Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Φρίξος Πολενάκης: Το νησί μου, η Σίφνος

Του Γιάννη Παναγόπουλου

Άνθρωποι σε κίνηση, που γνωρίζουν τι θέλουν από τα καλοκαίρια τους. Άνθρωποι που μπαίνουν στη μνήμη τους και μας ξεναγούν σε προορισμούς της Ελλάδας που αγάπησαν, που δέθηκαν μαζί τους ή γεννήθηκαν πάνω τους. Αν η Ελλάδα είναι όμορφη δεν μπορεί… όμορφοι είμαστε κι εμείς. Ο ζωγράφος Φρίξος Πολενάκης διαλέγει λέξεις και μας ξεναγεί στη “δική” του Σίφνο.

-Ποια είναι η πρώτη συνειδητή εικόνα που έχεις από το νησί;

-Είναι τόσες πολλές. Άσε με να το σκεφτώ. Θέλω λίγο χρόνο να τσιμπήσω μία. Για την πρώτη εικόνα πρέπει να επιστρέψω στην ημέρα που μπήκα με τον πατέρα μου στο εγκαταλειμμένο σπίτι, στον Αρτεμόνα, του προπάππου μου. Ήμουν 12 ετών και το σπίτι ήταν κλειστό χρόνια. Ο πατέρας μου πρώτα με μια κλωτσιά άνοιξε την πόρτα και μετά με έσπρωξε μέσα. Ο χώρος ήταν θεοσκότεινος και η μυρωδιά της μούχλας έντονη. Αντέδρασα, δοκίμασα να βγω έξω, ο πατέρας μου δεν με άφησε. Με κράτησε μέσα. Ξέρεις, σε όλα τα παλιά σπίτια υπάρχουν στέρνες. Από τη δική μας ακούγονταν σταγόνες νερού που έπεφταν στη δεξαμενή. Στην απόλυτη σιωπή ο ήχος τους ήταν έντονος. Κάποια στιγμή δραπέτευσα από το σπίτι λέγοντας στον πατέρα μου “Εγώ δεν θα ξαναμπώ εδώ”. Κάποια στιγμή το σπίτι μας στον Αρτεμόνα ανακαινίστηκε. Και από τα 15 ως τα 25 έμενα εκεί. Η πρώτη εικόνα που έχω από τη Σίφνο είναι αναμφίβολα έντονη.

-Ο προπάππος σου πώς βρέθηκε στη Σίφνο;

Έχει ρίζες από την Κρήτη. Από ένα χωριό στα Σφακιά που το λένε Κομιτάδες. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ο πληθυσμός του χωριού κυνηγήθηκε από τους Τούρκους. Αναγκάστηκε να φύγει. Ο προπάππος μου Σταμάτης Πολενάκης είχε μια σχετική οικονομική άνεση και στη Σίφνο αγόρασε το σπίτι που περιέγραψα προηγουμένως. Το ενδιαφέρον είναι πως ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν Αιγύπτιος.

-Αιγύπτιος;

Η ιστορία της Σίφνου και της αγγειοπλαστικής είναι γερή, είναι έντονη, χάνεται στο παρελθόν. Από το νησί περνούσαν έμποροι και από τα λιμάνια στο Κάστρο, τη Χερρόνησο, ερχόντουσαν καράβια που φόρτωναν πήλινα προϊόντα και τα μοίραζαν στον κόσμο. Η Σίφνος, επίσης, είχε χρυσό. Μάλιστα κάποια στιγμή υπήρξε και μια μεγάλη παρεξήγηση με το Μαντείο των Δελφών γιατί κάποια στιγμή τα αυγά χρυσού που δώρισαν στην Πυθία ήταν νοθευμένα.

