Όταν ο Άδωνις Γεωργιάδης χαίρεται για αρχειοθέτηση του φακέλου του στο σκάνδαλο Νοβάρτις, αλλά κάτι παραλείπει για τη συμπεριφορά του

Του Γ. Λακόπουλου

Μετά από τέσσερα χρόνια έρευνας, από τα οποία τα 2, 5 με κυβέρνηση Μητσοτάκη, ανακοινώθηκε ότι μπαίνει στο αρχείο και ο φάκελος ο Άδωνι Γεωργιάδη, σε ό,τι αφορά το σκάνδαλο Νοβάρτις.

Κανείς δεν ευαρεστήθηκε να δώσει στη δημοσιότητα και το σκεπτικό της οικονομικής εισαγγελίας.

Όπως κανείς δεν είχε την καλοσύνη ως τώρα να ενημερώσει γιατί η ποινική δίωξη κατά  του «μεγαλύτερου αδελφού του» για δωροδοκία από την εταιρία και για το ίδιο σκάνδαλο, δεν λέει να φτάσει στο Δικαστικό Συμβούλιο. 

Κατά τρόπο που μπορεί πλέον να θεωρηθεί άρνηση εφαρμογής νόμου.

Εν πάση περιπτώσει πανευτυχής ο Άδωνις Γεωργιάδης έκανε μια δήλωση, όπως ήταν αναμενόμενο και λογικό. Από το περιβάλλον του μάλιστα λένε, ότι δεν πρόκειται καν για τυπική αρχειοθέτηση, αλλά για θριαμβευτική δικαίωσή του.

Μακάρι. Όσο και αν επικρίνει κάποιον την πολιτική του Αδωνι και όσο και αν διαφωνεί με το στυλ της δημόσιας παρουσίας του, δεν θα ήθελε ποτέ, ένας ακόμη πολιτικός να βρεθεί υπόλογος στη Δικαιοσύνη για ζητήματα ηθικής τάξης

Ωστόσο υπουργός Ανάπτυξης θα κέρδιζε συμπάθειες αν στη δήλωση του, μαζί με τη «χαρά» του εξέφραζε  και τη μεταμέλεια του για κάποιες από τις αντιδράσεις του όταν ξεκίνησε το σκάνδαλο- ή «σκευωρία» κατά τον ίδιο.

Ο Άδωνις έχει αποδείξει ότι είναι επαγγελματίας πολιτικός, έξω από την πολιτική αντιπαράθεση έχει την κουλτούρα του αυτοδημιούργητου που κέρδισε ό,τι έχει με τις ικανότητές του και δεν προσωποποιεί τις συγκρούσεις της «δουλειάς». 

Λέει στη δήλωσή του -για την » πράξη αρχειοθέτησης του οικονομικού εισαγγελέα για την υπόθεση της NOVARTIS σε ότι με αφορά» -ότι » είχε πάντα εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη και ουδέποτε «, αμφέβαλα για την εμπιστοσύνη μου στους θεσμούς«

Δεν είναι ακριβές. Στην πράξη το αντίθετο έδειξε. Αντί  για  εμπιστοσύνη, καθύβριζε σκαιά την αρμόδια εισαγγελία Διαφθοράς. Σε άλλη χώρα θα είχε στην πλάτη του καταδίκες για όσα εκτόξευε κατά της Ελένης Τουλουπάκη. Δεν μπορείς να χαρακτηρίζεις «συμμορία» τη δικαστική αρχή.

Τι έλεγε για τους πολιτικούς αντιπάλους του είναι άλλο θέμα. Αλλά αν είχε πράγματι εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη – και στον εαυτό του-θα την άφηνε να ολοκληρώνει την ερευνά της, χωρίς όσα ανεπίτρεπτα εκτοξεύθηκαν εκ μέρους του.

Δικαιούνται πάντως να λέει ότι η «σημερινή μέρα είναι μέρα χαράς»– για τον ίδιο.  Όπως και οι κολοκυθοκορφάδες για το » πόσο κοντά βρέθηκε η πατρίδα μας σε πραγματική αλλοίωση του πολιτεύματος, μέσω αυτής της δυσώδους σκευωρίας που κάποια στελέχη της προηγουμένης κυβερνήσεως«.

Είναι εύκολο, πλεον, να προτάσσει ότι » πολιτικοί μου αντίπαλοι έφτασαν στο σημείο να κατηγορούν εμένα για τη NOVARTIS που επί της υπουργικής μου θητείας η φαρμακευτική δαπάνη έφτασε στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων ετών, ενώ ήταν η μοναδική χρονιά που η NOVARTIS παρουσίασε ζημιές στην Ελλάδα».

Έστω και αν το θέμα δεν ήταν τι έλεγαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι, αλλά τι έκανε η Πολιτεία, που εκπροσωπούσε εν προκειμένω η Εισαγγελία Διαφθοράς. Και όφειλε να το κάνει.

