Η άνοδος της AfD: Ο εφιάλτης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είναι ζωντανός

Του Σωκράτη  Ε. Αργύρη 

Υπάρχουν εκλογικοί χάρτες που καταγράφουν απλώς ένα αποτέλεσμα και υπάρχουν χάρτες που, αν τους κοιτάξει κανείς αρκετά προσεκτικά, μοιάζουν να θυμούνται. Ο γερμανικός χάρτης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όχι επειδή η Ιστορία επαναλαμβάνεται μηχανικά, ούτε επειδή οι άνθρωποι του 2026 ψηφίζουν όπως οι άνθρωποι του 1933. Αλλά επειδή σε ορισμένους από τους ίδιους γεωγραφικούς χώρους εμφανίζεται, σε διαφορετικές εποχές και κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, μια παρόμοια πολιτική δυνατότητα: η βαθιά κρίση της αντιπροσώπευσης να μετατρέπεται σε μαζική ψήφο προς μια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον μέχρι τότε πυρήνα του πολιτικού συστήματος.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 2026 η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κατέγραψε στη Σαξονία-Άνχαλτ 43,8%. Δεν είναι απλώς ένα μεγάλο εκλογικό ποσοστό. Είναι το υψηλότερο αποτέλεσμα που έχει καταγράψει ποτέ το κόμμα σε γερμανικό κρατίδιο και του έδωσε 39 από τις 83 έδρες του κοινοβουλίου του κρατιδίου, τρεις λιγότερες από την απόλυτη πλειοψηφία. Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) περιορίστηκε στο 17,2%, ενώ η συμμετοχή έφτασε το 77,8%.

Ο αριθμός, όμως, αποκτά μια παράξενη ιστορική πυκνότητα όταν τον τοποθετήσουμε πάνω σε έναν άλλο χάρτη. Στις 5 Μαρτίου 1933, στις τελευταίες εκλογές για το Reichstag πριν από την οριστική κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών της Βαϊμάρης, το NSDAP έλαβε 43,9% σε ολόκληρη τη Γερμανία. Το κυβερνητικό σχήμα, τελικά, προέκυψε από τη συνεργασία του NSDAP με το Kampffront Schwarz-Weiß-Rot (KSWR), τον εκλογικό συνασπισμό των εθνικιστικών δυνάμεων υπό την ηγεσία της DNVP. 

Στις περιοχές που αντιστοιχούν περίπου στα σημερινά ανατολικά κρατίδια, τα ποσοστά ήταν ακόμη υψηλότερα: στη Σαξονία 45%, στη Θουριγγία 47,6%, στο Μεκλεμβούργο-Σβερίν 48,5% (σημερινό Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία) και στο Μεκλεμβούργο-Στρέλιτς 51,6% (σήμερα Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία), ενώ στο Άνχαλτ 46,1%. Στην εκλογική περιφέρεια Chemnitz-Zwickau έφτασε ακριβώς στο 50%, ενώ στις περιφέρειες Μαγδεμβούργου και Μέρσεμπουργκ κινήθηκε επίσης σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Αντίθετα, στο Βερολίνο το NSDAP περιορίστηκε στο 31,3%, υπενθυμίζοντας ότι ακόμη και μέσα στον ίδιο γεωγραφικό χώρο η εκλογική συμπεριφορά δεν ήταν ομοιογενής.

Δεν υπάρχει εδώ κάποια αριθμητική απόδειξη ιστορικής συνέχειας. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Τι ψήφισαν οι Γερμανοί σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο όταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης βρισκόταν στο τέλος της και τι ψηφίζουν σήμερα, όταν η σημερινή γερμανική δημοκρατία εμφανίζει μια νέα κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης; Και, κυρίως, γιατί;

