πραγματικότητα της «τεχνικής βοήθειας» που παρέχουν στον αναπτυσσόμενο κόσμο παραμένει βαθιά οπισθοδρομική. Στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου, εκεί όπου η ανισότητα είναι ζήτημα επιβίωσης, οι επίσημες συστάσεις των οργανισμών συνεχίζουν να επικεντρώνονται πεισματικά στην αύξηση των φόρων κατανάλωσης (όπως ο ΦΠΑ) και στην περικοπή των δημόσιων δαπανών, αφήνοντας τις μεγάλες περιουσίες και τα εταιρικά κέρδη στο απυρόβλητο.
Αυτή η διπλή γλώσσα αποκαλύπτει τον πραγματικό ρόλο των διεθνών θεσμών: λειτουργούν ως ο συλλογικός διαχειριστής του παγκόσμιου κεφαλαίου. Η ρητορική υπέρ της φορολόγησης του 1% δεν αποσκοπεί στην αναδιανομή του πλούτου προς τα κάτω, αλλά στη διάσωση του κράτους από τη δημοσιονομική ασφυξία, ώστε αυτό να μπορεί να συνεχίσει να εξυπηρετεί τα δημόσια χρέη και να επιδοτεί τις μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Προτείνοντας τη φορολόγηση των «ψιχίων» που περισσεύουν από τις υπεράκτιες δομές των σύγχρονων Ρότσιλντ, το ΔΝΤ δεν αμφισβητεί το σύστημα· αντίθετα, το εξορθολογίζει. Προσφέρει στην παγκόσμια ελίτ τη δυνατότητα να αγοράσει τη νομιμότητά της με το αζημίωτο, μετατρέποντας τη φορολογική υποχρέωση σε ένα premium ασφάλιστρο που εγγυάται ότι οι βασικοί κανόνες της ιδιοκτησίας και της εξουσίας θα παραμείνουν αναλλοίωτοι.
Καλό είναι να αναφερθούμε ότι η ελληνική πολιτική ιστορία διατηρεί μια σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια απέναντι στον θεσμό της «εθνικής ευεργεσίας». Από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια μέχρι τις σύγχρονες δωρεές των εφοπλιστικών ιδρυμάτων, η φιγούρα του πλούσιου ομογενή ή του μεγιστάνα που χρηματοδοτεί νοσοκομεία, μουσεία και σχολεία παρουσιάζεται ως το απόλυτο πρότυπο πατριωτισμού. Αυτό που η επίσημη ιστοριογραφία βαφτίζει «ανιδιοτελή προσφορά προς το Έθνος», στην πραγματικότητα αποτελεί την πιο ανθεκτική δομική ιδιαιτερότητα του ελληνικού καπιταλισμού: τη συστηματική χρήση της ιδιωτικής φιλανθρωπίας ως άλλοθι για την ανυπαρξία και τη σκόπιμη υπονόμευση ενός αυθεντικού κοινωνικού κράτους.
Αυτή η παράδοση λειτούργησε ιστορικά ως μια βολική συμφωνία κυρίων ανάμεσα στην εκάστοτε πολιτική εξουσία και την οικονομική ελίτ. Το ελληνικό κράτος, αδύναμο ή απρόθυμο να οικοδομήσει έναν ισχυρό φορολογικό μηχανισμό που θα επέβαλλε τη συστηματική και δίκαιη εισφορά του μεγάλου κεφαλαίου, επέλεξε να εκχωρήσει τις κοινωνικές του υποχρεώσεις στην καλή θέληση των ισχυρών. Αντί για ένα θεσμοθετημένο σύστημα υγείας, παιδείας και πρόνοιας χρηματοδοτούμενο από την αναλογική φορολόγηση του πλούτου, η ελληνική κοινωνία εθίστηκε να περιμένει τη σωτηρία από τις διαθήκες των Αβέρωφ, των Σίνα ή των Ζάππα. Η κοινωνική δικαιοσύνη αντικαταστάθηκε από την κρατική επαιτεία, και τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα μετατράπηκαν σε δωρεάν παροχές των προνομιούχων.
Το σκωπτικό μεγαλείο αυτής της στρατηγικής κρύβεται στο γεγονός ότι η ευεργεσία αποτελεί την πιο κερδοφόρα επένδυση για το ίδιο το κεφάλαιο. Χρηματοδοτώντας ένα κτίριο ή μια πτέρυγα νοσοκομείου, ο ευεργέτης δεν επιστρέφει απλώς ένα ελάχιστο μέρος του πλούτου που απέσπασε από την κοινωνία, αλλά αγοράζει την απόλυτη κοινωνική και πολιτική ασυλία. Το όνομά του, λαξευμένο σε πεντελικό μάρμαρο, μετατρέπεται σε σύμβολο αρετής, καθιστώντας οποιαδήποτε συζήτηση για την προέλευση της περιουσίας του ή για τη φοροδιαφυγή του ιεροσυλία. Η ελίτ εξαγοράζει το δικαίωμα να μην φορολογείται θεσμικά, προσφέροντας αντί φόρων μνημεία, και το κράτος την ανταμείβει παραχωρώντας της τον ρόλο του ηθικού καθοδηγητή του έθνους.
