Το κρυφό αντικείμενο του πόθου: για μία Ευρωπαϊκή φορολογική πολιτική

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

*Για ενημέρωση του Προέδρου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης

Η Ευρώπη του 2026 δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με ένα δημοσιονομικό πρόβλημα. Βρίσκεται μέσα σε μια γεωοικονομική αναδιάταξη που μεταβάλλει ταυτόχρονα τις ενεργειακές της εξαρτήσεις, τις εμπορικές της σχέσεις, την τεχνολογική της αυτονομία και, τελικά, την ίδια την έννοια της οικονομικής της κυριαρχίας.

Η γεωγραφία της εξάρτησης

Ο πόλεμος στην Ουκρανία υπήρξε η μεγάλη τομή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να απαλλαγεί από τη ρωσική ενεργειακή εξάρτηση και, μαζί με αυτήν, από ένα ολόκληρο γεωπολιτικό παρελθόν. Το ρωσικό φυσικό αέριο έπρεπε να φύγει. Η λύση βρέθηκε, όπως συμβαίνει συχνά στη γεωοικονομία, όχι στην κατάργηση της εξάρτησης, αλλά στη μεταφορά της: οι αγωγοί αντικαταστάθηκαν από πλοία, η Gazprom από το LNG, η Ρωσία από τις ΗΠΑ, το Κατάρ και άλλους προμηθευτές.

Η πολιτική απόφαση ήταν καθαρή. Η αγορά, όμως, αποδείχθηκε πιο περίπλοκη.

Η καλύτερη απόδειξη βρίσκεται στο Yamal, ένα από τα μεγαλύτερα έργα παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) της Ρωσίας, που βρίσκεται στη χερσόνησο Γιαμάλ της Αρκτικής. Την ώρα που οι Βρυξέλλες σχεδίαζαν την οριστική απαγόρευση των ρωσικών εισαγωγών, η ευρωπαϊκή αγορά συνέχιζε να απορροφά ρωσικό LNG. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, από τα 140 φορτία που εξήλθαν από το Yamal LNG στην Αρκτική, τα 136 —πάνω από το 97%— κατέληξαν σε ευρωπαϊκά λιμάνια (με κύριους παραλήπτες τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ισπανία). Περίπου 13,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου σε αέριο ισοδύναμο, αξίας περίπου 6 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Το παράδοξο γίνεται βαθύτερο αν αναλογιστεί κανείς τη διαδρομή του χρήματος. Μετά το πάγωμα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στη Δύση, το Κρεμλίνο είχε ήδη θεσπίσει μηχανισμούς πληρωμής που οδηγούσαν, για συγκεκριμένες κατηγορίες ρωσικού φυσικού αερίου, στη μετατροπή των εσόδων σε ρούβλια. Η Ευρώπη γνωρίζει πόσο αέριο παρέλαβε, αλλά παραμένει ασαφές μέσω ποιου χρηματοπιστωτικού μηχανισμού εκκαθαρίστηκαν αυτά τα 6 δισεκατομμύρια. Και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Η Ευρώπη μπορεί να παγώνει ρωσικά στοιχεία στη δική της δικαιοδοσία, δεν μπορεί όμως να παγώσει ένα ρούβλι που διακινείται εντός του ρωσικού συστήματος. Με τη συμμετοχή της γαλλικής TotalEnergies και τη χρήση των ευρωπαϊκών λιμενικών υποδομών, η ΕΕ κατέληξε να αποτελεί μέρος της αλυσίδας που συντηρεί το προϊόν που η ίδια προσπαθεί να απαγορεύσει.

Από το Yamal στο Ορμούζ

Αλλά ακόμα κι όταν η απεξάρτηση από τη Ρωσία προχωρά, ο χάρτης δεν αλλάζει με κανονισμούς. Το ρωσικό αέριο μπορεί να απομακρυνθεί από τους αγωγούς, αλλά το LNG του Κατάρ πρέπει να περάσει από το Ορμούζ.

Η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν και η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά μετέτρεψαν ξανά μια εμπορική διαδρομή σε στρατηγική ευπάθεια. Με 21,5 δισ. κυβικά μέτρα συμβολαιοποιημένου καταριανού LNG να βρίσκονται στον αέρα για το 2026, η Ευρώπη υποχρεώνεται να καταφύγει στη spot αγορά, ανταγωνιζόμενη τις ασιατικές οικονομίες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή η ΕΕ έχει καταβάλει επιπλέον 53 δισεκατομμύρια ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.