Η σύγκριση ανάμεσα στο 1933 και τη σύγχρονη εποχή συνήθως παγιδεύεται στην αναζήτηση εύκολων αναλογιών. Αναζητούμε αναλογίες σε ιδεολογικές ταυτότητες, πρόσωπα ή συμβολισμούς, παραβλέποντας το ουσιαστικό: αυτό που συνδέει τις δύο περιόδους δεν είναι η ταύτιση των ιδεολογιών, αλλά ο πολιτικός μηχανισμός διοχέτευσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η θεσμική κρίση δεν εκδηλώθηκε μόνο ως οικονομική κατάρρευση. Προήλθε από την πλήρη αδυναμία σχηματισμού σταθερών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, τη σταδιακή απαξίωση των παραδοσιακών κομμάτων και τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς. Η κρίση δεν εξαφάνισε τις κοινωνικές αντιθέσεις. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αυτές μεταφράζονταν πολιτικά. Το NSDAP δεν δημιούργησε μόνο του την κρίση. Κατάφερε να γίνει ο πολιτικός της μεταφραστής.

Υπάρχει όμως μια ακόμη διάσταση της κρίσης που συχνά παραμερίζεται όταν η άνοδος του Χίτλερ εξηγείται αποκλειστικά με όρους οικονομικής κατάρρευσης: η βαθιά και τελικά μόνιμη διάσπαση της γερμανικής Αριστεράς. Η σύγκρουση ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και το επαναστατικό κομμουνιστικό ρεύμα δεν άρχισε το 1933. Είχε τις ρίζες της ήδη στην Επανάσταση του 1918-19, όταν η ηγεσία του SPD υπό τον Φρίντριχ Έμπερτ επέλεξε την κοινοβουλευτική δημοκρατία και την αποκατάσταση της κρατικής τάξης, ενώ το επαναστατικό ρεύμα της Αριστεράς επιδίωκε τη συνέχιση της επανάστασης και τη μεταφορά της εξουσίας στα εργατικά συμβούλια. Η σύγκρουση αυτή πήρε βίαιη μορφή τον Ιανουάριο του 1919. Η κυβέρνηση Έμπερτ χρησιμοποίησε στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις για την καταστολή της εξέγερσης και, στις 15 Ιανουαρίου, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν από άνδρες των Freikorps. Λίγο αργότερα, η ίδρυση του KPD έδωσε στη σύγκρουση μόνιμη οργανωτική και πολιτική μορφή. Ο Pierre Broué, στην εκτενή μελέτη του Η Γερμανική Επανάσταση, 1917-1923, παρακολουθεί ακριβώς αυτή τη διαδικασία: από την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας και την επανάσταση του 1918-19 έως την αποτυχία να συγκροτηθεί ένα ενιαίο επαναστατικό εργατικό κίνημα.

Η ρήξη αυτή είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες. Το SPD και το KPD δεν αντιμετώπιζαν πλέον τον ίδιο πολιτικό αντίπαλο με διαφορετικές μεθόδους· σε μεγάλο βαθμό αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλον ως υπαρξιακό εχθρό. Έτσι, όταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης μπήκε στην τελική της κρίση, το μεγαλύτερο μέρος της γερμανικής εργατικής τάξης δεν διέθετε έναν κοινό πολιτικό φορέα ικανό να μετατρέψει την κοινωνική του δύναμη σε ενιαία απάντηση απέναντι στη ναζιστική άνοδο. Η σύγκρουση SPD-KPD δεν δημιούργησε τον ναζισμό, ούτε εξηγεί μόνη της την εκλογική του επιτυχία. Αλλά συνέβαλε αποφασιστικά στο να παραμείνει κατακερματισμένο το στρατόπεδο που θα μπορούσε να αποτελέσει τη σημαντικότερη μαζική αντίσταση στην άνοδο του NSDAP.

Η οικονομική κρίση του 1933, άλλωστε, δεν ήταν ο υπερπληθωρισμός του 1923. Εκείνος είχε ήδη παρέλθει μια δεκαετία νωρίτερα. Το ζήτημα των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων είχε αναδιαρθρωθεί με το σχέδιο Dawes το 1924 και στη συνέχεια με το σχέδιο Young το 1929, ενώ το 1932 οι επανορθώσεις ουσιαστικά τερματίστηκαν. Η κρίση που έφερε το 1933 ήταν πρωτίστως η κρίση της Μεγάλης Ύφεσης: μαζική ανεργία, αποπληθωρισμός, κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας και κοινωνική ανασφάλεια. Η μνήμη των Βερσαλλιών και της εθνικής ταπείνωσης παρέμενε, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την άμεση οικονομική αιτία της πολιτικής κατάρρευσης.