Στον 21ο αιώνα, η παράδοση αυτή δεν έχει πεθάνει· έχει απλώς εκσυγχρονιστεί μέσω των μεγάλων ιδιωτικών ιδρυμάτων που διαχειρίζονται τον πολιτισμό, την υγεία και την παιδεία. Όταν η σύγχρονη πολιτική ηγεσία πανηγυρίζει για τις δωρεές ασθενοφόρων ή την ανέγερση πολιτιστικών κέντρων από εφοπλιστικούς οίκους, επαναλαμβάνει την ίδια ακριβώς φάρσα. Το κράτος αποσύρεται συνειδητά από τις υποχρεώσεις του, αφήνοντας τις βασικές ανάγκες των πολιτών στο έλεος της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Στο τέλος της ημέρας, η ελληνική εκδοχή της ιστορίας του Ρότσιλντ είναι μια ιστορία όπου ο τραπεζίτης δεν χρειάζεται καν να βγει στον δρόμο για να μοιράσει σελίνια· του αρκεί να χτίσει ένα νεοκλασικό μέγαρο για να τον χειροκροτήσει το πλήθος, την ίδια ώρα που οι φόροι του παραμένουν ασφαλείς σε κάποια ναυτιλιακή offshore.
Η περιπλάνηση από τη Φρανκφούρτη του 19ου αιώνα μέχρι τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη, και από τα τεχνοκρατικά γραφεία της Ουάσιγκτον μέχρι τα μαρμάρινα μέγαρα των Αθηνών, αποκαλύπτει μια ενιαία, απαράλλακτη αλήθεια: ο καπιταλισμός επιβιώνει επειδή γνωρίζει πότε πρέπει να σκηνοθετεί τη δική του μετάνοια. Είτε πρόκειται για τα σελίνια του Ρότσιλντ, είτε για το «πατριωτικό 1%» της σοσιαλδημοκρατίας, είτε για τις όψιμες ανησυχίες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και τις δωρεές των σύγχρονων ευεργετών, ο μηχανισμός παραμένει κοινός. Πρόκειται για μια διαρκή διαπραγμάτευση της ελίτ με την ιστορία, όπου το κεφάλαιο παραχωρεί οικειοθελώς τα ψίχουλα της ρευστότητάς του για να διασφαλίσει τον έλεγχο επί της παραγωγικής βάσης.
Η πραγματική τραγωδία της σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής δεν είναι ότι αδυνατεί να επιβάλει αυτούς τους φόρους, αλλά ότι έχει αποδεχθεί την ηθική τους γραμματική. Πανηγυρίζοντας για τους «υπερπλούσιους που ζητούν να φορολογηθούν», η θεσμική αριστερά μετατρέπει το αίτημα της κοινωνικής χειραφέτησης σε ένα ζήτημα διαχειριστικής ευσπλαχνίας. Αντί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα μιας δομής που επιτρέπει τη συσσώρευση τέτοιου σκανδαλώδους πλούτου, μετατρέπεται στον επίσημο εγγυητή της σταθερότητάς της, εισπράττοντας το premium της κοινωνικής ειρήνης.
Όσο η πολιτική φαντασία περιορίζεται στα όρια της φορολογικής αριθμητικής και της φιλανθρωπικής ευεργεσίας, το σύστημα θα παραμένει απρόσβλητο. Οι κανόνες του παιχνιδιού θα συνεχίσουν να γράφονται από εκείνους που έχουν την πολυτέλεια να αγοράζουν τη νομιμότητά τους με το αζημίωτο, αφήνοντας την κοινωνία στη θέση του περαστικού που περιμένει ένα νόμισμα στον δρόμο. Στο μεγάλο θέατρο της παγκόσμιας οικονομίας, ο βαρώνος της Φρανκφούρτης δεν νικήθηκε ποτέ· απλώς άλλαξε κοστούμι, έμαθε να μιλά τη γλώσσα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και της κρατικής σταθερότητας, και συνεχίζει να χαμογελά πίσω από τα μάρμαρα και τις κάλπες, βλέποντας ότι η παλιά του φάρσα παραμένει το πιο σύγχρονο πρόγραμμα διακυβέρνησης.