Η Ευρώπη πιθανότατα δεν θα «παγώσει» τον χειμώνα του 2026-2027· διαθέτει αποθέματα και υποδομές. Το πρόβλημα είναι το κόστος. Η ασφάλεια που αγοράζεται ακριβότερα δεν παύει να είναι ασφάλεια, αλλά κάποιος πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό. Και αυτό είναι το πρώτο μάθημα της νέας γεωοικονομίας: η απεξάρτηση δεν είναι η κατάργηση της εξάρτησης, είναι η επιλογή του επόμενου ευάλωτου σημείου στον χάρτη.

Το αμερικανικό μέτωπο και η φορολογική κυριαρχία

Την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε διαπραγμάτευση ισχύος. Οι αμερικανικοί δασμοί δεν αποτελούν πλέον απλό εργαλείο εμπορικής πολιτικής, αλλά μοχλό πίεσης απέναντι στην προσπάθεια της Ευρώπης να ρυθμίσει την αμερικανική ψηφιακή ισχύ.

Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 890 εκατομμυρίων ευρώ στην Google τον Ιούλιο του 2026 για παραβάσεις του Digital Markets Act, η απάντηση από την Ουάσιγκτον ήταν άμεση: απειλές για «σημαντικούς» πρόσθετους δασμούς.

Έτσι, τα μέτωπα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο γεωοικονομικό αδιέξοδο. Η Ευρώπη χρειάζεται ενέργεια, αλλά οι διαδρομές της ελέγχονται γεωπολιτικά. Χρειάζεται την αμερικανική αγορά, αλλά βρίσκεται υπό την απειλή δασμών. Χρειάζεται ψηφιακή και αμυντική αυτονομία, αλλά εξαρτάται από αμερικανικές τεχνολογικές υποδομές. Και για να τα αντιμετωπίσει όλα αυτά, χρειάζεται τεράστιους δημόσιους πόρους.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται ο λιγότερο θεαματικός, αλλά πιο ουσιαστικός πρωταγωνιστής: η φορολογία.

Η Ένωση διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες ενιαίες αγορές του κόσμου, αλλά δεν διαθέτει ενιαία φορολογική εξουσία. Το κεφάλαιο μετακινείται ακαριαία, οι πολυεθνικές κατανέμουν τα κέρδη τους σε ευνοϊκές δικαιοδοσίες, αλλά η φορολόγηση παραμένει περιχαρακωμένη στα εθνικά κράτη. Η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δημιούργησε μια οικονομία που κινείται ταχύτερα από τους μηχανισμούς που καλούνται να την ελέγξουν. Ενοποίησε την αγορά πριν ενοποιήσει τη δημοσιονομική της κυριαρχία.

Σε μια εποχή πολέμων, ενεργειακών κρίσεων και τεχνολογικού ανταγωνισμού, η φορολογία παύει να είναι τεχνικό ζήτημα για λογιστές και υπουργούς Οικονομικών. Γίνεται το θεμελιώδες ερώτημα της ευρωπαϊκής ισχύος: Ποιος φορολογεί, πού παράγεται η αξία και πόση κυριαρχία μπορεί να διατηρεί μια Ένωση όταν δεν διαθέτει τα δημοσιονομικά εργαλεία για να χρηματοδοτήσει την ασφάλειά της, να προστατεύσει την ενεργειακή της επάρκεια και να υπερασπιστεί τους κανόνες της αγοράς της;

Για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε εδώ, πρέπει να επιστρέψουμε στο εσωτερικό της ίδιας της ευρωπαϊκής αγοράς: εκεί όπου η ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου συνυπάρχει με δεκάδες διαφορετικά φορολογικά συστήματα.

Η ανατομία μιας θεσμικής ασυμμετρίας

Η αντίφαση αυτή δεν γεννήθηκε σήμερα. Είναι ενσωματωμένη στον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Ευρώπη προχώρησε αποφασιστικά στην ελευθερία κίνησης των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών, των κεφαλαίων και των επιχειρήσεων, πολύ λιγότερο όμως στην ενοποίηση της εξουσίας που φορολογεί την οικονομική δραστηριότητα. Έτσι, όσο η αγορά γινόταν ολοένα περισσότερο ενιαία, η φορολογική βάση παρέμενε κατανεμημένη ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Από αυτή την ασυμμετρία πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση. Όχι από την υπόθεση ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει κανόνες, αλλά από το ερώτημα γιατί μια Ένωση που κατάφερε να δημιουργήσει μια ενιαία αγορά δεν κατάφερε να δημιουργήσει αντίστοιχα ενιαία φορολογική ισχύ.