Οι Γερμανοί δεν ψήφισαν όλοι για τον ίδιο λόγο. Ο αγρότης της Σαξονίας ζητούσε προστατευτισμό, ο μικροαστός των πόλεων φοβόταν την προλεταριοποίηση, ο υπάλληλος την απώλεια του κύρους του και τμήματα της εργατικής τάξης την παρατεταμένη ανεργία. Αυτό που ενοποίησε αυτά τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα δεν ήταν ένα συνεκτικό οικονομικό πρόγραμμα, αλλά η υπόσχεση αποκατάστασης μιας χαμένης τάξης πραγμάτων. Γιατί η ψήφος δεν είναι οικονομικός δείκτης. Είναι η πολιτική μετάφραση μιας κοινωνικής εμπειρίας.

Στο σύγχρονο τοπίο, η άνοδος της AfD ακολουθεί μια ανάλογη δομική διαδρομή. Η ψήφος προς αυτήν δεν μπορεί να ερμηνευτεί μονοδιάστατα ως απλή αντιμεταναστευτική αντίδραση ή ως εκλογική συμπεριφορά των οικονομικά ασθενέστερων. Είναι η συνάντηση διαφορετικών μορφών ανασφάλειας: της οικονομικής αβεβαιότητας, του πολιτισμικού φόβου και της συσσωρευμένης απογοήτευσης από τις αποφάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στο Βερολίνο.

Το κρίσιμο ζήτημα για το παρόν δεν είναι η αναζήτηση ιστορικών παραλληλισμών για λόγους εντυπωσιασμού. Το 2026 ο εφιάλτης δεν είναι το 1933. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να τον κοιτάξουμε πριν γίνει. Η σύγκριση έχει νόημα μόνο αν θέσουμε σήμερα το ίδιο ερώτημα που θέσαμε τότε: τι ζητά από την πολιτική ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος;

Τα στοιχεία από τη Σαξονία-Άνχαλτ είναι αποκαλυπτικά ακριβώς επειδή δεν οδηγούν σε μία μόνο απάντηση. Έρευνα του Ινστιτούτου Δημοκρατικού Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένων Επιστημών του Μαγδεμβούργου-Στεντάλ έδειξε ότι, στο σύνολο της κοινωνίας, τα οικονομικά ζητήματα — οικονομία, εργασία και μισθοί — αποτελούν την κυριότερη πηγή ανησυχίας, ακολουθούμενα από τις υποδομές και τις δημόσιες υπηρεσίες, ενώ η μετανάστευση βρίσκεται επίσης πολύ ψηλά στην ιεράρχηση των προβλημάτων. Η ανάλυση του Ιδρύματος Konrad-Adenauer-Stiftung, που πρόσκειται στη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), εξετάζοντας ειδικότερα το εκλογικό σώμα της AfD, αποτυπώνει μια ακόμη πιο σύνθετη εικόνα: πολύ ισχυρούς φόβους για τη μετανάστευση και την αλλαγή του τρόπου ζωής, αλλά ταυτόχρονα έντονη οικονομική ανασφάλεια, φόβο για την άνοδο των τιμών και την απώλεια του βιοτικού επιπέδου.

Με άλλα λόγια, η ψήφος στην AfD δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε ως απλή ψήφος κατά των μεταναστών ούτε ως ψήφος των οικονομικά ασθενέστερων. Είναι η συνάντηση διαφορετικών μορφών ανασφάλειας. Και σε αυτή τη συνάντηση προστίθεται κάτι που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία: η αποδοκιμασία της ομοσπονδιακής πολιτικής. Η μεγάλη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση στο Βερολίνο δείχνει ότι ένα μέρος της ψήφου λειτουργεί και ως ψήφος προειδοποίησης, ως μήνυμα ότι το ομοσπονδιακό πολιτικό σύστημα δεν αντιμετωπίζει, στα μάτια των ψηφοφόρων, τα προβλήματα που θεωρούν άμεσα και υπαρξιακά.

