Κυριακή 23 Ιουλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Όταν διαλέγουμε στρατόπεδο θρησκευτικής σύγκρουσης αναβάλλουμε την ήττα των εξτρεμιστών

Του Φίλιπ Στίβενς (*)

Δεν υπάρχει ευθεία σχέση ανάμεσα στα γεγονότα στο Ριάντ και στο Μάντσεστερ στην ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ δηλαδή σε Άραβες ηγέτες στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας και στην τρομοκρατική επίθεση σε συναυλία στη βόρεια Αγγλία.

Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να αισθανόμαστε άνετα με αυτή τη χρονική σύμπτωση. Οι τρομοκράτες και μόνο αυτοί φέρουν την ευθύνη για δολοφονικές επιθέσεις όπως αυτή στο Μάντσεστερ. Δεν υπάρχει χώρος για «αν» και «όμως» σε τέτοιες περιπτώσεις. Θα αποτελούσε όμως επίσης λάθος να υποστηρίξει κανείς ότι ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός αδιαφορεί για την πολιτική των δυτικών κυβερνήσεων.

Η τελευταία από τις τυφλές επιθέσεις σε ευρωπαϊκές πόλεις έδειξε ότι δεν μπορούμε να κτίσουμε τείχη απέναντι στον έξω κόσμο. Ο τρομοκράτης έφερε βρετανικό διαβατήριο, εμπνεύστηκε όμως από τις θρησκευτικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Δεν μπορείς να κτίσει τόσο ψηλά τείχη ώστε να εμποδίσεις τη διαφθορά νεαρών συνειδήσεων από φονικές ιδεολογίες ή να σταματήσεις την ψηφιακή μεταφορά φονικών γνώσεων.

Ο Τραμπ βρισκόταν εκεί για να πουλήσει αμερικανικά οπλικά συστήματα αξίας 110 δισεκατομμυρίων δολαρίων και να προσελκύσει σαουδαραβικές επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το αντικείμενο της επίσκεψής του, είπε, ήταν «δουλειές, δουλειές, δουλειές». Η κυβέρνησή του, τόνισε, δεν θα αναμιχθεί ποτέ στις εσωτερικές υποθέσεις των συμμάχων της.

Ο πρόεδρος Τραμπ έδειξε ότι έχει καταλάβει μερικά πράγματα όταν απευθύνθηκε σε Άραβες ηγέτες στο Ριάντ. Μέχρι πρόσφατα διακήρυσσε ότι «το Ισλάμ μας μισεί» και υπέγραφε διατάγματα που απαγόρευαν την είσοδο σε πολίτες ορισμένων μουσουλμανικών χωρών. Τώρα, το μήνυμά του είναι ότι η Σαουδική Αραβία και οι χώρες του Κόλπου πρέπει να κλιμακώσουν τη μάχη κατά της τρομοκρατίας στο έδαφός τους.

Κι ύστερα έρχεται η γνωστή υποκρισία αν και οι σύμβουλοι του προέδρου θα ήθελαν να την εμφανίζουν ως μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική. Γιατί πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Τραμπ μιλούσε στη Σαουδική Αραβία, τη χώρα που εξάγει την πιο φανατική εκδοχή του σουνιτικού Ισλάμ στην οποία στηρίζονται πολλοί τζιχαντιστές. Οι περισσότεροι από τους δολοφόνους πίσω από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον το 2001 ήταν σαουδάραβες πολίτες.

Η ομιλία του προέδρου δεν περιείχε αναφορές σε αυτές τις σχέσεις. Ούτε στην καταστολή και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οποίες επιδίδονται οι οικοδεσπότες του. Ο Τραμπ βρισκόταν εκεί για να πουλήσει αμερικανικά οπλικά συστήματα αξίας 110 δισεκατομμυρίων δολαρίων και να προσελκύσει σαουδαραβικές επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το αντικείμενο της επίσκεψής του, είπε, ήταν «δουλειές, δουλειές, δουλειές». Η κυβέρνησή του, τόνισε, δεν θα αναμιχθεί ποτέ στις εσωτερικές υποθέσεις των συμμάχων της.