Η οικονομία έγινε ευρωπαϊκή και παγκόσμια. Η φορολογία, όμως, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό εθνική.

Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είναι μία από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε μία από τις μεγαλύτερες ενιαίες αγορές του κόσμου. Το κεφάλαιο μπορεί να μετακινείται, οι επιχειρήσεις μπορούν να οργανώνουν τη δραστηριότητά τους σε διαφορετικές χώρες, οι επενδύσεις μπορούν να αλλάζουν δικαιοδοσία και τα άυλα περιουσιακά στοιχεία —λογισμικό, πατέντες, εμπορικά σήματα, δεδομένα— μπορούν να δημιουργούν τεράστια αξία χωρίς να έχουν την ίδια γεωγραφική παρουσία που είχε κάποτε ένα εργοστάσιο.

Η φορολογική εξουσία, αντίθετα, εξακολουθεί να είναι κατά κύριο λόγο δεμένη με το έδαφος.

Δεν είναι ότι η Ευρώπη δεν έχει αντιληφθεί τη φοροαποφυγή. Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει ένα ολοένα πυκνότερο πλέγμα κανόνων για να την περιορίσει. Η ATAD (Οδηγία κατά της Φοροαποφυγής) είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: περιορισμός της έκπτωσης υπερβολικών τόκων, κανόνες για τη φορολόγηση κατά την έξοδο, ρυθμίσεις για τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες και γενική ρήτρα κατά της κατάχρησης.

Η Ευρώπη δημιουργεί συνεχώς νέους κανόνες για να αντιμετωπίσει ένα φαινόμενο που δεν είναι απλώς εξωτερικό προς την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Είναι, εν μέρει, προϊόν της. Η κατάργηση των οικονομικών συνόρων χωρίς την ενοποίηση των φορολογικών δικαιοδοσιών δημιούργησε μια ιδιότυπη ασυμμετρία: 27 φορολογικές κυριαρχίες λειτουργούν μέσα σε μία ενιαία αγορά.

Η ψηφιακή οικονομία έκανε αυτή την αντίφαση ακόμη πιο εμφανή. Στην παλιά βιομηχανική οικονομία, η παραγωγή είχε εργοστάσιο, προσωπικό, μηχανήματα. Σήμερα, η αξία μπορεί να παράγεται σε έναν τόπο, να καταγράφεται λογιστικά σε έναν δεύτερο και να φορολογείται —ή να μην φορολογείται σχεδόν καθόλου— σε έναν τρίτο.

Γι’ αυτό η ΕΕ στράφηκε και στη διαφάνεια μέσω των Οδηγιών για τη Διοικητική Συνεργασία (DAC) — από την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μέχρι τις πλατφόρμες και τα κρυπτοστοιχεία. Όμως, η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να δείξει πού βρίσκεται ένα εισόδημα· δεν απαντά από μόνη της στο ποιος έχει το δικαίωμα να το φορολογήσει.

Ο εσωτερικός ανταγωνισμός και τα όρια της εναρμόνισης

Έτσι, ο φορολογικός ανταγωνισμός δεν αποτελεί δυσλειτουργία που εμφανίστηκε έξω από το ευρωπαϊκό σχέδιο. Αποτελεί συνέπεια της ίδιας του της δομής. Ορισμένες ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες απέκτησαν κεντρικό ρόλο ως κόμβοι διεθνούς φορολογικού σχεδιασμού: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει αυξημένους κινδύνους επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού στο Λουξεμβούργο, ενώ η Ιρλανδία οικοδόμησε επί δεκαετίες την επενδυτική της στρατηγική γύρω από τη χαμηλή εταιρική φορολόγηση. Μέσα στην ίδια ενιαία αγορά υπάρχουν διαφορετικές φορολογικές στρατηγικές που ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

Επιπλέον, η απαίτηση ομοφωνίας για φορολογικά ζητήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρέχει σε κάθε κράτος-μέλος τη δυνατότητα να προστατεύει το δικό του αναπτυξιακό μοντέλο. Η δημιουργία κοινών κανόνων προϋποθέτει τη συναίνεση κρατών που ταυτόχρονα συμμετέχουν στην ίδια αγορά και ανταγωνίζονται για την ίδια φορολογική ύλη.