-Έχεις σπουδάσει σε σχολή εμποροπλοιάρχων. Σήμερα ζωγραφίζεις. Η τέχνη πότε κάθισε στη ζωή σου ως πρωτεύων στόχος σου;

Για να το απαντήσουμε αυτό πρέπει να επιστρέψουμε σ’ εκείνο το σπίτι που σου έλεγα πριν. Ήμουν 14 ετών όταν το ανακαινίσαμε. Και όταν μπήκαμε να ξανακατοικήσουμε μέσα του ο πατέρας μου αποφάσισε πάνω από το κρεβάτι μου να κρεμάσει έργο του Μιρό. Το The Bull Fighting. Απεικονίζει έναν ταύρο που χτυπά ένα ταυρομάχο. Για χρόνια κοιμόμουν και ξυπνούσα μ’ εκείνον τον πίνακα πάνω από το κεφάλι μου. Καθόμουν με τις ώρες και επεξεργαζόμουν τις γραμμές του, τις οργιώδεις αποχρώσεις των χρωμάτων. Νομίζω πως από εκεί ξεκίνησα να ζωγραφίζω. Ξεκίνησα χωρίς να γνωρίζω τι θέλω να κάνω. Έκανα άναρχες γραμμές και στην πορεία έβρισκα τη μύτη, τα μάτια, το στόμα, τα στήθια. Αυτή είναι η τεχνική μου. Ένα συνεχές πάρε-δώσε ανάμεσα στο ασυνείδητο και το συνειδητό. Ξεκινώ να ζωγραφίζω χωρίς να γνωρίζω κυριολεκτικά θέλω να κάνω.

-Δεν έχεις σπουδάσει ζωγραφική. Ζωγραφίζεις όμως.

-Είμαι ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος. Ακουμπώ το πενάκι στον άσπρο καμβά, κάνω γραμμές ακαθόριστες, απροσδιόριστες και αφού σηκώσω το πενάκι από το χαρτί βρίσκω φιγούρες. Έναν άνδρα, μια γυναίκα, ένα πουλί, μια γάτα έναν σκύλο και σιγά – σιγά κάθομαι και τελειοποιώ τα σχήματά μου. Φτιάχνω τα φτερά του πουλιού. Αυτή την περίοδο στο ξενοδοχείο Elies Resorts φιλοξενείται η πρώτη μου ατομική έκθεση. Μέχρι τώρα είχα πάρει μέρος σε τέσσερις ομαδικές εκθέσεις. Τρεις στη Σίφνο. Μία στη Νέα Υόρκη. Στην πρώτη μου ατομική έκθεση παρουσιάζω τριάντα έργα. Για πέντε μήνες δούλευα ασταμάτητα. Για να βγουν χρησιμοποίησα όσα εργαλεία μπορούσα. Πενάκια, ξυλομπογιές, μαρκαδόρους, λαδομπογιές, κάποια έργα συμπληρώθηκαν με κολάζ. Η πρόταση της έκθεσης έγινε από τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου. Έκτος από τον χώρο έχει και ένα καράβι που εκτελεί δρομολόγια στο Αιγαίο. Αρχικά πρότεινε να βάλουμε τρία έργα μου στο βαπόρι, μετά έκατσε η πρόταση για την έκθεση. Θα διαρκέσει ως τις 15 Σεπτεμβρίου 2017.

-Μπορείς να θυμηθείς τη δυσκολότερη επιστροφή σου από τη Σίφνο στην Αθήνα;

Όλες οι επιστροφές από τη Σίφνο είναι δύσκολες. Θέλεις μια εβδομάδα για να έρθεις στα νερά σου. Μπαίνεις στο καράβι, πας στην πρύμνη, βλέπεις το νησί να μικραίνει και αναρωτιέσαι “πού πάω;” “Γιατί πρέπει να φύγω;”

Ήταν και παραμένει πολύ καθαρό νησί. Η κύρια αλλαγή των τελευταίων χρόνων έχει να κάνει με τους επισκέπτες της. Κάποτε δούλευε πολύ με Έλληνες. Αυτό άλλαξε. Και αυτό έγινε πριν 10 – 15 χρόνια. Πλέον το νησί επισκέπτονται Γάλλοι, Άγγλοι, Ιταλοί. Για μένα η Σίφνος αλλάζει προς το καλύτερο και καλλιτεχνικά

-Έχεις δοκιμάσει να περάσεις ολόκληρο χρόνο στο νησί;

