Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Όταν η πολιτική ασκείται δικαστικά: Λούλα και Καταλωνία

Του Γιώργη-Βύρωνα Δάβου

Οι περιπτώσεις του Λούλα και της Καταλωνίας είναι ακριβώς οι εκφράσεις μίας τέτοιας επίλυσης της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης με βάσει τον νομικό καταναγκασμό.

Η αναζωπύρωση του δικαστικού ενδιαφέροντος για την τύχη του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Λούλα (μετά την ανάκληση από δεύτερο δικαστή της διαταγής για απελευθέρωσή του από άλλον συνάδελφό του) και οι εξελίξεις στην Ισπανία σχετικά με τη μεταφορά των κρατουμένων Καταλανών πολιτικών σε φυλακές της περιοχής τους -αλλά και η όλη αντιμετώπιση του Καταλανικού από την πλευρά της Μαδρίτης-καταδεικνύει περίτρανα μία  από πολλών δεκαετιών διαπίστωση, που συνδέεται άμεσα με την κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος στην πολιτική:  η έμφαση στη διακυβέρνηση των κρατών, ένεκα και της νεοφιλελεύθερης παρέκκλισης στο κρατικό-οικονομικό μοντέλο, έχει μετατοπισθεί από την άσκηση της κυριαρχίας της κοινωνίας των πολιτών και την προάσπισή της,  προς την υπεράσπιση κι εγγύηση των, εν πλήρη χαλαρότητι μεθερμηνευμομένων από την δικαιοσύνη, ατομικών (ατομιστικών) ελευθεριών. Που πολλές φορές αυτές ταυτίζονται με το raison d’ etat, ή ακόμη χειρότερο με το συμφέρον του επιχειρείν.


Η διαστολή τούτη της ερμηνείας της νομιμότητας του κράτους να ασκεί τη νόμιμη βία του, με μοχλό τη δικαιοσύνη, έχει αναπόφευκτα οδηγήσει και σε μία συγκυριακή σχετικοποίηση της ερμηνείας του συντάγματος αναφορικά με τη νομιμότητα και τα δικαιώματα, που ξεπερνά τη συνταγματική πρόθεση του νομοθέτη-ή και του νομοθετικού σώματος, ή της λαϊκής βούλησης. Όπως θα τόνιζε και ο Marcel Gauchet «έχουμε διολισθήσει ασυναίσθητα σε μία δημοκρατία του νομικού συστήματος και του δικαστή», όπου «η (νεο)φιλελευθεριοποιημένη πτυχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας έχει επιβληθεί στην συμμετοχική-δημοκρατική πτυχή». Ουσιαστικά, παρατηρείται μία μετατόπιση από την εξουσία του νομοθέτη (και των οργάνων, ή των οντοτήτων που τον ελέγχουν και καθορίζουν την ισχύ του, όπως το κοινοβούλιο, ή της λαϊκής βούλησης) στην εξουσία του δικαστή και της «υποκειμενικής» και συγκυριακά καθορισμένης προσωπικής ερμηνείας του νόμου.


Οι περιπτώσεις του Λούλα και της Καταλωνίας είναι ακριβώς οι εκφράσεις μίας τέτοιας επίλυσης της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης με βάσει τον νομικό καταναγκασμό. Έναν καταναγκασμό που όμως διατηρεί ένα νομότυπο προσωπείο κι επικαλείται αφηρημένες ερμηνείες του δικαίου (διαφθορά, βία, στασιασμό, κατάλυση του κράτους, εθνικιστικός ‘προσηλυτισμός’), ή μεταφυσικές έννοιες του κράτους (αντιπατριωτισμός, διάλυση του έθνους, μεγαλείο της Ιστορίας) και τύποις τηρεί  με τούτη την επίφαση νομιμότητας τις εύλογες αποστάσεις από μία αναφανδόν φασίζουσα «κατάσταση εξαίρεσης» (που ωστόσο στην περίπτωση της Καταλωνίας ‘συνταγματικά’ και νομότυπα εφαρμόζεται με βάση το Άρθρο 155, που ‘αναγκαστικά’ ενεργοποιήθηκε λόγω της ‘έκνομης’, ‘αντισυνταγματικής’, και ‘προδοτικής’ μονομερούς ενέργειας για κήρυξη ανεξαρτησίας). 
Διαπιστώνεται έτσι μία α) αναπροσαρμογή και μία αξιακή αναθεώρηση της αντίληψης για τα δικαιώματα (ανθρώπου, κοινωνικά, πολιτικά), της παραβίασής τους κι από ποιόν και πότε, όπως και της προάσπισής του, από ποιόν και πότε. Και β) μία συγκυριακή αποτίμηση και αποτύπωση των δικαιωμάτων του Κράτους να ασκεί την εξουσία κι έναντι ποιών και σε ποιές περιπτώσεις (ενός κράτους που ωστόσο την ίδια στιγμή θέλει να απονομιμοποιείται έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων).