Το Pillar Two του ΟΟΣΑ/G20 (μέσω της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2523) θέτει έναν παγκόσμιο ελάχιστο πραγματικό φορολογικό συντελεστή 15% για πολυεθνικούς ομίλους με ενοποιημένα έσοδα άνω των 750 εκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για μια ιστορική προσπάθεια να μπει ένα κατώτατο όριο στον φορολογικό ανταγωνισμό. Ωστόσο, δεν τον καταργεί· επιχειρεί απλώς να τον οριοθετήσει.

Το Pillar One επιχειρεί να πάει βαθύτερα, επανακατανέμοντας δικαιώματα φορολόγησης στις αγορές όπου δημιουργείται η σχετική αξία. Παράλληλα, πρωτοβουλίες όπως το πακέτο VAT in the Digital Age (ViDA) επιδιώκουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της διασυνοριακής φορολογίας ΦΠΑ έως το 2030.

Δημοκρατία, ισχύς και το «κρυφό αντικείμενο του πόθου»

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η αδράνεια των Βρυξελλών, αλλά η αρχιτεκτονική της Ένωσης. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι πρωτίστως δημοκρατικό.

Η φορολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο μια πολιτεία αποφασίζει πώς κατανέμονται τα βάρη για τη χρηματοδότηση της υγείας, της παιδείας, των υποδομών, της κοινωνικής προστασίας και της άμυνας. Όταν ο πλούτος μετακινείται ταχύτερα από τη φορολογική εξουσία, διαρρηγνύεται η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ισχύ και τη δημοκρατική απόφαση.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι τεχνικό. Είναι υπαρξιακό: Ποιος έχει την εξουσία να φορολογεί τον πλούτο όταν ο πλούτος δεν κατοικεί πλέον σε έναν συγκεκριμένο τόπο;

Η Ευρώπη δημιούργησε μια αγορά αρκετά μεγάλη ώστε το κεφάλαιο να μπορεί να υπερβαίνει τα εθνικά όρια, αλλά δεν δημιούργησε μια πολιτική και φορολογική εξουσία αντίστοιχου βεληνεκούς για να το παρακολουθεί. Ανακαλύπτει έτσι το κεντρικό παράδοξο της εποχής της: για να φορολογήσει το κεφάλαιο που η ίδια απελευθέρωσε, πρέπει να οικοδομήσει πάνω από τα εθνικά σύνορα μια φορολογική κυριαρχία που εκκρεμεί δεκαετίες.

Και γι’ αυτό η φορολογική κυριαρχία δεν είναι απλώς ένα επιμέρους κεφάλαιο του ευρωπαϊκού φορολογικού δίκαιου. Είναι, τελικά, το κρυφό αντικείμενο του πόθου της νέας ευρωπαϊκής γεωοικονομίας.

Υστερόγραφο:

Η ΕΛ.Α.Σ. προτείνει έναν «πατριωτικό φόρο» για τους πλούσιους, είτε αυτοί εμφανίζονται ως φυσικά πρόσωπα είτε μέσω εταιρειών. Υπάρχει, όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα: τι γίνεται με τον πλούτο που δεν βρίσκεται στο όνομα του φυσικού προσώπου ή μιας ελληνικής εταιρείας, αλλά ανήκει σε offshore εταιρείες;

Η ελληνική νομοθεσία έχει ήδη θεσπίσει έναν ιδιαίτερα υψηλό φόρο για την ακίνητη περιουσία που κατέχεται μέσω εταιρειών offshore. Ο Ειδικός Φόρος επί των Ακινήτων (ΕΦΑ), ο οποίος θεσπίστηκε με τον ν. 3091/2002, αυξήθηκε το 2010 από 3% σε 15% και σήμερα προβλέπεται στο άρθρο 18 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025). Ο φόρος επιβάλλεται ετησίως επί της φορολογητέας αξίας των ακινήτων των offshore εταιρειών που υπάγονται στο καθεστώς του ΕΦΑ. Ωστόσο, ο ίδιος νόμος προβλέπει συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η περίπτωση εταιρειών, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, όταν αποκαλύπτονται τα φυσικά πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από την εταιρική ιδιοκτησία και αυτά διαθέτουν ελληνικό ΑΦΜ.