Αντί γι’ αυτό, ο Τραμπ τοποθέτησε τις Ηνωμένες Πολιτείες στην κεφαλή του σουνιτικού αραβικού συνασπισμού εναντίον του Ιράν. Καθώς δεν μπόρεσε να ακυρώσει τη διεθνή πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, όπως είχε υποσχεθεί, προσπαθεί τώρα να ενώσει τον αραβικό κόσμο και το Ισραήλ εναντίον των Αγιατολάδων. Οι τζιχαντιστές του Isis μπορεί να είναι σουνίτες, αλλά στο μυαλό του Τραμπ η ευθύνη για τις αιματηρές συγκρούσεις στην περιοχή ανήκει αποκλειστικά στο Ιράν.

Τα έχουμε ξαναδεί αυτά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν τη δεκαετία του ’80 το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν στον πόλεμο εναντίον του Ιράν. Η στενή σχέση ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τις μοναρχίες του Κόλπου αποτελούσε για δεκαετίες τον βασικό πυλώνα της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.

Ο Μπαράκ Ομπάμα, ο προκάτοχος του Ντόναλντ Τραμπ, έκρινε σοφά ότι η ειρήνη στην περιοχή  και η συντριβή των εξτρεμιστών  προϋποθέτει κάποια συνεννόηση μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, δεδομένου ότι είναι οι βασικές δυνάμεις του σιιτικού και του σουνιτικού κόσμου. Εξασφαλίζοντας μια πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, ο Ομπάμα προσπάθησε να επαναφέρει την Τεχεράνη στη διεθνή κοινότητα. Αλλά ο Τραμπ προτιμά να ρίχνει λάδι στη θρησκευτική φωτιά.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τον ρόλο του Ιράν στη στήριξη του Άσαντ στη Συρία ή στην υπονόμευση των σουνιτικών καθεστώτων σε άλλες χώρες. Δύσκολα θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε παράγοντα ελευθερίας και δικαίου  εκτός αν το συγκρίνουμε με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι το Ιράν κινείται, έστω και σαν τον κάβουρα, προς κάτι που μοιάζει με δημοκρατία. Την ώρα που ο Τραμπ γινόταν δεκτός με φεουδαρχικό τρόπο στο Ριάντ, οι Ιρανοί αψηφούσαν τη δική τους θεοκρατία ψηφίζοντας τον μεταρρυθμιστή Χασάν Ρουχανί για μια δεύτερη θητεία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι δυτικοί τους σύμμαχοι θα έπρεπε να έχουν μάθει εδώ και καιρό ότι δεν μπορούν να «διορθώσουν» τη Μέση Ανατολή. Ο υιός Μπους και ο Τόνι Μπλερ πίστευαν ότι μπορούν να μεταφέρουν τη δυτική δημοκρατία με πυραύλους Κρουζ. Η βία που μαστίζει σήμερα το Ιράκ και τη Συρία δείχνει πόσο άδικο είχαν.

Ούτε όμως η στήριξη των αυταρχικών καθεστώτων μπορεί να φέρει αποτελέσματα. Γιατί και αυτά τα καθεστώτα υποθάλπουν τον βίαιο ισλαμισμό. Και δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι τα πράγματα στο μέλλον θα είναι διαφορετικά.

Η Δύση θα έπρεπε αντίθετα να κινηθεί προς τον περιορισμό του κακού. Για δύο πράγματα μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Όσα όπλα κι αν αγοράσουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου δεν μπορούν να νικήσουν το Ιράν. Και όσο συνεχίζεται η θρησκευτική σύγκρουση ανάμεσα στο Ριάντ και την Τεχεράνη, δεν υπάρχει προοπτική μιας περιφερειακής διευθέτησης.

Επιστρέφου, λοιπόν, στο Μάντσεστερ. Κανείς μας δεν μπορεί να φανταστεί τι είχε στο μυαλό του ο Σαλμάν Αμπέντι όταν ανατινάχθηκε παρασέρνοντας στο θάνατο παιδιά και τους γονείς τους που απολάμβαναν μια συναυλία. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι ο μόνος τρόπος να απαντήσουμε σε τέτοιες ωμότητες είναι να παραμείνουμε ανυποχώρητοι στη μάχη κατά των τρομοκρατών και στην υπεράσπιση των φιλελεύθερων δημοκρατικών αξιών τις οποίες προσπαθούν να καταστρέψουν. Δυστυχώς, όταν διαλέγουμε στρατόπεδο σε μια θρησκευτική σύγκρουση το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να αναβάλλουμε την ήττα των εξτρεμιστών.

(Πηγή: Financial Times- ΑΠΕ ΜΠΕ)

(*) Ο Φίλιπ Στίβενς είναι αρθρογράφος των Financial Times