Όσο για τα » στημένα άρθρα από εκδοτικά συγκροτήματα, που ήδη διερευνώνται και αυτά για το ρόλο τους από την ελληνική δικαιοσύνη, προσπάθησαν να παρασύρουν όχι μόνο την κοινή γνώμη, αλλά και τους συναδέλφους μου«, δεν μπορεί να μην έχει υπόψη του τη θύελλα διαμαρτυριών της διεθνούς δημοσιογραφίας κατά της κυβέρνησης.

Ίσως έχει περισσότερο ενδιαφέρον από όσο δείχνει και η αναφορά του στον Μητσοτάκη.: «Θέλω ιδιαιτέρως να ευχαριστήσω τον Πρωθυπουργό της χώρας και Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κύριο Κυριάκο Μητσοτάκη που ουδέποτε αμφισβήτησε την ακεραιότητα του χαρακτήρος μου και που έμεινε πάντα στο πλάι μου από την πρώτη στιγμή».

Δεν ξέρουμε αν ρώτησε τον Μητσοτάκη πριν προεξοφλήσει αυτά που του αποδίδει. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα είδαμε ως τώρα. Τουλάχιστον δεν έδειξε καμία θέρμη απέναντι στον Άδωνι τα τελευταία χρόνια. Περισσότερο επειδή τον φοβάται τον έχει υπουργό, παρά για τα αισθήματα του, οποία και αν είναι. Αλλά αυτό είναι δικό τους θέμα.

Ευφυώς πράττοντας, – ή κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του- ο Άδωνις δεν αναφέρεται στη δήλωση του στην … αθωότητά του. Εκτός από το σημείο που ευχαριστεί την οικογένειά του «που έμεινε αταλάντευτη στο πλάι μου σε όλη αυτήν την ιστορία, πιστεύοντας απολύτως στην αθωότητά μου. «

Θα ήταν γκάφα ολκής αν έλεγε ότι αθωώθηκε για κάτι. Γιατί από τη Δικαιοσύνη δεν υπήρξε κατηγορία εναντίον του -όπως στην περίπτωση Λοβέρδου- για να «αθωωθεί». Τι λένε οι πολιτικοί ο ένας για τον άλλο είναι άλλη υπόθεση.

Μια νόμιμη έρευνα έκανε η αρμόδιος εισαγγελέας Διαφοράς. Όπως ήταν υποχρεωμένη, μετά τις επώνυμες μαρτυρίες που είχε στη διάθεση της. Αυτές ερευνούσε και αλίμονο αν δεν το έκανε. Και -πάλι ευφυώς- ο υπουργός δεν επαναφέρει την απρέπεια έναντι του νόμου για «κουκουλοφόρους». 

Η κοινοποίηση των ονομάτων των δέκα πολιτικών – που τους διέσυρε κατά τον ισχυρισμό του-δεν έγινε από την εισαγγελέα, αλλά από τα κόμματα τους, με τον πανάθλιο νόμο τους να παίζει η Βουλή τον εισαγγελέα.

Αλλιώς η Τουλουπάκη θα ολοκλήρωνε την έρευνά της και θα ανακοίνωνε ότι έβρισκε χωρίς όσα ακολούθησαν, που κάθε άλλο παρά διευκόλυναν την αναζήτηση της αλήθειας.

Αλλά και με τη δημοσιοποίηση, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε μια πολιτισμένη χώρα, θα συνέβαινε το εξής από τα  δυο κόμματα των οποίων στελέχη αναφέρθηκαν στην έρευνα:  θα τα έθεταν σε διαθεσιμότητα, μέχρι να εκκαθαριστούν οι υποθέσεις τους, από τον μόνο αρμόδιο: τη Δικαιοσύνη.

Αντί γι αυτό τους άφησαν ασύδοτους να προπηλακίζουν τους εισαγγελείς. Για τις θεωρίες περί σκευωρίας- και τις στημένες από την πλειοψηφία Εξεταστικές- θα αποφανθεί η Ιστορία.

Η φράση του Γεωργιάδη μετά την αρχειοθέτηση «δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι. Θα το ψάξουμε μέχρι τέλους», είναι περιττή. Αυτές οι υποσχέσεις έχουν δυο άκρες,

Καθόλου περιττό όμως δεν θα ήταν αν ο ίδιος, τώρα που δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από το σκάνδαλο Νοβάρτις, αναγνώριζε ότι η συμπεριφορά του απέναντι στη Δικαιοσύνη δεν ήταν η προσήκουσα για πολιτικό. Κέρδος θα είχε η πολιτική από μια τέτοια μεταμέλεια. Άλλωστε ο ίδιος με τις συγγνώμες δεν δυσκολεύεται και μία από την Τουλουπάκη δεν θα τον έβλαπτε.

Κατά τα λοιπά να τον αφήσουμε το άνθρωπο στη χαρά του. Αλλά δεν θα μπορέσει εύκολα να απαλείψει την απαράδεκτη συμπεριφορά εναντίον δικαστικών λειτουργών που έκαναν τη δουλειά τους- καθώς ζούμε σε χώρα στην οποία ουδείς είναι υπεράνω του νόμου.

Ούτε καν η οικογένεια Μητσοτάκη. Στην οποία -για να θυμηθούμε τα παλιά- χαρίσθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου την Πρωτοχρονιά του 1994.