Εδώ βρίσκεται η πραγματική αναλογία με το 1933. Και τότε, όπως και τώρα, η ψήφος δεν αποτελεί απλώς άθροισμα επιμέρους προτιμήσεων. Είναι η πολιτική μετάφραση μιας κοινωνικής εμπειρίας. Μόνο που το περιεχόμενο αυτής της εμπειρίας έχει αλλάξει. Το 1933 ήταν η ανεργία, η οικονομική κατάρρευση, η πολιτική αστάθεια, η αίσθηση εθνικής ταπείνωσης και η απαίτηση για ισχυρό κράτος που θα μπορούσε επιτέλους να κυβερνήσει. Το 2026 είναι η οικονομική ανασφάλεια, η αίσθηση απώλειας ελέγχου, η μετανάστευση, η μεταβολή του κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος και η δυσπιστία απέναντι σε ένα πολιτικό κέντρο που θεωρείται ότι δεν ακούει ή δεν μπορεί να επιβάλει τη δική του πολιτική.

Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Είναι ότι ορισμένοι μηχανισμοί με τους οποίους μια κοινωνία μετατρέπει την ανασφάλεια σε πολιτική απαίτηση μπορούν να επανεμφανιστούν μέσα σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Το 1933 το NSDAP κατάφερε να ενώσει διαφορετικές κοινωνικές δυσαρέσκειες γύρω από την υπόσχεση της τάξης, της εθνικής αποκατάστασης και της υπέρβασης της κοινοβουλευτικής αδυναμίας. Το 2026 η AfD επιχειρεί κάτι διαφορετικό, αλλά πολιτικά συγγενές ως προς τον μηχανισμό: να συγκεντρώσει οικονομική ανασφάλεια, πολιτισμικό φόβο, μεταναστευτική δυσαρέσκεια και απογοήτευση από το Βερολίνο κάτω από μία ενιαία σημαία — την υπόσχεση ότι υπάρχει μια «εναλλακτική» απέναντι σε αυτό που θεωρείται πλέον ένα πολιτικό σύστημα ανίκανο να προστατεύσει, να ελέγξει και να κυβερνήσει.

Εδώ ακριβώς η συζήτηση για την «Ανατολική Γερμανία» συχνά γίνεται ένας τρόπος για να μην τεθεί το πραγματικό ερώτημα. Είναι εύκολο να ειπωθεί ότι η AfD είναι αποτέλεσμα της οικονομικής υστέρησης, της απογοήτευσης από την ενοποίηση, της υποτιθέμενης δημοκρατικής ανωριμότητας των Ανατολικογερμανών ή μιας ιδιαίτερης «ανατολικογερμανικής ψυχολογίας». Όλες αυτές οι εξηγήσεις περιέχουν κάποια στοιχεία αλήθειας. Καμία όμως δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να πάρει τόσο διαφορετικές μορφές μέσα στην ίδια κοινωνική γεωγραφία.

Για να καταλάβουμε αυτή τη γεωγραφία, πρέπει να περάσουμε και από τη DDR, αλλά όχι για να κατασκευάσουμε μια εύκολη γενεαλογία από τον κομμουνισμό στην AfD. Η DDR δεν είναι η «μήτρα» της σημερινής ακροδεξιάς. Είναι ο ενδιάμεσος σταθμός μιας κοινωνίας που πέρασε από μια δεύτερη, διαφορετική πολιτική και κοινωνική ρήξη.

Και εδώ η λέξη «ενοποίηση» χρειάζεται μια μικρή απομυθοποίηση. Το 1990 η γερμανική ενότητα αποκαταστάθηκε με έναν συγκεκριμένο συνταγματικό τρόπο, σύμφωνα με το τότε άρθρο 23 του Θεμελιώδους Νόμου.