Η καταλανική κι η εμπειρία της δικαστικής διώξης του Λούλα επιβεβαιώνουν εξάλλου και την ερμηνεία του ‘εξτρεμισμού του κέντρου’ που έχει διατυπώσει ο  Ετιεν Μπαλιμπάρ, αυτής της ακραίας συμπεριφοράς που λανθάνει και στους κρατικούς μηχανισμούς άσκησης της εξουσίας, όχι μόνον στις ‘περιθωριακές’ ομάδες, ή στις φυγόκεντρες πολιτικά οντότητες.

Η δυϊκή σύσταση του κράτους στους νεοφιλελεύθερους καιρούς, που είναι ταυτόχρονα κράτος δικαίου, αλλά και αστυνομικό κράτος, κράτος αποκλεισμού των αντιφρονούντων και των αποσυνάγωγων και ξένων, κράτος  ‘κοινωνικό’ (πάντοτε υπό αίρεση), αλλά και κράτος συναρμοσμένο στο άρμα της καπιταλιστικής οικονομίας και των ταξικών συμφερόντων και των αντιλαϊκών νόμων, κράτος δημοκρατικό, αλλά και εκφραστής της ‘εξουσίας΄και του κάθε λογής επεκτατισμού. Ένα κράτος που γνωρίζει να εκφράζει με ακρότητα την εξουσία του.


Στο πλαίσιο της άσκησης αυτού του «κεντρικού/κρατικού εξτρεμισμού», η δικαστική εξουσία υποβαθμίζεται στην άσκηση μίας κατ’ ευφημισμόν νομότυπης βίας, με στόχο την ολοκληρωτική επικράτηση της κρατικής εξουσίας έναντι όποιας μη αποδεκτής προς αυτήν αντίδρασης.  Η έκφραση της επικράτησης αυτής της εξουσίας νομιμοποιείται μέσω μίας νομικίστικης ‘διάκρισης’  του αντιπάλου, ως κατ’ εξοχήν παραβάτη έναντι του δημοσίου συμφέροντος (ο Λούλα, ή πριν από αυτόν η Ρούσεφ, είναι πιο ‘διεφθαρμένος’ από την τρέχουσα πολιτική ηγεσία, ή οι καταλανικές αντιδράσεις είναι πιο βίαιες από τις κατασταλτικές δυνάμεις, ή η χρηματοδότηση του δημοψηφίσματος αποτελεί διασπάθιση δημοσίου χρήματος πιο κολάσιμη από τη διαδεδομένη και διαπιστωμένη διαφθορά στο κυβερνών Λαϊκό Κόμμα). Στην ντελεζιανή ανάγνωση του «νόμου ως πόλεμο», ή στην ερμηνεία του Pierre Bourdieu  (στο  Force du Droit) για την “ ολική εγκατάσταση του δικαστικού πεδίου στο πεδίο της εξουσίας”, η δικαστική εξουσία συνομολογεί και συμβάλλει στην “ κοινωνική αναπαραγωγή των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων”, έτσι όπως η κεντρική εξουσία και οι εξωγενείς, ή σύμφυτες δυνάμεις που τη συντηρούν, επιτάσσουν.


Το κατ’ εξοχήν στρατήγημα της εξουσίας, ιδίως στην περίπτωση της Καταλωνίας, είναι η νόμιμη «αντίδραση» σε μία «κατάχρηση » εξουσίας, ή στην περίπτωση Λούλα στην «κατάχρηση» του δικαιώματος του πολιτεύεσθαι ενός ‘υπόπτου, ή ενόχου’ για διαφθορά-μολονότι αποσιωπάται αυτό που έλεγε ο Τόνι Νέγκρι πως ‘στις σημερινές πολιτικές συνθήκες η διαφθορά είναι συνώνυμο και συμπεριλαμβάνεται στην άσκηση της διακυβέρνησης». Η διασταλτατική ερμηνεία του Φουκώ ότι «εκεί όπου υπάρχει εξουσία υπάρχει και αντίδραση», διότι ακριβώς η «εξουσία υπάρχει παντού», ως πολλαπλότητα σημείων όπου ασκείται μία δράση και μία αντίδραση, μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα.

Η εξειδικευμένη σημασία της ‘αντίδρασης’ δεν αποτελεί πλέον ένα φαινόμενο που συσχετίζεται εξωτερικά με την εξουσία, όπως διατείνεται κι ο ίδιος ο Φουκώ και η ίδια η διάκριση ανάμεσα στις δύο έννοιες, εξουσία-αντίδραση, καθίσταται κι εκείνη σχετική, δηλαδή αυθαίρετη και αποκλειστικά λεκτική. Είναι κοντολογίς μία επιπλέον έκφραση της Νιτσεϊκής «Θέλησης για Δύναμη», που όποιος κατέχει τα εργαλεία επιβολής του καταναγκασμού-στην προκειμένη περίπτωση τον Νόμο και τον Δικαστή-μπορεί πολιτικά να την επιβάλλει και να τη νομιμοποιήσει ως ‘νόμιμη αντίδραση’ στις διαλυτικές δυνάμεις ενάντια του κράτους.

* Ο Γιώργης-Βύρων Δάβος είναι  Δρ Φιλοσοφίας της Γλώσσας και Δρ Αισθητικής.

ΑΠΕ  ΜΠΕ