Ναι. Το 1993. Όταν φτιάχναμε το μπαρ που έχουμε με τον συνεταίρο μου στην Απολλωνία. Το νησί το χειμώνα δεν το αντέχεις. Πλήττεις. Είναι κλειστά όλα. Δεν υπάρχει ζωή. Έκτος αν έχεις οικογένεια. Φαντάζομαι πως αυτό ανατρέπει τα πάντα. Τα παιδιά να πηγαίνουν σχολείο εδώ είναι 1000 φορές προτιμότερο. Ή αν έχεις έναν σύντροφο που ξέρει τι ζωή σας περιμένει και το έχετε πάρει από κοινού απόφαση.

-Από πού αντλείς τη θεματολογία σου;

-Aπο τη Σίφνο, από την Αθήνα, από τα ταξίδια που πηγαίνω. Υπάρχουν τόσες στιγμές της καθημερινότητας που μπορούν να σε εμπνεύσουν. Σε ένα εστιατόριο μπορώ να δω ένα ζευγάρι ανθρώπων και να μου πουν πολλά για τον τρόπο που ζουν τη στιγμή τους. Ή μπορώ να δω έναν ηλικιωμένο που περπατά με τη μαγκούρα του. Όλες αυτές τις εικόνες τις επεξεργάζομαι. Έχω ένα μικρό αλμπουμάκι κάτω από το πορτατίφ δίπλα από το κρεβάτι μου. Κάνω τα προσχέδια στο φινάλε μιας μέρας. Όταν αναπολώ τους ανθρώπους και τις στιγμές τους που πέρασαν από μπροστά μου.

έργο του Φρίξου Πολενάκη

-Ένας ζωγράφος δεν χρειάζεται παιδεία για να υποστηρίξει καλύτερα το έργο του;

Βέβαια, είναι κάτι πολύ βασικό.

-Γιατί δεν μπήκες στη διαδικασία εκπαίδευσης στη ζωγραφική;

-Πραγματικά αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει. Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους που αποφοίτησαν από σχολές καλών τεχνών. Όλοι τους μοιράστηκαν μαζί μου ένα παράπονο. Μπαίνουν γεμάτοι όνειρα, αποφοιτούν έχοντας χάσει τη σπιρτάδα τους. Η επιρροή των καθηγητών και των διδασκόντων είναι έντονη. Για να επιβιώσουν πρέπει να θυσιάσουν τον αυθορμητισμό τους. Μου αρέσει που είμαι αυτοδίδακτος. Και μου αρέσει το αποτέλεσμα της τέχνης που παράγω.

-Στη Σίφνο υπάρχει κάποια γωνιά που την έχεις επικοινωνήσει μία η δύο ή περισσότερες φορές στα έργα σου;

-Δεν είναι μόνο μία. Η πρώτη είναι το Μπότζι, το μπαρ που έχουμε με τον Γιάγκο. Μετά είναι ο Ραμπαγάς και φυσικά τα βράχια της Χρυσοπηγής. Είναι πανέμορφα.

-Πόσο άλλαξε η Σίφνος από την ημέρα που άρχισες να ζωγραφίζεις;

Eυτυχώς δεν έχει ασχημύνει στο πέρασμα του χρόνου. Οι παραδοσιακοί οικισμοί δεν αντικαταστάθηκαν από εκτρώματα. Ήταν και παραμένει πολύ καθαρό νησί. Η κύρια αλλαγή των τελευταίων χρόνων έχει να κάνει με τους επισκέπτες της. Κάποτε δούλευε πολύ με Έλληνες. Αυτό άλλαξε. Και αυτό έγινε πριν 10 – 15 χρόνια. Πλέον το νησί επισκέπτονται Γάλλοι, Άγγλοι, Ιταλοί. Για μένα η Σίφνος αλλάζει προς το καλύτερο και καλλιτεχνικά. Οργανώνονται εκθέσεις. Στήνονται καλλιτεχνικές διαδρομές. Όλη αυτή η δράση είναι υπέροχη.

 

ΑΠΟ ΤΟ FRAGILEMAG