Η ίδια η Λαϊκή Βουλή της DDR (Volkskammer) αποφάσισε στις 23 Αυγούστου 1990 την προσχώρηση της DDR στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, ενώ η Συνθήκη Ενοποίησης ρύθμισε τις λεπτομέρειες αυτής της διαδικασίας. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1990, η Ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag) και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) ενέκριναν τη Συνθήκη Ενοποίησης.

Νομικά, επομένως, η διαδικασία ήταν προσχώρηση. Πολιτικά και ιστορικά ονομάστηκε «ενοποίηση» και δικαίως συνδέθηκε με την αποκατάσταση της γερμανικής ενότητας. Αλλά η διάκριση έχει σημασία, διότι δεν δημιουργήθηκε το 1990 ένα νέο κράτος από δύο ισότιμες κρατικές οντότητες. Το ανατολικογερμανικό πολιτικό, οικονομικό και θεσμικό σύστημα εντάχθηκε στο ήδη υπάρχον ομοσπονδιακό κράτος. Ακόμη και η νομισματική, οικονομική και κοινωνική ένωση του Ιουλίου 1990 προέβλεπε την υιοθέτηση του δυτικογερμανικού συστήματος.

Αυτό δεν εξηγεί από μόνο του την AfD. Εξηγεί όμως γιατί το 1990 δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό χαρούμενο επίμετρο του 1945. Ήταν μια τεράστια κοινωνική μεταβολή, μέσα στην οποία εκατομμύρια άνθρωποι δεν απέκτησαν απλώς νέους θεσμούς αλλά βρέθηκαν να αξιολογούν εκ νέου ολόκληρες τις προηγούμενες βιογραφίες τους. Η μετάβαση δεν ήταν μόνο από ένα πολιτικό σύστημα σε ένα άλλο. Ήταν και από μια κοινωνική τάξη πραγμάτων σε μια άλλη.

Και εδώ εμφανίζεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ειρωνείες της γερμανικής ιστορίας. Το 1977, ένας από τους σημαντικότερους αντιφρονούντες της DDR, ο Ρούντολφ Μπάρο, δημοσίευσε την Εναλλακτική (Die Alternative). Η «Εναλλακτική» του Μπάρο ήταν μια αναζήτηση διεξόδου από τον υπαρκτό σοσιαλισμό, μια προσπάθεια να ξανανοίξει η πολιτική φαντασία εκεί όπου το σύστημα είχε κλείσει κάθε δυνατότητα πραγματικής επιλογής. Το βιβλίο του ήταν μια κριτική του «υπαρκτού σοσιαλισμού» από τα αριστερά, όχι μια αναζήτηση επιστροφής σε ένα εθνικό παρελθόν.

Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η ίδια λέξη βρίσκεται στην καρδιά ενός εντελώς διαφορετικού πολιτικού σχεδίου: Alternative für Deutschland. Η ειρωνεία δεν βρίσκεται στην ονομασία. Βρίσκεται στη μεταμόρφωση του πολιτικού νοήματος της λέξης «εναλλακτική». Για τον Μπάρο, εναλλακτική σήμαινε την αναζήτηση ενός άλλου δίκαιου τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας. Στη σημερινή γερμανική δεξιά, η εναλλακτική σημαίνει όλο και περισσότερο την άρνηση μιας σειράς μεταβολών που θεωρούνται απειλητικές: μετανάστευση, παγκοσμιοποίηση, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ενεργειακή μετάβαση, πολιτισμικός φιλελευθερισμός.

Από την ουτοπία της αλλαγής περνάμε έτσι στην πολιτική της άμυνας.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ, στο έργο του Οργή και Χρόνος (Zorn und Zeit, 2006), αντλεί από την ομηρική έννοια του thymos, από τον θυμό του Αχιλλέα στην Ιλιάδα, για να αναδείξει μια βαθύτερη πολιτική δύναμη: την ανθρώπινη απαίτηση για αναγνώριση, αξιοπρέπεια, υπερηφάνεια και αποκατάσταση μιας αδικίας που θεωρεί ότι έχει υποστεί. Ο θυμός δεν εμφανίζεται απλώς ως στιγμιαίο συναίσθημα, αλλά ως πολιτική ενέργεια που ιστορικά αναζητά θεσμούς, κόμματα και συλλογικούς αποδέκτες.