Για offshore εταιρείες με έδρα σε τρίτες χώρες, δηλαδή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απαλλαγή υπόκειται σε πρόσθετη προϋπόθεση: πέρα από την αποκάλυψη των φυσικών προσώπων που βρίσκονται πίσω από την εταιρεία και διαθέτουν ελληνικό ΑΦΜ, πρέπει να πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, ενώ η χώρα της έδρας της offshore δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στα μη συνεργάσιμα κράτη. Επομένως, η αποκάλυψη του πραγματικού φυσικού προσώπου δεν σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό αναλαμβάνει τον ΕΦΑ με συντελεστή 15%. Αντίθετα, εφόσον πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, μπορεί να οδηγήσει στην απαλλαγή της ίδιας της εταιρείας από τον συγκεκριμένο φόρο. Η ΑΑΔΕ έχει μάλιστα θεσπίσει ειδική διαδικασία και απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση των απαλλαγών.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πόσο οι offshore εταιρείες που κατέχουν ακίνητα  φορολογούνται, καθότι φορολογούνται με τον ΕΦΑ όταν υπάγονται σε αυτόν και δεν εμπίπτουν σε νόμιμη εξαίρεση. Το κρίσιμο είναι πόσος φόρος τελικά εισπράττεται από αυτή την κατηγορία περιουσίας. Και εδώ υπάρχει ένα σημαντικό κενό στη δημόσια εικόνα των στοιχείων: ενώ το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καταγράφει για το 2024 εκτιμώμενη φορολογική δαπάνη από τις απαλλαγές του ΕΦΑ ύψους 6,348 δισ. ευρώ, σε 12.519 περιπτώσεις, το ποσό αυτό δεν αποτελεί τα έσοδα του ΕΦΑ ούτε αφορά αποκλειστικά offshore εταιρείες. Είναι η εκτιμώμενη φορολογική δαπάνη που αντιστοιχεί στις προβλεπόμενες φορολογικές απαλλαγές.

Έτσι, έχουμε μια ιδιόμορφη εικόνα: ο νόμος προβλέπει έναν ονομαστικό φόρο 15% για την ακίνητη περιουσία που βρίσκεται πίσω από εταιρικές δομές, αλλά η δημόσια διαθέσιμη δημοσιονομική πληροφόρηση δεν παρουσιάζει ξεχωριστά πόσα εισπράττει το Δημόσιο κάθε χρόνο ειδικά από offshore εταιρείες που κατέχουν ακίνητα στην Ελλάδα. Γνωρίζουμε τον συντελεστή, γνωρίζουμε το ύψος της φορολογικής δαπάνης από τις απαλλαγές, αλλά δεν έχουμε ένα αντίστοιχα σαφές δημόσιο μέγεθος για την πραγματική απόδοση του ΕΦΑ στις offshore.

Και εδώ προκύπτει ένα ευρύτερο ζήτημα φορολογικής πολιτικής. Η ίδια Έκθεση Φορολογικών Δαπανών καταγράφει για το 2024 φορολογική δαπάνη ύψους περίπου 1,024 δισ. ευρώ από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (ΕΦΚ), κυρίως από απαλλαγές στα ενεργειακά προϊόντα και στα αλκοολούχα ποτά. Το ποσό αυτό δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το ποσό αποτελεί φοροαποφυγή ούτε ότι αφορά αποκλειστικά το μεγάλο κεφάλαιο. Δείχνει, όμως, το μέγεθος των φορολογικών εσόδων που το κράτος υπολογίζει ότι δεν προκύπτουν εξαιτίας των προβλεπόμενων απαλλαγών. Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι, επομένως, ποιοι τελικά επωφελούνται από αυτές τις φορολογικές δαπάνες και σε ποιο βαθμό οι φορολογικές απαλλαγές λειτουργούν ως θεμιτά κίνητρα ή ως μηχανισμοί που διευκολύνουν τη φορολογική επιβάρυνση να μετατοπίζεται μακριά από τα ισχυρότερα οικονομικά συμφέροντα.