Αυτό βοηθά να καταλάβουμε κάτι που οι καθαρά οικονομικές αναλύσεις αφήνουν συχνά έξω. Ένας ψηφοφόρος δεν ψηφίζει μόνο επειδή χάνει εισόδημα. Ψηφίζει και επειδή αισθάνεται ότι χάνει θέση, αναγνώριση, έλεγχο ή ακόμη και το δικαίωμα να θεωρείται νόμιμος φορέας μιας κοινωνικής εμπειρίας. Και η εμπειρία αυτή δεν είναι άυλη: οι πολιτικές λιτότητας, η αποδιάρθρωση παλαιότερων μορφών κοινωνικής προστασίας και η επέκταση του πρεκαριάτου δημιούργησαν σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας την αίσθηση μιας μόνιμης ανασφάλειας και μιας υποβάθμισης της κοινωνικής τους θέσης. Ο θυμός γίνεται πολιτικά διαθέσιμος όταν κάποιος προσφέρει έναν αποδέκτη του θυμού και, κυρίως, μια απλή αφήγηση για το ποιος φταίει. Γίνεται όμως ακόμη πιο ισχυρός όταν ο ψηφοφόρος δεν βλέπει ουσιαστική πολιτική εναλλακτική στο κυρίαρχο κομματικό σύστημα· όταν τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συγκλίνουν στις βασικές οικονομικές και κοινωνικές επιλογές και αφήνουν μεγάλο μέρος αυτής της δυσαρέσκειας χωρίς θεσμική εκπροσώπηση.

Και εδώ αναδεικνύεται μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της σύγχρονης Αριστεράς: συχνά αντιλαμβάνεται τη δυσαρέσκεια όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, αλλά την ξεχνά όταν βρίσκεται στην κυβέρνηση. Όταν οι πολιτικές λιτότητας, η εργασιακή επισφάλεια και η αποδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας παρουσιάζονται ως αναπόφευκτοι περιορισμοί της κυβερνητικής διαχείρισης, η Αριστερά κινδυνεύει να γίνει μέρος ακριβώς εκείνου του πολιτικού χώρου απέναντι στον οποίο είχε υποσχεθεί να προσφέρει εναλλακτική. Και τότε η λέξη «εναλλακτική» μένει ελεύθερη για να την οικειοποιηθεί ο αντίπαλος.

Εδώ, όμως, βρίσκεται και μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο 1933 και στο σήμερα. Τότε, ένας από τους παράγοντες που αποδυνάμωσαν την πολιτική άμυνα της Δημοκρατίας ήταν η βαθιά διάσπαση του εργατικού κινήματος ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και τον κομμουνισμό. Σήμερα το πρόβλημα είναι διαφορετικό: δεν είναι η διάσπαση της Αριστεράς που αφήνει τον χώρο ανοιχτό στην AfD, αλλά η σύγκλιση των συστημικών κομμάτων σε βασικές νεοφιλελεύθερες οικονομικές και κοινωνικές επιλογές. Όταν η λιτότητα, η εργασιακή επισφάλεια, η αποδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας και η πειθαρχία των αγορών παρουσιάζονται ως περίπου αναπόφευκτα όρια της κυβερνητικής πολιτικής, η πολιτική εναλλακτική εξαφανίζεται από το κυρίαρχο κομματικό φάσμα. Και όταν η Αριστερά συμμετέχει στη διαχείριση αυτών των περιορισμών, ο θυμός δεν παύει να υπάρχει· απλώς παύει να βρίσκει αριστερό πολιτικό φορέα.

Και όταν η Αριστερά εγκαταλείπει την υπόσχεση μιας προοδευτικής πολιτικής, ο θυμός δεν εξαφανίζεται. Απλώς αναζητά αλλού τον αποδέκτη του και, κυρίως, μια απλή αφήγηση για το ποιος φταίει.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον λαϊκισμό τόσο ισχυρό. Δεν χρειάζεται να λύσει την κοινωνική αντίφαση. Αρκεί να της δώσει πρόσωπο. Το «σύστημα», το Βερολίνο, οι ελίτ, οι μετανάστες, οι Βρυξέλλες, οι πολιτισμικές ελίτ, οι «άλλοι» μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία συμπύκνωσης μιας πολύ πιο σύνθετης κοινωνικής δυσφορίας. Η πολιτική πολυπλοκότητα μετατρέπεται σε ηθική σύγκρουση: εμείς εναντίον εκείνων.

Και αυτό μας επιστρέφει στο 1933.

Το NSDAP είχε καταφέρει κάτι ανάλογο σε μια εντελώς διαφορετική εποχή και με ασύγκριτα πιο ακραία ιδεολογικά εργαλεία. Δεν πρόσφερε απλώς οικονομικό πρόγραμμα. Πρόσφερε μια εξήγηση της γερμανικής κρίσης. Εντόπισε εχθρούς, κατασκεύασε μια φαντασιακή εθνική κοινότητα και υποσχέθηκε να αποκαταστήσει την τάξη εκεί όπου η δημοκρατία εμφανιζόταν ανίκανη να την παράσχει. Η επιτυχία του δεν προέκυψε από την εξαφάνιση των κοινωνικών αντιθέσεων αλλά από την πολιτική υπέρβασή τους μέσα σε μια νέα, εθνικιστική αφήγηση.

Δεν πρόκειται για τον ίδιο λαό που ψηφίζει το ίδιο κόμμα. Δεν είναι η ίδια ιδεολογία. Δεν είναι η ίδια δημοκρατία. Είναι όμως ένας πολιτικός χώρος που σε δύο διαφορετικές ιστορικές στιγμές παρουσιάζει υψηλή δεκτικότητα σε μια πολιτική που υπόσχεται ότι θα σπάσει την κανονικότητα του υπάρχοντος συστήματος.

Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα της Βαϊμάρης. Ο κίνδυνος για μια δημοκρατία δεν αρχίζει όταν μια κοινωνία μετακινείται μαζικά προς τις ακραίες πολιτικές επιλογές. Αρχίζει όταν αρκετοί πολίτες παύουν να βλέπουν στις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις έναν αξιόπιστο φορέα των αγωνιών τους και όταν η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σταδιακά σε συνολική απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος.

Το 1933, η διαδικασία αυτή είχε φτάσει σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Το 2026 δεν βρισκόμαστε εκεί. Η Γερμανία διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, συνταγματικές δικλίδες, διαφορετική πολιτική κουλτούρα και μια εντελώς διαφορετική ευρωπαϊκή και διεθνή θέση. Η σύγκριση επομένως δεν είναι πρόβλεψη. Είναι προειδοποίηση.

Γιατί το 43,8% της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι 43,8% του 1933. Αλλά όταν ένας αριθμός του 2026 συναντά, σχεδόν με ανατριχιαστική ακρίβεια, έναν αριθμό του 1933, δεν είναι ανάγκη να πιστέψουμε στη μετεμψύχωση της Ιστορίας για να θέσουμε το ερώτημα.

Η δημοκρατία δεν πεθαίνει επειδή οι πολίτες ξαφνικά παύουν να είναι δημοκράτες. Μπορεί να αρχίσει να αποδυναμώνεται όταν η ίδια η δημοκρατική διαδικασία παύει να θεωρείται ικανή να μετατρέψει την κοινωνική σύγκρουση σε πολιτική λύση.

Και ίσως γι’ αυτό ο πιο ανησυχητικός αριθμός δεν είναι το 43,8%. Είναι η απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτόν τον αριθμό και σε εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι πρόκειται απλώς για μια ακόμη εκλογική διαμαρτυρία.

Το 1933 η Γερμανία δεν ξύπνησε ένα πρωί μέσα στον εφιάλτη. Ο εφιάλτης είχε προηγηθεί. Οι εκλογές απλώς τον μέτρησαν.

Το 2026 ο εφιάλτης δεν είναι το 1933. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπίσουμε εγκαίρως ό,τι μπορεί να τον κάνει ξανά πραγματικότητα.